13 Οκτωβρίου 2013

Η άνοιξη στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν και στον ορίζοντα η ενεργειακή άνοιξη των ΗΠΑ.

Όταν τα πρώτα σημάδια αποσταθεροποίησης καθεστώτων της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής έκαναν την εμφάνισή τους τρία χρόνια πριν, οδηγώντας σε ανατροπές ηγεσιών και κυβερνήσεων, υπήρξαν κάποιες πρώτες σκέψεις που συνδύαζαν το φαινόμενο της Αραβικής ’νοιξης με το άνοιγμα της αγοράς ενέργειας περισσότερο από ό,τι με τον εκδημοκρατισμό των χωρών αυτών. Με το πέρασμα του χρόνου αποδείχθηκε πως η Αραβική ’νοιξη δεν επηρρέασε στο ελάχιστο την καθημερινότητα των πολιτών στην Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη. Αντίθετα από τα προσδοκόμενα αποτελέσματα, οι ελευθερίες περιορίστηκαν ακόμα περισσότερο από μια σειρά απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στα κοινά. Η πολιτική σταθερότητα για τις χώρες που άγγιξε η Αραβική ’νοιξη εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Όσοι οραματίστηκαν μια διαφορετική επόμενη ημέρα στις χώρες αυτές αναζητούν πλέον τη φυγή είτε στην ταλαιπωρημένη από την οικονομική ύφεση Ευρώπη, είτε στις κορεσμένες από μετανάστες Αμερικανικές πολιτείες.

Με εξαίρεση την Αίγυπτο και σε ένα μεγάλο βαθμό και στην Τυνησία,όπου τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης είχαν πολιτικό περιεχόμενο και ζητούμενο, οι εξεγέρσεις των υπολοίπων χωρών σχετίζονταν κυρίως με τον έλεγχο της εξουσίας και τον αποκλεισμό κοινωνικών ομάδων και φυλών από τον τομέα αυτό.Τα αποτελέσματα των εξεγέρσεων και της εντυπωσιακής ως τίτλο Αραβικής Ανοιξης είναι πλέον γνωστά.

Στον απόηχο όλων αυτών ένα κύμα αισιοδοξίας καλλιεργήθηκε στις τάξεις της Συριακής αντιπολίτευσης και των ένοπλων ομάδων που δραστηριοποιούνται στο εμφυλιακό πεδίο τως χώρας.
Επρόκειτο για την αίσθηση πως ο διεθνής παράγων θα παρέμβει δραστικά για την αποκαθήλωση του Ασαντ και θα βρούν αρωγούς στο εγχείρημα αυτό, τις ευρωπαικές χώρες και ακόμα και τις ίδιες τις ΗΠΑ.

Στις τάξεις της αποκαλούμενης αντιπολίτευσης της Συρίας όμως υπάρχουν πολλά κενά. Το μεγαλύτερο έλλειμα που υπάρχει σχετίζεται με την ανάγνωση και κατανόηση των δεδομένων μιας κρίσης, ο συσχετισμός της με άλλες παραμέτρους και η αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων.
Οι πρόσφατες κρίσεις στις χώρες της Βορείου Αφρικής είχαν ως μόνο ορατό αποτέλεσμα μέχρι στιγμής, την επαναχάραξη των σχέσεων μεταξύ των χωρών και των εταιρειών εκμετάλευσης ενεργειακών κοιτασμάτων.

Το σχεδόν Γαλλικό μονοπώλιο της Αιγύπτου και της Λιβύης κατέπεσε μετά από το άνοιγμα σε Βρετανικές και Αμερικανικές εταιρείες.

Το πλαίσιο της γενικότερης επαναχάραξης σχέσεων και αξόνων επιρροής στον τομέα της παγκόσμιας ενέργειας υποτιμήθηκε γενικότερα από όσους ασχολούνται με τα Μέσης Ανατολής.
Οι χώρες της Βορείου Αφρικής συγκεντρώνουν ένα ικανό ποσοστό αλλά όχι τέτοιο που να επηρρεάζουν συνολικά την παγκόσμια αγορά. Η παραγωγή αυτών εστιάζεται κυρίως στο πετρέλαιο και τα παράγωγα του.

Τα ανοίγματα της Ρωσίας στον τομέα της ενέργειας και η καθολική κυριαρχία μέχρι στιγμής της Αμερικής στον τομέα αυτό διαμορφώνουν και την εξωτερική πολιτική των δυο παραδοσιακών αντιπάλων σε μια νέα κατεύθυνση που γίνεται αντιληπτή σταδιακά μέσα από τη στάση αυτών σε μια σειρά από διαφορετικά ζητήματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στροφής στην παραδοσιακή εξωτερική πολιτική που ασκεί η Ουάσιγκτον αποτελεί ο πρόσφατος χειρισμός του αμερικανού προέδρου στο θέμα της Συρίας και της χρήσης των χημικών από το Μπασάρ Αλ Ασαντ.Στην πραγματικότητα ο Μπαράκ Ομπάμα χρησιμοποίησε ως όχημα, ένα χτύπημα από πλευράς των αμερικανικών δυνάμεων κατά του καθεστώτος της Δαμασκού ώστε να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην προσέγγιση και τις σχέσεις με τη Μόσχα και την Τεχεράνη.

Ασχέτως των εντυπώσεων που άφησε η συνεργασία μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας στο θέμα της Συρίας, δεν θα πρέπει να αναμένεται εντυπωσιακή αλλαγή στις σχέσεις των δυο χωρών. Η ανταγωνιστηκότητα παραμένει το κυρίαρχο στοιχείο μεταξύ τους. Το Κρεμλίνο επιθυμεί να διαφυλάξει τα συμφέροντά του στην περιοχή και θα το πράξει ακόμα κι αν χρειαστεί να θυσιάσει τον Ασαντ προς χάρην μιας διάδοχης κατάστασης αποδεκτής – αν όχι από το εσωτερικό της Συριάς – τουλάχιστον από τη διεθνή κοινότητα.

Ο Μπαράκ Ομπάμα μέσα από το παζάρι του στρατιωτικού χτυπήματος στη Συρία επέλεξε να στείλει ένα σαφές μήνυμα στο κατεστημένο του Λευκού Οίκου το οποίο διαχρονικά επηρρεάζει τις όποιες αποφάσεις των αμερικανών προέδρων αναφορικά  με την εμπλοκή και τον τρόπο διαχείρησης διεθνών κρίσεων. Η εκτίμηση που κυριαρχεί ως προς τα αποτελέσματα της αποφυγής του χτυπήματος είναι πως υπάρχει μια έντονη δυσαρέσκεια σε στελέχη τόσο από το περιβάλλον Ομπάμα αλλά κυρίως σε μια μερίδα γερουσιαστών. Η δυσαρέσκεια αυτή μπορεί να μην εκφράζεται για την ώρα ωστόσο, αναμένεται να αποτυπωθεί εφόσον ο αμερικανός πρόεδρος επιχειρήσει μια βαθύτερη προσέγγιση με την Τεχεράνη.

Αυτό άλλωστε φέρεται να ήταν και ο κύριος στόχος της παρασκηνιακής διαπραγμάτευσης στο ζήτημα της Συρίας και των επιστολών που αντάλλαξαν οι ηγέτες της Αμερικής και του Ιράν.Ο πρόεδρος Ρουχανί έχει καταστήσει σαφές ό,τι επιθυμεί την επαναφορά της κανονικότητας στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Η αντίδραση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Ayatollah Ali Khamenei οποίος δήλωσε πως δεν θα αντιταχθεί σε διπλωματικούς συμβιβασμούς ή στην όποια στροφή επιχειρηθεί στην εξωτερική πολιτική της χώρας υποδεικνύει πως το έδαφος είναι απόλυτα διαμορφωμένο από πλευράς Ιράν.
Βεβαίως το πρόβλημα στην επανασύνδεση με την Τεχεράνη θα το αντιμετωπίσει ο αμερικανός πρόεδρος που μετά από 35 χρόνια ανύπαρκτων σχέσεων θα πρέπει να πείσει για την επιλογή του τόσο τους εσωτερικούς αντιρρησίες όσο κι εκείνους στο εξωτερικό.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, Αμερική και Ιράν συνεργάστηκαν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας , στην αντιμετώπιση των Ταλιμπάν στην πρώτη περίπτωση και και της Αλ κάιντα στην περίπτωση του Ιράκ.Η τωρινή προσέγγιση μεταξύ των δυο είναι εντελώς διαφορετική και μπορεί να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Για την Τεχεράνη η ανάγκη που οδηγεί σε αυτή την αλλαγή πλεύσης αναφορικά με την Ουάσιγκτον σχετίζεται άμεσα με την αδιέξοδη κατάσταση που έχει οδηγηθεί η οικονομία της χώρας.Η άρση των κυρώσεων είναι το ζητούμενο και στην κατεύθυνση αυτή ο κ. Ρουχανί έχει δημιουργήσει ένα πρώτο πλαίσιο σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας του αρνούμενος οποιαδήποτε πρόθεση ή σκέψη χρήσης για στρατιωτικούς σκοπούς.

Κάθε άλλο παρά τυχαίο ήταν το γεγονός ότι, το πρώτο ξένο μέσο που επέλεξε για να δώσει συνέντευξη και ανοίξει τα χαρτιά του για την διάθεση συνεργασίας της χώρας του με τη Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας ήταν το αμερικανικό NBC.Τα ανταλλάγματα για την Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να είναι εξίσου σημαντικά αλλά συγκρινόμενα με αυτά που προσδοκά το Ιράν δείχνουν μάλλον ασήμαντα.Το να μπορέσει ο αμερικανός πρόεδρος να προχωρήσει σε ικανό βαθμό τη συνεργασία με το Ιράν σίγουρα δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Ο Ομπάμα είναι αρκετά επιφυλακτικός απέναντι στον Ιρανό ομόλογό του. Το ίδιο επιφυλακτικοί είναι πλέον και αρκετοί αμερικανοί γερουσιαστές απέναντι στον Ομπάμα και κυρίως στη διάθεση αυτονόμησης που επιδεικνύει στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Προβληματισμένοι με τον αμερικανό πρόεδρο είναι επίσης το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία. Η ουσία του προβληματισμού έχει να κάνει με το φόβο πως εφόσον η Αμερική ανακτήσει τις σχέσεις με το Ιράν, αυτό θα ανατρέψει δραματικά τις ισορροπίες στην περιοχή και θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Τεχεράνης.Επίσης η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν επιθυμεί και το έχει ξεκαθαρίσει τη συνέχεια του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Η Σαουδική Αραβία δεν πιστεύει πως η Ιρανική ηγεσία θα αποσυρθεί από την πολιτική στήριξης των ομάδων που πρόσκεινται στο σιιτικό στρατόπεδο και εκφράζουν την επέκταση του σιιτικού τόξου ως κυρίαρχης δύναμης στην περιοχή.

Ωστόσο και οι δυο προαναφερόμενες χώρες κατανοούν πως οι επιλογές και η αυτονομία του αμερικανού προέδρου είναι περιορισμένες λόγω της δύσκολης θέσης που έχει περιέλθει στο εσωτερικό της χώρας του με το χειρισμό στο θέμα της Συρίας. Επίσης υπάρχει ένα ισχυρό μπλόκ εντός του Κογκρέσου που αντιτίθεται στην προσέγγιση με το Ιράν.Οι σχέσεις των ΗΠΑ με μια σειρά από άλλες χώρες θα περνούσαν σε μια επικίνδυνη περίοδο αμφισβήτησης. Τουρκία, Αίγυπτος, Κατάρ αλλά και αρκετές ακόμα χώρες του Κόλπου θα εξέφραζαν ποικιλοτρόπως την αντίθεσή τους σε μια τέτοια προσέγγιση. Οι λόγοι λοιπόν για την Ουάσιγκτον για να προχωρήσει όσο πιο αργά στον «εναγκαλισμό» με το Ιράν είναι πολύ περισσότεροι από ό,τι τα οφέλη.Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών εκτιμάται πως θα αποκατασταθούν και μάλιστα με γοργούς ρυθμούς. Η αναβάθμιση των σχέσεων σε επίπεδο εταίρων όμως δεν συγκεντρώνει ιδιαίτερες πιθανότητες. Μακροπρόθεσμα όμως το όφελος της Αμερικής δεν είναι αδιάφορο ακόμα κι αν η σχέση παραμείνει...διπλωματική.

Από πλευράς Ουάσιγκτον δίδεται μεγάλη προτεραιότητα στον ενεργειακό τομέα. Η στροφή μακροπρόθεσμα στην καθαρή ενέργεια – δηλαδή σε αέριες μορφές καυσίμου – έχουν δώσει μεν μια ώθηση στη Ρωσική αγορά, ωστόσο η ΗΠΑ εξακολουθούν να κυριαρχούν ευελπιστώντας ό,τι με τον στρατηγικό σχεδιασμό και την στροφή σε εναλλακτικές μορφές καυσίμων που μελετούν θα πετύχουν την αυτονομία τους και ίσως και να καταφέρουν να αυξήσουν το μερίδιό τους στην παγκόσμια αγορά. Αυτό όμως δεν αναμένεται πριν από το 2040. Αν και η παραγωγή φυσικού αερίου έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ για τις ΗΠΑ, η αγορά εξακολουθεί να βασίζεται στο πετρέλαιο και τα παράγωγα αυτού.
Η ενεργειακή κατανάλωση στην Αμερική χωρίζεται σε δυο κατηγορίες. Στις μεταφορές και την παραγωγή ενέργειας.

Το 90% της ενέργειας που απαιτείται για τις μεταφορές βασίζεται στο πετρέλαιο. Η παραγωγή φυσικού αερίου αν και είναι ικανή για να τροφοδοτήσει την εγχώρια αγορά στις περιορισμένες υποδομές που διαθέτει δεν μπορούν να αντέξουν μια συνολική στροφή προς αυτή τη μορφή καυσίμου. Επίσης τα 7.8 εκατ. βαρέλια πετρελαίου που παράγουν ημερησίως οι ΗΠΑ, μπορεί να επαρκούν για τις ίδιες χρήσεις, όμως χωρίς τις εισαγωγές από τον αραβικό κόσμο η τιμή των καυσίμων θα κυμαινόταν σε υψηλά επίπεδα. Το πρόβλημα της ενέργειας στον τομέα των μεταφορών και του αυξανόμενου κόστους λόγω μείωσης των αποθεμάτων θα επιχειρηθεί να αντιμετωπιστεί με περεταίρω ανάπτυξη της τεχνολογίας ηλεκτροκίνησης.

Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, κοινές πηγές ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι είτε ακριβά στο εμπόριο (όπως το φυσικό αέριο, όπου οι τιμές διαφέρουν δραματικά σε όλο τον κόσμο), ή δεν μπορεί να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης (οι περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της υδροηλεκτρικής).

Αυτό σημαίνει ότι οι αγορές είναι εγγενώς λιγότερο ευαίσθητες στις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς, συμβάλλοντας σε φθηνότερες εγχώριες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις χώρες που έχουν την ενέργεια σε αυτές τις μορφές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, της εγχώριας παραγωγής φυσικού αερίου και άνθρακα - οι οποίες αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα της ηλεκτρικής ενέργειας των ΗΠΑ - είναι άφθονα και πολύ φθηνά για την παραγωγή.

Αν και η αυτονομία στην παραγωγή ενέργειας που βασίζεται στον ορυκτό πλούτο (πετρέλαιο) της χώρας εκτιμάται πως θα περιοριστεί σημαντικά για τις ΗΠΑ το 2020, αντίθετα προβλέπεται πως θα κατακτήσει την πρώτη θέση παγκοσμίως σε ό,τι αφορά την παραγωγή φυσικού αερίου.

Ωστόσο η πιθανότητα ολοκληρωτικής αυτοδυναμίας στον ενεργειακό τομέα των ΗΠΑ και της αποσύνδεσής της από των ενεργειακό μηχανισμό που κινεί τον υπόλοιπο κόσμο, αποτελεί ουτοπία.
Η σχέση των ΗΠΑ με τη Μέση Ανατολή και η εξάρτησή της από τις εισαγωγές πετρελαίου διατηρούν άσβεστο και το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για έλεγχο της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό η επαναφορά των διπλωματικών σχέσεων με την Τεχεράνη που κρατάει και τα κλειδιά των Στενών του Ορμούζ, ίσως να αποτελεί και το σημαντικότερο πολιτικό επίτευγμα του Μπαράκ Ομπάμα στο πέρασμά του από το Οβάλ γραφείο.
Δημοσίευση στο περιοδικό, Επιθεώρηση Διεθνής και Ευρωπαική Πολιτική
http://panosharitos.com/articles_det.asp?ID=837