18 Αυγούστου 2013

Αθώα θύματα της βαρβαρότητας

      Της Κατερίνας Μπαλκούρα*
 To ματωμένο καλοκαίρι του 1944, με τα μπλόκα στις συνοικίες, συνεχιζόταν και οι Γερμανοί, σαν να είχαν βάλει στοίχημα η κάθε τραγωδία που δημιουργούσαν να είναι μεγαλύτερη απ’ την προηγούμενη. Η Κοκκινιά με την ηρωική μάχη του Μαρτίου, τους αγώνες για τα συσσίτια, τη συγκέντρωση στελεχών που κατέφυγαν εκεί μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά, αλλά και την ισχυρή δύναμη του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ, είχε αναδειχθεί σε προπύργιο της Αντίστασης.11 Αυγούστου του 1944, ταγματασφαλίτες σε συγκέντρωση στο Δημαρχείο της Κοκκινιάς ανακοίνωσαν τα ονόματα 50 εκτελεσμένων Κοκκινιωτών. Ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, μια πολυμέτωπη επίθεση ήταν η απάντηση σε αιφνιδιασμό του ΕΛΑΣ που οδήγησε στο Χαϊδάρι τους πρώτους αιχμαλώτους. Ολοι πια ήξεραν ότι ένα μεγάλο μπλόκο στην περιοχή ήταν αναμενόμενο. Το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ Πειραιά και η συνοικία ήταν σε συναγερμό, ενώ τα στελέχη είχαν εντολή να διανυκτερεύουν εκτός Κοκκινιάς.


Ηταν 2.30 τη νύχτα, μεσάνυχτα Πέμπτης 17 Αυγούστου του 1944, όταν γράφτηκε μία από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία της Κατοχής. Δεκάδες αυτοκίνητα με ισχυρές δυνάμεις του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, Γερμανοί της 11ης Μεραρχίας της Luftwaffe και μια διμοιρία του Μηχανοκίνητου Τμήματος της Αστυνομίας Πόλεων περικύκλωσαν την Κοκκινιά. Ο βαρύς οπλισμός τους ήταν πρωτοφανής για μια επιχείρηση εντός των ορίων της πρωτεύουσας. Πρωταγωνιστής της «επιχείρησης», ο συνταγματάρχης των Ταγμάτων Ασφαλείας, Γιάννης Πλυτζανόπουλος, και παρόντες δωσίλογοι και αξιωματικοί της Ειδικής Ασφάλειας, όπως οι Μπατράνης, Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Μόρφης, Τσανακαλιώτης, Μητρόπουλος, Γκίνος και Τσιμπίδαρος, μαζί με τον λοχαγό Παπαγεωργίου και τον διερμηνέα Ανθόπουλο.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά…
 Ξημερώματα οι τηλεβόες καλούσαν τους άνδρες 14-60 ετών να συγκεντρωθούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Οποιον έβρισκαν στο σπίτι του θα τον εκτελούσαν επιτόπου. Η πλατεία γέμισε. Μια οποιαδήποτε κίνηση του ΕΛΑΣ θα ήταν αποστολή αυτοκτονίας, αφού τα περιθώρια αντίδρασης ήταν ανύπαρκτα. Οι Γερμανοί έδωσαν εντολή στους συγκεντρωμένους να γονατίσουν και στους κουκουλοφόρους καταδότες να μπουν στο πλήθος και να εντοπίσουν μέλη του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ. Πολλοί από τους χαφιέδες δεν φορούσαν καν μάσκα. Πληροφορίες, προσωπικές εμπάθειες, ακόμα και τυχαία γεγονότα ήταν αρκετοί λόγοι για να σηκώσουν το χέρι και να δείξουν κάποιον. Μια τελετουργία θανάτου. Υπέδειξαν αρχικά όλα τα στελέχη των πολιτικών και ενόπλων οργανώσεων που υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια πριν αφήσουν την τελευταία τους πνοή. Οσοι υποδεικνύονταν οδηγούνταν με προπηλακισμούς στη «Μάντρα», στην αίθουσα ενός ταπητουργείου πίσω από την πλατεία της Οσίας Ξένης, Κιλικίας και Θειρών γωνία. Περνούσαν την περίφημη Πορτάρα, την ξύλινη δίφυλλη πύλη, και εκεί τους περίμενε το γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα. Τα πτώματα σχημάτισαν σωρό. Κάποιες μεικτές ένοπλες ομάδες αναμετρήθηκαν με τις δυνάμεις του μπλόκου κοντά στη Μάντρα του Κόκκινου και στα «Αρμένικα». Τραυματίας ένας Γερμανός λοχαγός και μερικοί ταγματασφαλίτες. Σαν απάντηση 46 άνδρες και γυναίκες μεταφέρθηκαν και εκτελέστηκαν στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος, ενώ οι Γερμανοί έκαψαν αρκετά σπίτια. Η συνοικία πλέον θα ονομαζόταν «Καμένα του Καραβά». Ανάλογες στιγμές έζησε και η ομάδα που διανυκτέρευε στη Νεάπολη υπό τον καπετάνιο του 7ου λόχου Κοκκινιάς, Μιχάλη Μάλλη.

Το μακελειό σταμάτησε κατά τις 6 το απόγευμα. Οι αξιωματικοί χώρισαν τους ομήρους σε τετράδες και μια τεράστια φάλαγγα χιλιάδων ατόμων ακολούθησε τον δρόμο Χαϊδάρι, Ρουφ, στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας. Στον δρόμο άκουγαν από τους ταγματασφαλίτες το περίφημο «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ, η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Κι αυτά δεν ήταν λόγια Γερμανών… Ελάχιστοι διέφυγαν.

Το θέαμα που αντίκρισαν οι άνδρες του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος που πήγαν να περισυλλέξουν τα πτώματα σώζεται στη μαρτυρία του επικεφαλής αστυνομικού Λευτέρη Παπανάγνου (οργανωμένου στο ΕΑΜ). «Δεν περίμενα να βρω τόσα θύματα. Πραγματικό σφαγείο. Ολο το δάπεδο σκεπασμένο από τα κορμιά των εκτελεσμένων… μπρούμυτα το ένα δίπλα στο άλλο… Ωρολόγια, χρυσά, δαχτυλίδια δεν βρέθηκαν. Προφανώς οι νεκροί είχαν σκυλευθεί απ’ τους Γερμανούς και τους «Τσολιάδες»…». Οι εργάτες του δήμου παρέλαβαν τις σορούς και τις μετέφεραν για ομαδική ταφή στο Γ’ Νεκροταφείο. Το ίδιο έγινε και για τους νεκρούς στο Σχιστό, στα Αρμένικα και όλα τα άλλα σημεία της Κοκκινιάς. Συνολικά 176 οι νεκροί, πηγές της Αντίστασης μιλούν για πάνω από 200, ενώ η γερμανική αναφορά της Ομάδας Στρατιών Ε’ κάνει λόγο για 104 «νεκρούς εχθρούς» και 3.000 συλληφθέντες έναντι ενός Γερμανού λοχαγού και μερικών ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Μια εφιαλτική νύχτα
 Η Κοκκινιά μεταβλήθηκε σε απέραντο νεκροταφείο. Εφιαλτική η νύχτα. Αταφα πτώματα στους δρόμους και θρήνοι. Τα χωνιά της ΕΠΟΝ μάταια προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τους κατοίκους… Πολλοί είναι εκείνοι που θυμούνται ακόμα τον ηρωικό λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου, που τον πρόδωσε ο Μπατράνης με το ειρωνικό «Τα σέβη μου, λοχαγέ μου». Την ώρα που τον έσερναν και τον κομμάτιαζαν, εκείνος απαντούσε γενναία «βγάλτε το απ’ το μυαλό σας καθάρματα ότι θα με κάνετε να προδώσω». Θυμούνται το αμίμητο «εσένα ήθελα», που είπε ο Πλυτζανόπουλος μόλις είδε τον Παναγιώτη Ασμάνη, πρόεδρο των εφέδρων της Κοκκινιάς, θυμούνται τον Περιβόλα που κατακρεουργημένος λίγο πριν πεθάνει χίμηξε και δάγκωσε στον λαιμό τον Πλυτζανόπουλο. Αγέρωχος ο Στέλιος Καζακίδης, που τον περιέφεραν σακατεμένο ανάμεσα στο πλήθος για να προδώσει. Θυμούνται τη θρυλική Διαμάντω που, ενώ τη χτυπούσαν άσχημα, ξεσκίζοντας τις σάρκες της φώναζε «Σαν κι εσάς, προδότες, έφαγα 65», λέγοντας στο μικρό φοβισμένο Επονιτάκι δίπλα της «μια ζωή έχουμε, ας την πάρουν οι προδότες. Χιλιάδες λεβέντες θα εκδικηθούνε…». Εκεί και η Κατίνα, η Καλλιόπη, η Αθηνά… Ολοι οι Κοκκινιώτες που κυνηγήθηκαν τις επόμενες μέρες…

Η δεύτερη εκτέλεση
 Οι ηρωικοί νεκροί της Κοκκινιάς εκτελέστηκαν ξανά, όταν τον Μάρτη του 1947 το Γ’ Δικαστήριο δωσίλογων αθώωσε τους πρωταγωνιστές της σφαγής. Ο Πλυτζανόπουλος έγινε υποστράτηγος του κυβερνητικού στρατού και ο ανιψιός του έγινε δήμαρχος Κοκκινιάς από τη χούντα. Ο Σγούρος καταδικάστηκε, αλλά δεν εξέτισε ποινή, αφού ήταν ταγματάρχης του Εθνικού Στρατού. Για «επιβράβευση» διορίστηκε και διοικητής στο 3ο τάγμα της Μακρονήσου. Οσο για το Ν. Μπουραντά, στην απολογία του στο Β’ Δικαστήριο δωσίλογων είπε κυνικά: «Εγώ τρώγω ένα ξεροκόμματο βουτηγμένο στο αίμα! Αλλά ρέει στις φλέβες μου άφθονο ελληνικό αίμα»…
 ……………………………………………………………………….

* Ιστορικός, δημοσιογράφος