15 Δεκεμβρίου 2014

Δεν είναι η οικονομία

image
Το ελληνικό ίχνος στην παγκόσμια διήγηση είναι δυσανάλογο του μεγέθους και των δυνατοτήτων της χώρας, ασύγκριτο προς κάθε άλλο εθνικό αποτύπωμα στο συλλογικό υποσυνείδητο του δυτικού κόσμου. Αν πας στον Καναδά, μαθαίνοντας από πού έρχεσαι θα σου πουν κάτι που έμαθαν στο σχολείο για την ελληνική μυθολογία, ενώ εσύ δεν θα ξέρεις σχεδόν τίποτα για το δικό τους παρελθόν. Αν πας στο Λονδίνο θα δεις ότι στο Βρετανικό Μουσείο οι επισκέπτες κοιτάζουν με δέος πρώτα απ όλα τα μάρμαρα του Παρθενώνα, ενώ στο Λούβρο τα εκθέματα που μαζεύουν περισσότερο κόσμο, πέρα από τη Μόνα Λίζα, είναι η Αφροδίτη της Μήλου και η Νίκη της Σαμοθράκης. Στα κυβερνητικά κτίρια ολόκληρου του πλανήτη θα δεις κιονόκρανα, γιατί έχουν ταυτιστεί, διαχρονικά, με την έννοια του κύρους, ενώ το όνειρο των διακοπών περνά για εκατομμύρια πολίτες του κόσμου από τις Κυκλάδες.
Όσοι έχουν σπουδάσει ή διδάξει στο εξωτερικό γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα. Εχουν βιώσει το δέος που προκαλεί στην διεθνή επιστήμη και διανόηση η ελληνική κληρονομιά, το θαυμασμό των λαών για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την απορία για την ελληνική προέλευση τόσων λέξεων που χρησιμοποιούνται παντού για να μιλήσει κανείς για τα πιο σημαντικά, ακόμη και για τη δημοκρατία.

Ένα τόσο ιδανικό σημείο εκκίνησης κάνει ακόμη πιο οδυνηρή τη διαπίστωση της κακής κατάληξης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για αναπόφευκτα συλλογικά συμπλέγματα που αναπτύσσονται ακριβώς επειδή είναι βέβαιη η ήττα στην αναμέτρηση με το παρελθόν μας. Αλλά πιο πιθανό φαίνεται να έχουμε αυτή την άσχημη πορεία ακριβώς επειδή βολευτήκαμε στην ψευδαίσθηση ενός δήθεν περιούσιου λαού, που βρίσκεται αντιμέτωπος με το φθόνο και την επιβουλή των άλλων, αλλά ποτέ δεν πεθαίνει είτε χάρη στον από μηχανής Θεό είτε χάρη στον άλλο, το Θεό της Ελλάδας, τον οποίο επικαλούνται ακόμη και πολιτικοί αρχηγοί.

Το βέβαιο είναι ότι δεν εξηγείται με αμιγώς οικονομικούς όρους η σημερινή ανυποληψία της χώρας σε διεθνές επίπεδο. Αυτό που εκπέμπουν οι πιστωτές δεν είναι απλώς θυμός και κούραση για τις ατελείωτες ελληνικές δανειακές ανάγκες αλλά μια βαθιά πεποίθηση ότι η χώρα μας είναι αναξιόπιστη, απροσάρμοστη στους κανόνες που ισχύουν για όλους στην ευρωζώνη, αμετανόητη και επιθετική απέναντι στους δανειστές τους οποίους αντιμετωπίζει σαν να χρωστάνε αυτοί.

Αν ένας δικός μας άνθρωπος υπερδανειστεί, υπερκαταναλώσει και τελικά βρεθεί σε αδιέξοδο, θα τον υποστηρίξουμε οικονομικά αν μπορούμε, θα του δώσουμε συμβουλές πώς να συγκρατήσει τα έξοδά του, θα τον εναθρρύνουμε να δουλέψει πιο αποδοτικά και θα είμαστε κοντά του εφόσον μας θέλει. Αν, όμως, μας ζητάει λεφτά και την ίδια ώρα μας προσβάλλει, δεν θέλει να εργαστεί ούτε να αλλάξει τρόπο και κόστος ζωής, τότε, το πιθανότερο, θα τον εγκαταλείψουμε. Κάπου εκεί βρισκόμαστε σήμερα και η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δυσάρεστη επειδή η κυριαρχία του εμμονικού με τη λιτότητα Βερολίνου στην ευρωζώνη είναι απόλυτη, η ανισορροπία στις σχέσεις της πολιτικής με τις αγορές είναι εκρητική και ο νεοφιλελευθερισμός καθορίζει τις μεγάλες οικονομικές αποφάσεις.

Το πρόβλημά μας δεν είναι μόνο η χρεοκοπία. Το πρόβλημα είναι η εθνική αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις. Αντιμετωπίζουμε την εξωτερική πολιτική ως υπόθεση θυμικού και γοήτρου, αμφισβητούμε τη σημασία των οικονομικών μεγεθών, ομφαλοσκοπούμε και αδιαφορούμε για τις παγκόσμιες εξελίξεις εκτός αν μας αφορούν με οποιονδήποτε τρόπο, δεν παρακολουθούμε και δεν γνωρίζουμε τις αλλαγές συσχετισμών και την ανακατανομή ισχύος, ποια κλιματική αλλαγή και ποιοι BRICS, περιμένουμε τη λύση απ έξω και βρίσκουμε την αιτία του κακού πάλι έξω, στην πραγματικότητα δεν πιστεύουμε ότι η οικονομική ακμή, όχι με «πακέτα» και δανεικά, αλλά με παραγωγή, καινοτομία και εξωστρέφεια, αποτελεί προϋπόθεση της εθνικής αξιοπρέπειας την οποία ταυτίζουμε είτε με το πατ-πατ στο κεφάλι από τον Γολιάθ είτε με νταηλίκια και νταούλια.

«Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας μία παρακατιανή επαρχία, η οποία, κατά μέγα μέρος από δική της υπαιτιότητα, είναι όχι μόνον ανίσχυρη, αλλά και ανυπόληπτη, και ότι γι’ αυτόν τον λόγο σε κάθε μεγάλη κρίση θα βρεθεί εξ ίσου μόνη όσο λ.χ. και το 1974». Παναγιώτης Κονδύλης, επίμετρο στο βιβλίο «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο» (1992).