14 Δεκεμβρίου 2014

Συνεργατική συναίνεση σε ένα δύσκολο κόσμο

http://www.tlife.gr/files/Image/NEWS/2011/MAIOS11/26-05/syntagma21.jpg
Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη-< Για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια σε ένα ζήτημα ανθρωπισμού που υπαγορεύει η ελληνική παιδεία και ο ελληνικός πολιτισμός, η πολιτική σε όλες της τις διαστάσεις και ιδεολογικές εκφάνσεις κατάφερε να συναντηθεί και να αποδείξει πως μπορεί να βρει τον απαραίτητο κοινό τόπο της συναίνεσης, για να επιλύσει προβλήματα που αφορούν στην χώρα, στο κράτος και στην κοινωνία, ακόμα και όταν εστιάζονται στο δράμα ενός προσώπου.
Αναφερόμαστε στην περίπτωση Ρωμανού, για την οποία, μετά από αρκετές στιγμές αμηχανίας και αντίθεσης, το βασικό φάσμα των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, αντιπολίτευσης και συμπολίτευσης, μπόρεσε να συνεννοηθεί και να συναινέσει σε ένα μέτρο που αφορά στη ζωή του νεαρού φυλακισμένου και στη δυνατότητά του να σπουδάζει και να απολαμβάνει τα αγαθά της παιδείας και της εκπαίδευσης, παράλληλα με την εκτέλεση της ποινής του.

Αυτό σημαίνει πως οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας μπορούν αν το θελήσουν να συναντηθούν σε μεγάλα εθνικά θέματα, όπως η οικονομία, η εξωτερική πολιτική, τα θέματα άμυνας και ασφάλειας, όπου να αποφασίζουν και να συναποφασίζουν κοινές πολιτικές και κυρίως στρατηγικές δράσεις επ’ ωφελεία της χώρας και με γνώμονα πάντοτε το εθνικό συμφέρον.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η Ελλάδα της μεταπολίτευσης απέτυχε κυρίως στον τομέα της ανικανότητας του πολιτικού συστήματος και των κυβερνήσεων να παράγουν στρατηγική για τη χώρα. Στρατηγική εν προκειμένω δεν σημαίνει μόνο την οριοθέτηση των στόχων και τον σχεδιασμό των μέσων και τακτικών υλοποίησης και πραγμάτωσης των ιεραρχημένων στόχων που αφορούν σε διάφορα επίπεδα της πολιτικής της χώρας, αλλά και στην παράλληλη συναίνεση, όχι τόσο στα μέσα, αλλά πολύ περισσότερο στη στρατηγική στοχοθεσία.

Η συνεργατική λειτουργία της πολιτικής, δηλαδή η συναίνεση, όχι μόνο δεν υπονομεύει τη δημοκρατική διαδικασία και τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών ως ανταγωνιζόμενων και διεκδικούντων την εξουσία, αλλά δυναμώνει τη δημοκρατία και κυρίως ενισχύει τη διεθνή εικόνα και το κύρος της χώρας.

Η Ελλάδα δεν μπόρεσε τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια να παράγει στρατηγική, με εξαίρεση την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Και εκεί πρέπει να παραδεχθούμε πως αυτό υπήρξε ένα πολιτικό γεγονός εξαιρετικής σημασίας, το οποίο -επειδή δεν ήταν ενταγμένο σε μια στρατηγική παραγωγής πολιτικών σε διάρκεια- οι εκάστοτε κυβερνητικές μεταβολές δεν μπόρεσαν να δώσουν συνέχεια σε όποια πολιτική άρχιζε ο προηγούμενος ή ο επόμενος, έτσι ώστε η χώρα, ευρισκόμενη στην ΕΟΚ και την ΕΕ, να αφήνεται στις πρωτοβουλίες των κατά καιρούς πρωθυπουργών, χωρίς να υλοποιείται η πραγματικότητα της διεκδίκησης στρατηγικών στόχων.

Να μην αναφερθούμε στην απουσία στρατηγικής στα Βαλκάνια, τα οποία κατέρρεαν και εμείς ήμασταν απόντες, στην Τουρκία, η οποία πέρασε πολύ μεγάλες κρίσεις και εσωτερική αναταραχή, χωρίς να είναι η Ελλάδα σε θέση να τις αξιοποιήσει επ’ αγαθώ του ελληνικού εθνικού συμφέροντος και χάριν της Κύπρου, αλλά και των ελληνικών δικαίων στο Αιγαίο.

Η τραγωδία της Ελλάδος σήμερα δεν συνίσταται μόνο στη βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση που διέρχεται τα τελευταία κυρίως πέντε χρόνια, αλλά στο γεγονός ότι δεν αποφασίζει η ηγεσία της χώρας στο σύνολό της να συνεργαστεί, να βρει τρόπους συναίνεσης και συνεννόησης, όχι μόνο για την υπέρβαση της κρίσης, αλλά και για τη χάραξη στρατηγικής για το μέλλον μιας χώρας, η οποία πέρασε και περνά τους εσωτερικούς κλυδωνισμούς του κινδύνου ή της απειλής μιας κατάρρευσης.
Πρέπει να τονίσουμε πως τα κράτη στη σύγχρονη εποχή της σύγκρουσης όλων εναντίον όλων και της απουσίας διεθνών ισορροπιών είναι υποχρεωμένα να βρουν τρόπους και δυνάμεις να σταθούν όρθια μόνα τους στον κόσμο.

Δεν είναι αυτονόητη η επιβίωση και η διατήρηση ενός κράτους ενωμένου και ευημερούντος. Εάν η ηγεσία της χώρας δεν μπορέσει να χαράξει πολιτικές εθνικής συνεννόησης και συνεργασίας στο πλαίσιο μιας κοινής στρατηγικής, οι κίνδυνοι είναι ορατοί. Η Ελλάδα σήμερα μπορεί να είναι ενταγμένη στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη, τίποτε όμως δεν είναι αυτονόητο, ούτε δεδομένο. Πρέπει να αποφασίσουμε μόνοι μας να βρούμε τους τρόπους εθνικής επιβίωσης και να χαράξουμε το σχέδιο της Ελλάδας του μέλλοντος. Η συνάντηση των πολιτικών και της πολιτικής σε κοινούς τόπους ούτε εμποδίζει, ούτε υπονομεύει τη δημοκρατική διαδικασία.

Αντίθετα, της δίνει νόημα στον βαθμό που η δημοκρατία αποκτά σκοπό να υπηρετήσει την κοινωνία και τη χώρα, να ενισχύσει τη νομιμοποίηση της ηγεσίας, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στη διεθνή της παρουσία. Αυτό όμως που διαφοροποιεί και δυναμώνει τη δημοκρατία, όταν οι δυνάμεις συναινούν και συνεργάζονται σε μεγάλα εθνικά θέματα, είναι η ενίσχυση της εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης και επομένως της εμπιστοσύνης των πολιτών και της αποδοχής των πολιτικών που αποφασίζονται και της διεθνούς νομιμοποίησης, δηλαδή της ενίσχυσης του κύρους της χώρας διεθνώς.

Η διεθνής νομιμοποίηση, το υψηλό κύρος, όχι μόνο δυναμώνουν τη χώρα και την ενισχύουν πολιτικά -δηλαδή η διεθνής κοινότητα αντικρίζει τη συγκεκριμένη χώρα με εμπιστοσύνη και θέληση συνεργασίας-, αλλά έχουν προφανώς και θετικό αντίκτυπο στον τομέα της οικονομίας, στον βαθμό που η εμπιστοσύνη για τη σταθερότητα και την ασφάλεια σημαίνει οικονομική συνεργασία, επενδύσεις και θετικές εν γένει απόρροιες στην οικονομική θέση της χώρας διεθνώς.

Οφείλουμε, συμπερασματικά, να υπογραμμίσουμε πως επειδή ο σύγχρονος κόσμος είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά συγκρουσιακός και ανελέητα ανταγωνιστικός, η συναίνεση και η συνεργασία στο κράτος, και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, καθίσταται αναγκαστικά όρος επιβίωσης. Δεν έχουμε περιθώρια ούτε προχειροτήτων, ούτε εσωτερικών μεγάλων αντιθέσεων, που να οδηγούν σε διαλυτικά και παρακμιακά φαινόμενα της κρατικής δομής.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου