07 Δεκεμβρίου 2014

Διαπραγμάτευση σε νέα βάση

Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη-
Η Τουρκία χρησιμοποιεί την Κύπρο ως ενέχυρο για να εκβιάζει την Ελλάδα στο Αιγαίο
  • Η ενδεχόμενη αποχώρηση του «Μπαρμπαρός» από την ΑΟΖ της Κύπρου δεν πρέπει να εκληφθεί από την ελληνική πλευρά ως νίκη που οδηγεί στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, από τη στιγμή που έχουν διακοπεί
  •  ΕΙΡΗΝΗ σημαίνει δικαιοσύνη, αποδοχή του διεθνούς δικαίου, της ισότητας και της αυτοδιάθεσης των λαών που συμμετέχουν στη διαδικασία αποκατάστασης της ειρήνης


  • Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου επισκέφθηκε την Αθήνα, όπου, όπως αναμενόταν, η ελληνική Κυβέρνηση έθεσε το Κυπριακό ως κεντρικό ζήτημα στις συνομιλίες με την τουρκική αντιπροσωπία.
    Θεωρούμε ότι οι συνομιλίες για το Κυπριακό δεν μπορούν να αφορούν τόσο στον πυρήνα της διαπραγμάτευσης για τη λύση του, όσο στις εκβιαστικές στρατηγικές που αναπτύσσει η Άγκυρα τούτη την περίοδο στην κυπριακή ΑΟΖ, προκειμένου να υποχρεώσει την Κυπριακή Δημοκρατία να δεχθεί την τουρκική απαίτηση ακύρωσης οποιασδήποτε έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων στις κυπριακές θάλασσες χωρίς τη συμμετοχή του ψευδοκράτους, που σημαίνει ουσιαστικά χωρίς την αναγνώρισή του.

    Αυτός ο εκβιασμός φανταζόμαστε πως τέθηκε από την Αθήνα ως μείζον ζήτημα, που αφορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εφόσον υπό τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί να προχωρήσει ο διάλογος για τη λύση του Κυπριακού, ούτε και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα μπορέσουν να εξομαλυνθούν πραγματικά και ουσιαστικά, δηλαδή να αποκατασταθεί η ειρήνη και η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών. Εν προκειμένω, ειρήνη σημαίνει δικαιοσύνη, αποδοχή του διεθνούς δικαίου, της ισότητας και της αυτοδιάθεσης των λαών που συμμετέχουν στη διαδικασία αποκατάστασης της ειρήνης.
    Η Τουρκία χρησιμοποιεί, όπως έχουμε ξαναπεί, την Κύπρο ως ενέχυρο για να εκβιάζει την Ελλάδα στο Αιγαίο, με απώτερο στόχο την αναθεώρηση της Λωζάννης, όχι εν τοις πράγμασι μόνο, αλλά με μια νέα συνθήκη που να οριοθετεί τις σχέσεις των δύο χωρών στις πραγματικές τους διαστάσεις σημερινής ισχύος.

    Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε πως σήμερα, βεβαίως, δεν παύουν οι ηγεσίες να συνομιλούν, αλλά πρέπει να γνωρίζουν πως αυτό γίνεται για λόγους τακτικής, τουλάχιστον από ελληνικής πλευράς, είτε για να κερδίσει χρόνο είτε γιατί θέλει να στείλει ορισμένα μηνύματα στη διεθνή κοινότητα πως δεν είναι αδιάλλακτη και πως επιχειρεί διαδικασίες ειρήνης. Όμως πρέπει να είμαστε συνειδητοποιημένοι πως αυτές οι συνομιλίες και η όποια διαπραγμάτευση, διεξάγονται στο πλαίσιο όρων και συνθηκών ανισότητας, αφού η Τουρκία τούτη την περίοδο αναπτύσσει την εικόνα ενός διεθνούς παίκτη με το προφίλ της περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης.

    Η τελευταία συνάντηση του σουλτάνου Ερντογάν με τον αναγεννητή της σύγχρονης Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, κατέδειξε όχι μόνο την ικανότητα του Τούρκου Προέδρου να αξιοποιεί λάθη δικά μας, της Ευρώπης και της Δύσης απέναντι στη Ρωσία, καταφέρνοντας να καλύψει το έλλειμμα εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε στη σχέση του Ρώσου Προέδρου με τη Δύση, αλλά και να οικοδομήσει έναν στρατηγικό συνασπισμό με μια χώρα που παραδοσιακά ήταν εχθρική ή, σε κάθε περίπτωση, όχι συμμαχική ή φιλικά διακείμενη απέναντι στην Άγκυρα.

    Οι συμφωνίες που συνομολογήθηκαν στην Άγκυρα μεταξύ Πούτιν και Ερντογάν καλύπτουν όχι μόνο την αλματώδη αύξηση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, όχι μόνο τον ενεργειακό τομέα, όπου ανήγγειλαν στρατηγική συμμαχία και προέκταση αγωγών, που ικανοποιούν την τουρκική ενεργειακή στρατηγική, αλλά προπάντων καλλιέργησαν διεθνώς την εικόνα ενός «συνασπισμού δυνάμεων», όπως σημειώνει το γερμανικό περιοδικό Focus, απέναντι στη δυτική απειλή. Αυτό δημιουργεί προϋποθέσεις διεύρυνσης και επέκτασης των συμμαχιών της Τουρκίας στον Τρίτο Κόσμο, την Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα οι ΗΠΑ προστρέχουν ακόμη και τώρα να ζητήσουν τη συνεργασία της Άγκυρας έναντι στους τζιχαντιστές.

    Έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με την ενσάρκωση της διπλωματικής ευελιξίας και της στρατηγικής ενόρασης στον σχεδιασμό ανάδειξης της Άγκυρας σε παγκόσμιο παίκτη, τη στιγμή που η Αθήνα και η Λευκωσία σκέφτονται και παραμένουν αμήχανες ως προς το πώς θα προχωρήσει και ποια μορφή θα λάβει η συμμαχία των δύο κρατών του Ελληνισμού με το Ισραήλ, που θα έπρεπε ήδη να είναι μια πραγματικότητα, ενώ η συνάντηση του Καΐρου, που ήταν ένα τόσο ευτυχές και πετυχημένο βήμα, δεν δείχνει να ακολουθεί ένα σχέδιο που να υπακούει σε προδιαγεγραμμένες φάσεις, τακτικές κινήσεις που υπηρετούν μια κοινή στρατηγική. Στρατηγική σημαίνει σχεδιασμός των πολιτικών που θα ακολουθήσουν σε μια εναλλαγή χρονικών φάσεων και χειρισμών, προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος.

    Εμείς τι κάνουμε ενόψει της γιγάντωσης του αντιπάλου, ο οποίος κινείται τούτη την ώρα από μια θέση ισχύος έναντι ενός Ελληνισμού, που δείχνει να υποχωρεί; Πρέπει να σκεφτόμαστε με κανόνες ιστορίας και γεωπολιτικής, δηλαδή ότι οι αλλαγές στη διεθνή πολιτική επέρχονται ανά πάσα στιγμή, οι ανακατατάξεις είναι συστατικό στοιχείο των εξελίξεων στις διεθνείς σχέσεις και πολλές φορές δυνάμεις που εμφανίζονται ως πανίσχυρες και ηγεμονικές, να είναι στην πραγματικότητα γίγαντες με πύρινα πόδια και με μια εσωτερική κρίση ισχυρή να καταρρεύσουν.

    Η Τουρκία πολλές φορές στο παρελθόν, ιδιαίτερα μάλιστα το 1978, το 1997 και το 2002 απειλήθηκε με κατάρρευση εξαιτίας ισχυρότατης εσωτερικής κρίσης. Τότε, μάλιστα, η Ελλάδα ήταν μία δυνατή χώρα με σταθερότητα και διεθνή νομιμοποίηση και δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει το μομέντουμ της τουρκικής αδυναμίας. Επομένως, εμείς πρέπει να αξιοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που έχουμε τώρα για να σταθούμε όρθιοι, να ενδυναμωθούμε, να ανακάμψουμε και από θέση ισχύος να διαπραγματευτούμε.

    Δημοκρατική αρχή και κράτος δικαίου
    Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ μιλούσε για το δίκαιο των ισοδυνάμων, που σημαίνει πως μπορεί να εμφανίζεσαι αδύναμος, αλλά με τις κατάλληλες κινήσεις συμμαχίας να αποκτάς δυνατότητες ισοδύναμης διαπραγμάτευσης.

    Η Κύπρος και η Ελλάδα, επαναλαμβάνουμε, είναι υποχρεωμένες να προχωρήσουν στην εφαρμογή ενός στρατηγικού πλάνου εξισορρόπησης της τουρκικής ισχύος, που σημαίνει Αθήνα, Λευκωσία, Τελ Αβίβ, Κάιρο, μεγιστοποίηση της επιρροής μας στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες, τόσο στο επίπεδο της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και στην κοινή άμυνα, που σε μια αντίληψη κλιμάκωσης του κόστους έναντι των τουρκικών κινήσεων διεθνούς πειρατείας στοχεύει στο να υποχρεώσει την Τουρκία να συμμορφωθεί προς το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας.

    Η επάνοδος στις διακοινοτικές συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού πρέπει να συμβεί από τούδε και στο εξής πάνω σε νέα βάση, που δεν περιορίζεται στην επιστροφή της Αμμοχώστου ή των Βαρωσίων, όπως συνηθίζουν να λένε οι Τούρκοι, αλλά στην οικοδόμηση ενός σύγχρονου κράτους, που να προστατεύει όλους τους πολίτες του, να δίνει αυτονομία στις εθνικές του οντότητες, κυρίως όμως να στηρίζεται στη δημοκρατική αρχή, εφαρμοστέα σε όλη την επικράτεια του κράτους.

    Επομένως, οποιαδήποτε ενδεχόμενη αποχώρηση του Μπαρμπαρός από τη θαλάσσια ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν πρέπει να εκληφθεί από την ελληνική πλευρά ως νίκη, που οδηγεί στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, από τη στιγμή που διεκόπησαν, αλλά ως αφετηρία διαπραγμάτευσης σε νέα βάση, που να υιοθετεί τις αρχές ίδρυσης και λειτουργίας ενός μοντέρνου κράτους, που να έχει ως θεμέλιό του τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό, δηλαδή τη δημοκρατική αρχή και το κράτος δικαίου.

    ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
    Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
    Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
    Επικοινωνίας και Πολιτισμού
    Παντείου Πανεπιστημίου