07 Δεκεμβρίου 2014

Οι “προσδοκίες” του Ιωάννη Κασουλίδη από την Αθήνα

Ο Υπουργός Εξωτερικών  κ. Ιωάννης Κασουλίδης δήλωσε στις Βρυξέλλες στον Αθανάσιο Έλλις της Καθημερινής (3/12/14), δυο μέρες πριν την άφιξη του Τούρκου Πρωθυπουργού στην Αθήνα (5-6 Δέκ.) ότι “προσβλέπει στις προσπάθειες” της Ελλάδας ώστε, στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας που θα συνέλθει μεταξύ των δυο χωρών στην διάρκεια της επίσκεψης, “να παρακαμφθούν τα εμπόδια που έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της τουρκικής συμπεριφοράς και της παρουσίας του “Μπαρμπαρός” για να μπορέσουν να επαναρχίσουν οι συνομιλίες για το Κυπριακό».Μας αποκάλυψε επίσης ότι προφανώς στην Αθήνα θα δοθεί συνέχεια σε σχετικές επαφές επί του θέματος που είχε την περασμένη βδομάδα ο Έλληνας ομόλογος του Ευάγγελος Βενιζέλος στη Άγκυρα, όπου πήγε για να προετοιμάσει την επίσκεψη του Τούρκου Πρωθυπουργού στη Αθήνα. Στον ανταποκριτή της “Κ”, ο Κύπριος Υπουργός εξέφρασε επίσης την “απογοήτευση” του για τον ρόλο της Ουάσινγκτον αναφορικά με το θέμα, αφού η τελευταία υιοθέτησε ουσιαστικά τον εκβιασμό της Άγκυρας και των κανονιοφόρων της, για ενσωμάτωση στην ατζέντα των λεγομένων συνομιλιών στη Κύπρο και του θέματος της 50:50 μοιρασιάς των υδρογονανθράκων
Προτού καταθέσω την γνώμη μου για τις “προσδοκίες” του κ. Κασουλίδη αναφορικά με τον ρόλο της Ελλάδας, ας μου επιτραπούν δυο λόγια αναφορικά με τον ρόλο της Ουάσινγκτον. Προφανώς ο κύπριος αξιωματούχος εξέφρασε την δυσαρέσκειά του μέσω της διπλωματικής οδού. Συνήθως κάτι τέτοιο γίνεται με “παράλληλες” ενέργειες. Ο ΥΠ.ΕΞ. καλεί τον Πρέσβη, στη περίπτωση τον κ. Κόνινγκ, και του διαμαρτύρεται προφορικά ή και με διακοίνωση, ενώ ταυτόχρονα εντέλλεται και ο κύπριος πρέσβης στην Ουάσινγκτον να κάνει αντίστοιχες παραστάσεις στο αμερικανικό ΥΠΕΞ. Αν το ζήτημα είναι ζωτικό, που για την Κύπρο το συγκεκριμένο είναι,  τότε χρειάζονται επαφές σε υψηλότερο επίπεδο. Δεν γνωρίζω τι είπε στον  Κόνινγκ ο Κασουλίδης. Αλλά με την ευκαιρία ελπίζω να του έκανε και την “πουλάσκα” του αναφορικά με τον πρωταγωνιστικό του ρόλο και του ομολόγου του, αμερικανού πρέσβη στο στο Τέλ Αβίβ  (σε συνεργασία και με τη εταιρεία Ντέλεκ που έκανε και τον χουβαρδά με τα έξοδα) να διευθετήσει σε χρόνο μηδέν την πραξικοπηματική παρουσία εκπροσώπου του κατοχικού καθεστώτος σε συνέδριο για την ενέργεια, που έγινε πρόσφατα στο Ισραήλ και στο οποίο συμμετείχε και η Κύπρος. Και όλα αυτά έγιναν πίσω από την πλάτη του κράτους που τον φιλοξενεί. (Η συνωμοσία αυτή άφησε έξω τον Πρέσβη του Ισραήλ στη Κύπρο για να μην τον “εκθέσει” έναντι της Λευκωσίας, όμως το Ισραηλινό ΥΠ.ΕΞ. συνεργάσθηκε για τα σχετικά, κατόπιν “παρακλήσεως”).
 
Αναφέρω το περιστατικό αυτό γιατί είναι δηλωτικό των προθέσεων του έντιμου κ. Πρέσβη που, μαζί με τον παρακοιμώμενό του Εγγλέζο και τον νεοφερμένο Νορβηγό Αϊντα, νομίζουν ότι με τους υδρογονάνθρακες έχουν ανακαλύψει την ταχυνόπιττα. Βλέπουν δέντρα και νομίζουν ότι εκεί βρίσκεται και το δάσος. Και έχουν έτσι καταντήσει νεροκουβαλητές στον μύλο των ισλαμιστών της Άγκυρας.
 
Ως προς τις προσδοκίες του ΥΠ.ΕΞ. Κασουλίδη αυτές βασίζονται (α) είτε στην παραδοχή ότι ανεξάρτητα του επιπέδου των διμερών σχέσεων, η Αθήνα έχει τέτοιο κύρος διεθνώς αλλά και τόσο ειδικό βάρος με την Άγκυρα ώστε να μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις της ή  (β) ότι στην παρούσα φάση οι διμερείς σχέσεις των δυο κρατών είναι εξαιρετικές ή δυνητικά τέτοιες και ότι διανοίγονται προοπτικές συνεργασιών ανάμεσα τους ώστε η Άγκυρα να δείξει “καλή θέληση”, αφού θα προσδοκεί σε μελλοντικά οφέλη και συναφείς συνέργειες.
 
Κατ’ εμέ καμία από τις δυο παραδοχές δεν ισχύει. Θα χρησιμοποιήσω ένα παλιό παράδειγμα αλλά  άμεσα επίκαιρο, προς επίρρωσιν. Τις τελευταίες μέρες ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι με τον “Βάρβαρο”, όπως αρέσκομαι να ονομάζω το τουρκικό πειρατικό, να περιφέρεται και να προκαλεί απροκάλυπτα μέσα στην κυπριακή ΑΟΖ , η Αθήνα έπρεπε να αναβάλει, τουλάχιστον, την προγραμματιζόμενη επίσκεψη Νταβούτογλου σε  ευθύτερο χρόνο. Αλλά γιατί να το πράξει; 
 
Η Αθήνα δεν διέκοψε διπλωματικές σχέσεις με την Άγκυρα ούτε τις μαύρες μέρες του Αυγούστου του 1974, αφού είχε πέσει η χούντα, αφού είχε αποκατασταθεί η δημοκρατία και αφού η Άγκυρα καταπάτησε κάθε συμφωνία κατάπαυσης πυρός και εξαπέλυσε την “δεύτερη” εισβολή, ενώ διεξάγονταν συνομιλίες στην Γενεύη. Αυτός και  αν είναι ο ορισμός της φράσης “κακή πίστη”.  Δεν διέκοψε σχέσεις τότε, μας λέγανε, για να υπάρχουν “κανάλια επικοινωνίας”. Ως εάν οι εχθροί, δεν μιλάνε μεταξύ τους όταν χρειάζεται ή πρέπει. Ας ρωτήσουν τους Ισραηλινούς και τους Άραβες. Τους Αμερικανούς και τους Κουβανέζους. Ή σήμερα τους Ισραηλινούς με τους Ιρανούς. Το επιχείρημα  της “ανάγκης για επικοινωνία” με τον αντίπαλο ήταν, είναι και παραμένει ένα έωλο επιχείρημα.
 
Ωστόσο παρασύρθηκα , διότι  το παράδειγμα που πραγματικά ισχύει για την Ελλάδα δεν είναι αυτό με την Κύπρο, παρότι θα έπρεπε. Είναι αυτό του “casus belli” που διατύπωσε η ´Αγκυρα από τον Φεβρουάριο του 1975 κατά της  Ελλάδας και που ισχύει μέχρι σήμερα και που θα συνεχίζει να ισχύει, αφού θα έχουμε δει τον Αχμέτ (γνωστό επίσης και ως ο κ. “Μηδενικά Προβλήματα με τους Γείτονες”) να χαριεντίζεται με Σαμαρά και Βενιζέλο στην Αθήνα. Με τη “απειλή πολέμου” του 1975,  η ´Αγκυρα απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο, αν διεκδικήσει δικαιώματα της στο Αιγαίο κατοχυρωμένα από το εθιμικό και διεθνές δίκαιο. Παρά τις πολλαπλές παρασκηνιακές προσπάθειες που έχουν γίνει η ´Άγκυρα αρνείται πεισματικά αλλά και επιδεικτικά να άρει την “απειλή πολέμου”  κατά της Ελλάδας. 
 
Έτσι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν λειτουργούν πλέον στην βάση της αμοιβαιότητας, που είναι “εκ των ων ούκ άνευ” για την εξυπηρέτηση κρατικών συμφερόντων και την ύπαρξη καλών διμερών σχέσεων, αλλά στη βάση μιας οιονεί απειλής. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που λειτουργεί κατευναστικά έναντι στην Άγκυρα εδώ και δεκαετίες. Δεν έχει η Αθήνα κανένα ειδικό βάρος να επηρεάσει αποφάσεις της Άγκυρας σε ζητήματα που ενδιαφέρουν τον κ. Κασουλίδη. Και εάν του προκύψει κάποια πρόταση για το θέμα του “Βάρβαρου” από από το δίδυμο Σαμαρά -Βενιζέλου και αφότου έχει αναχωρήσει ο κ. “Μηδενικά Προβλήματα με τους Γείτονες” από την Αθήνα, ας την μελετήσει, χωρίς όμως να ξεχνά και το ρητό με τους Δαναούς και τα δώρα τους.
 
Η Τουρκία μπορεί να φοβάται την Ελλάδα σε διακρατικό επίπεδο  και την φοβάται, διότι η Ελλάδα, όσα προβλήματα και να έχει,διαθέτει μια πολύ αξιόλογη πολεμική μηχανή. Και με όσα βλέπουμε στη Μέση Ανατολή, με μια Τουρκία να μην τολμά να τα βάλει με μια αιμάσσουσα Συρία και να ζητά αρωγή και στήριξη από το ΝΑΤΟ για να αισθάνεται “ασφαλής”, ένας πόλεμος με την Ελλάδα δεν θα είναι “περίπατος”. Στη Άγκυρα το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό και ξέρουν μέχρι πού να τραβήξουν το σχοινί. Την Ελλάδα όμως οι Τούρκοι δεν την υπολήπτονται. Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα που παραπέμπει και στον κάθε προπέτη Νταβούτογλου. Αυτό οφείλει να το γνωρίζει ο κ. Κασουλίδης, διότι η Κύπρος έχει τα δικά της εθνικά και κρατικά  συμφέροντα που πρέπει να υπερασπισθεί .
 
Η αρχή και το τέλος υπεράσπισης εθνικών και κρατικών συμφερόντων είναι η ύπαρξη συγκροτημένου κράτους που να λειτουργεί ως υποκείμενο μέσα στο διακρατικό σύστημα. Αδύναμα κράτη όπως η Κύπρος, (όχι “μικρά” διότι τέτοια δεν  υπάρχουν, αλλά αδύναμα) μπορούν να χρησιμοποιήσουν το διεθνές σύστημα για να διασφαλισθούν. Μπορούν να το πράξουν με θεσμικά όπλα, με συμμετοχή σε διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς, με συνασπισμούς, με συνεργασίες και συνέργειες. Και με την εκμετάλλευση συγκυριών και την ροή των πραγμάτων. Στη Ανατολική Μεσόγειο βρίσκεται υπό διαμόρφωση ένα καινούργιο μή νατοϊκό περιφερειακό σύστημα συνεργασίας και ασφάλειας, με την Κύπρο να είναι ένας καθοριστικός παίκτης. Ο   Υπουργός Κασουλίδης και το Υπουργείο του βρίσκονται στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Αυτές είναι που θα διασφαλίσουν την Κύπρο και τον λαό της. Όχι η μέσω Αθηνών ή Ουάσιγκτον “μεγαλοψυχία” του κάθε νταή της Άγκυρας.