08 Δεκεμβρίου 2014

Σούζαν Σάντλερ: «Οι αγορές δεν έχουν πεισθεί ότι θα τα καταφέρετε χωρίς το ΔΝΤ»

Η πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια του Τμήματος Ευρώπης του ΔΝΤ εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο χωρίς τη διαγραφή κάποιου μέρους του.«Η βιωσιμότητα του χρέους θα επιτευχθεί μόνο όταν η Ελλάδα και οι πιστωτές της κινήσουν όλους τους μοχλούς που την επηρεάζουν» λέει η Σούζαν Σάντλερ

Σούζαν Σάντλερ: «Οι αγορές δεν έχουν πεισθεί ότι θα τα καταφέρετε χωρίς το ΔΝΤ»
Χαλαρότερη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα προσαρμογής είναι απίθανο ότι θα ωφελήσει την Ελλάδα, σημειώνει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα» η Σούζαν Σάντλερ. Η πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια του Τμήματος Ευρώπης του ΔΝΤ και σήμερα αναλύτρια στο Center for International Governance Innovation (CIGI), που θα βρεθεί στην Αθήνα για να μιλήσει αύριο, Δευτέρα, στην εκδήλωση που συνδιοργανώνουν το ΙΟΒΕ, το CIGI και το γραφείο του Ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ, τονίζει ότι οι αγορές δεν έχουν πεισθεί πως η Ελλάδα θα υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που η ίδια έχει ανάγκη χωρίς την επιρροή του ΔΝΤ. Και προσθέτει ότι η κεντρική πρόβλεψη για την πορεία του ελληνικού χρέους σε ορίζοντα 5-10 ετών δεν μπορεί, με μεγάλη πιθανότητα, να θεωρηθεί βιώσιμη χωρίς τη διαγραφή κάποιου μέρους του υπάρχοντος δημοσίου χρέους.

Το 2013 γράψατε ένα άρθρο για τον ρόλο που διαδραμάτισε το ΔΝΤ στις εξελίξεις εστιάζοντας στο θέμα της βιωσιμότητας και της αναδιάρθρωσης  του ελληνικού χρέους και στις επιπτώσεις  για το Ταμείο. Πολλοί αναλυτές έχουν εκφράσει την άποψη ότι η αναδιάρθρωση  έπρεπε να είχε γίνει πολύ πριν από το 2012 καθώς με τον τρόπο αυτόν θα είχαν αποφευχθεί τα επακόλουθα υπεραισιόδοξων προβλέψεων και άλλων σφαλμάτων. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

«Η δική μου προσέγγιση είναι λίγο διαφορετική. Το ΔΝΤ θα έπρεπε να είχε επιμείνει θέτοντας ως προϋπόθεση για την παροχή χρηματοδότησης στο ελληνικό πρόγραμμα την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του χρέους προς τον ιδιωτικό τομέα πριν από το τέλος του 2010. Με τον τρόπο αυτόν θα είχε διασφαλιστεί ότι οι ιδιώτες πιστωτές θα επωμίζονταν ένα εύλογο μέρος του βάρους, ως επακόλουθο του σφάλματός τους να δανείσουν υπερβολικά την Ελλάδα πριν από το 2010. Σε μια τέτοια περίπτωση και υπό τις επιπρόσθετες και εξαιρετικά σημαντικές παραδοχές ότι η Ελλάδα θα εξάλειφε το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμά της και θα προέβαινε σε μεγάλης κλίμακας ιδιωτικοποιήσεις, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στις αγορές υπηρεσιών και στον δημόσιο τομέα, η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε ανακάμψει αρκετά ταχύτερα».

Σήμερα περισσότερο από το 85% του ελληνικού χρέους βρίσκεται στα χέρια επίσημων δανειστών. Θα λέγατε ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο σε μεσοπρόθεσμο ως μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα ή θα χρειαστούν πρόσθετες παρεμβάσεις; Αν πράγματι χρειαστούν, τι είδους θα έπρεπε να είναι;

«Μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων φαίνεται να είναι ευρέως αποδεκτή η εκτίμηση ότι η κεντρική πρόβλεψη για την πορεία του ελληνικού χρέους σε ορίζοντα 5-10 ετών, μια πρόβλεψη βασισμένη σε συντηρητικές παραδοχές για την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο και τις ενδεχόμενες ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη με μεγάλη πιθανότητα. Κατά συνέπεια, οι εναπομείναντες πιστωτές της Ελλάδας αντιμετωπίζουν δύσκολες επιλογές, καθώς η μετάβαση σε μια βιώσιμη πορεία χρέους απαιτεί δράσεις σε πολλά μέτωπα. Η βιωσιμότητα του χρέους θα επιτευχθεί μόνο όταν η Ελλάδα και οι πιστωτές της κινήσουν όλους τους μοχλούς που την επηρεάζουν. Αυτοί είναι οι δομικές μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας, παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν ότι θα μπορεί αξιόπιστα να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά ακόμη χρόνια, επαρκής ανακεφαλαιοποίηση και εποπτεία των τραπεζών που θα τους επιτρέψει να δραστηριοποιηθούν ξανά στην ενεργό χρηματοδότηση επενδύσεων, χωρίς να διακινδυνεύσουν την κεφαλαιακή τους θέση, και αναδιάρθρωση του χρέους, συμπεριλαμβανομένης της διαγραφής κάποιου μέρους του υπάρχοντος δημοσίου χρέους. Αν δεν επιτευχθεί ουσιαστική πρόοδος και στις τέσσερις αυτές κατευθύνσεις, το ελληνικό χρέος δεν θα καταστεί βιώσιμο».

Πριν από λίγους μήνες η Ελλάδα κατάφερε με επιτυχία να βγει στις αγορές. Εν τούτοις, μόλις έγινε γνωστό ότι  θα προτιμούσε μια «καθαρή έξοδο» από το πρόγραμμα στήριξης, οι αγορές αντέδρασαν αρνητικά και τα spreads αυξήθηκαν. Πού αποδίδετε αυτό το γεγονός; Σε έλλειψη εμπιστοσύνης ή σε ελλιπή εφαρμογή του προγράμματος;

«Αυτές οι αντιδράσεις των spreads στις εξελίξεις και στις ανακοινώσεις κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους αποτελούν μια καθαρή ένδειξη ότι οι αγορές ακόμη δεν έχουν πεισθεί πως η Ελλάδα θα υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις εκείνες τις οποίες η ίδια έχει ανάγκη χωρίς την επιρροή του ΔΝΤ. Η κοινωνική αποδοχή για τις μεταρρυθμίσεις, η οποία διαμορφώνεται όταν μια κρίσιμη μάζα παρεμβάσεων αρχίζει να φέρνει θετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί στη χώρα. Σε κάθε πρόγραμμα προσαρμογής και μεταρρύθμισης υπάρχει ένα σημείο καμπής. Η Ελλάδα απλώς δεν έχει φτάσει ακόμη σε αυτό το σημείο».


Οι μεταρρυθμίσεις και η ανάπτυξη
«Η αποχώρηση του Ταμείου δεν θα σας ωφελήσει»


Στο άρθρο που γράψατε το 2013 αναφερθήκατε σε πολιτικές πιέσεις οι οποίες ασκήθηκαν στο ΔΝΤ προκειμένου το Ταμείο να «καθυστερήσει τη λήψη μέτρων για την επίλυση της κρίσης». Ωστόσο, σήμερα το ΔΝΤ φαίνεται διατεθειμένο να παραμείνει στην Ελλάδα, παρότι η Αθήνα έχει εκφράσει την επιθυμία της να μη λάβει τις υπόλοιπες δόσεις από το Ταμείο, ενδεχομένως χρησιμοποιώντας μια ευέλικτη Γραμμή Πίστωσης που θα λειτουργήσει παράλληλα με μια ενισχυμένη Γραμμή Πίστωσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης. Ποια είναι η γνώμη σας;

«Η Ελλάδα δεν έχει ακόμη υλοποιήσει μια κρίσιμη μάζα μεταρρυθμίσεων και συνεπώς δεν έχει ακόμη επιτύχει τις αντίστοιχες οικονομικές επιδόσεις που θα αποτελούσαν μια στέρεα βάση για τη μετάβαση σε μια ευέλικτη Γραμμή Πίστωσης (FCL). Προτού οι προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, στη βάση αξιόπιστων και συντηρητικών παραδοχών, αποτυπώσουν επιστροφή σε ανάπτυξη αρκετά ισχυρή για την αποφασιστική μείωση της ανεργίας και τη στήριξη της βιωσιμότητας του χρέους, το να σηματοδοτείται χαλαρότερη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα προσαρμογής είναι απίθανο ότι θα ωφελήσει την Ελλάδα».

Παρά τα πρώτα σημάδια ανάπτυξης, φαίνεται ότι οι ιδιώτες επενδυτές είναι ακόμη επιφυλακτικοί απέναντι στην Ελλάδα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Θα έπρεπε να αποδοθεί στο ότι το υψηλό χρέος υπονομεύει την ανάπτυξη; Στην αργή υλοποίηση των δομικών μεταρρυθμίσεων; Ή αντανακλά ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας είναι ακόμη εύθραυστη;

«Ολοι αυτοί οι παράγοντες είναι σημαντικοί. Ολα αυτά τα προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου η ελληνική οικονομία να επανέλθει σε ισχυρή ανάπτυξη, ικανή να δημιουργήσει απασχόληση για το εργατικό δυναμικό της χώρας και να στηρίξει την ευημερία των Ελλήνων».