24 Δεκεμβρίου 2013

Αναζητώντας τα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού Ο ελληνικής καταγωγής αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης «έφυγε» στα 84 του

Τα φτερωτά λιοντάρια που είδε να στολίζουν τους νεκρικούς θαλάμους της 3ης χιλιετίας π.Χ., στο Τουρκμενιστάν συνοδεύουν από χθες τον Βίκτορα Σαρηγιαννίδη στους ουρανούς.
Ο Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης επί το έργον
Ο Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης επί το έργον Ο σπουδαίος ελληνικής καταγωγής αρχαιολόγος από την Τασκένδη, που ακολουθούσε τα βήματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην κεντρική Ασία ανακαλύπτοντας πραγματικούς θησαυρούς, άφησε χθες την τελευταία του πνοή στη Μόσχα. Ηταν 84 ετών.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην τότε Σοβιετική Ενωση, σπούδασε και εργάστηκε εκεί, ενώ η ψυχή του ήταν πάντα στην Ελλάδα. Κι ας μην ήξερε καλά να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα. Αναζητούσε όμως τα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τα βάθη της κεντρικής Ασίας, σκάβοντας στο σημερινό Αφγανιστάν και το Τουρκμενιστάν μέχρι και το Ουζμπεκιστάν. Ηθελε να αποδείξει τις συγγένειες και τις επιρροές των ντόπιων από τον κρητομυκηναϊκό πολιτισμό, μέχρι και την ελληνιστική περίοδο.

Εγινε παγκοσμίου φήμης όταν επικεφαλής ρωσικής αρχαιολογικής αποστολής έσκαψε το 1978 στα βόρεια του σημερινού Αφγανιστάν, στα σύνορα με τη Ρωσία, στο Τιλιά Τεπέ, όπου άνθησε το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής για δύο αιώνες μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έφερε στο φως έξι βασιλικούς τάφους με 20.000 χρυσά κοσμήματα ελληνιστικής και υστεροελληνιστικής τεχνοτροπίας.

Τα χρυσά αυτά για μερικά χρόνια θεωρούνταν χαμένα από το Μουσείο της Καμπούλ και ο Σαρηγιαννίδης μόνος τα έψαχνε στις διεθνείς αγορές. «Οταν χάθηκαν τα δικά μου τα μαλαματένια, κανείς δεν συγκινήθηκε» μας είχε πει. Από την έρευνά του στην Κεντρική Ασία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα «πως όταν πήγε ο Μέγας Αλέξανδρος στην Ινδία συνάντησε κάμποσους Ελληνες. Διακόσια χρόνια πριν από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου υπήρχαν Ελληνες στην περσική αυλή, πολεοδόμοι, αρχιτέκτονες, γιατροί». Συνεπώς, ο ελληνικός πολιτισμός είχε περάσει χρόνια πριν στην Ασία.
 
Στην Καρακούμ
Τα τελευταία χρόνια μοιραζόταν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκμενιστάν, όπου συνέχιζε επί 30 συναπτά έτη για λογαριασμό της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών την ανασκαφή του στην έρημο Καρακούμ, σε ένα πελώριο ανάκτορο του Γκονκούρ (3ης χιλιετίας) στη Μαργιανή, με τους τάφους, τις αποθήκες, τις κατοικίες στρατιωτών και υπηρετών, αναζητώντας την αρχαία πόλη Γκονκούρ Τεπέ. «Στην έρημο του Καρακούμ πίστευαν ότι δεν είχε πατήσει ποτέ άνθρωπος», έλεγε ο Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης. «Πριν από τριάντα χρόνια αποφάσισα να δω αν αυτό αληθεύει και ανακαλύψαμε όχι μόνο την παρουσία του ανθρώπου, αλλά τον πέμπτο πολιτισμό του κόσμου. Πριν, ξέραμε τους πολιτισμούς της Κίνας, της Ινδίας, της Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας. Και τώρα γνωρίσαμε και τον πολιτισμό της Κεντρικής Ασίας, που είναι μια μικρή Μεσοποταμία. Σ' αυτά τα τριάντα χρόνια ανακαλύψαμε επτά ναούς και ένα καταπληκτικό ανάκτορο. Αυτό το ανάκτορο είναι πρωτότυπο κατά το σχέδιό του και είχε σχέση με τα ανάκτορα της Μεσοποταμίας και της Ελλάδας».

Δεν έσκαψε ποτέ σε ελληνικό έδαφος. Ελληνες συνάδελφοί του μάλιστα αμφισβητούσαν το επιστημονικό του κύρος, κάτι που δεν διανοούνταν να κάνουν κορυφαίοι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, καλώντας τον στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου για να δώσει διαλέξεις. Και πώς θα μπορούσε κανείς να τον αμφισβητήσει, όταν τα ευρήματά του σήμερα γεμίζουν ολόκληρα μουσεία και απλώνονται σε ατελείωτα στρέμματα οι ανασκαμμένοι και αναδεδειγμένοι αρχαιολογικοί χώροι από τη δική του σκαπάνη. Φύσει σεμνός και χαμηλών τόνων άνθρωπος, δεν μιλούσε παρά μόνο για όσα του αποκάλυπταν ύστερα από μελέτη ετών οι ίδιες οι αρχαιότητες. Ασχολήθηκε με την έρευνα πεδίου πάνω από μισό αιώνα και κάτω από δύσκολες συνθήκες (μέσα στην έρημο) και σχεδόν πάντα με χρήματα λιγοστά, αξιοποιώντας και την τελευταία δεκάρα.
 
Από το 1952
Η επιστημονική του πορεία για την αναζήτηση του ελληνικού πολιτισμού σε αφιλόξενα ασιατικά εδάφη ξεκίνησε το 1952, όταν αποφοίτησε από το Κρατικό Πανεπιστήμιο Κεντρικής Ασίας (Τασκένδη) και το 1961 έλαβε Master Αρχαιολογίας Εγγύς και Μέσης Ανατολής από το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Μόσχας. Το 1975 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Ιστορικής Επιστήμης της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, ενώ από το 1955 εργαζόταν στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (Μόσχα). Ηταν επίτιμο μέλος της Ελληνικής Ανθρωπολογικής Εταιρείας, μέλος της Αμερικανικής Εταιρείας Επιστημών (Ν.Υ.) και ισότιμο μέλος της Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων Ρωσίας.

Είχε τιμηθεί με την Ανώτατη Τιμητική Διάκριση «Μαχτουμκουλί» της Δημοκρατίας του Τουρκμενιστάν (2001), με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας (2002), με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, είχε ανακηρυχθεί Πρεσβευτής Ελληνισμού (1998), είχε τιμηθεί από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είχε λάβει δεκάδες άλλες τιμητικές διακρίσεις από ελλαδικά και ομογενειακά σωματεία και οργανώσεις.

Πλούσιο ήταν και το συγγραφικό του έργο. Είχε εκδώσει 20 βιβλία στα ρωσικά, τα οποία έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γιαπωνέζικα και ελληνικά. Περισσότερα από 200 άρθρα του δημοσιεύθηκαν σε έγκυρα διεθνή επιστημονικά περιοδικά.