22 Σεπτεμβρίου 2013

Οι κοτζαμπάσηδες τα προεπαναστατικά χρόνια

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
 
Το φαινόμενο του ελληνικού τοπικισμού έχει τις ρίζες του στα προεπαναστατικά χρόνια, τότε που οι προύχοντες των τοπικών κοινωνιών ρύθμιζαν τα ζητήματα που προέκυπταν σε αυτές με τους δικούς τους ανθρώπους στην κεντρική διοίκηση. Ήδη, στα δύο προηγούμενα τεύχη έχουμε σημειώσει ότι τόσο το Πατριαρχείο όσο και οι Φαναριώτες είχαν σε ολόκληρη τη διάρκεια του 17ου αιώνα εδραιώσει τη θέση τους στην κεντρική διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελέγχοντας ουσιαστικά κάθε πτυχή της ζωής των υπόδουλων ορθοδόξων. Η συνέργεια των τοπικών αρχόντων με τους ομοθρήσκους τους στο Πατριαρχείο αλλά και στη φαναριωτική αριστοκρατία θα αποβεί ιδιαιτέρα συμφέρουσα και εποικοδομητική για όλους αυτούς. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια πραγματική κοινότητα Ρωμιών σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Οι ορθόδοξες αυτές κοινότητες διοικούνται από τους τοπικούς άρχοντες με τρόπο που να μη θίγονται τα βασικά συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 17ου αιώνα, αλλά και στις αρχές του 18ου, η αυτοκρατορία συγκλονίστηκε από πολεμικές συγκρούσεις, των οποίων η διάρκεια είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν έντονα δημοσιονομικά προβλήματα στο εσωτερικό της. Τότε φάνηκε επίσης η ανάγκη ριζικών αλλαγών στο φορολογικό σύστημα. Έτσι μπήκε σε άμεση εφαρμογή μια σειρά φοροεισπραχτικών μεταρρυθμίσεων, που ανέτρεπε ολόκληρο το προηγούμενο σύστημα συλλογής φορολογικών προσόδων. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών είχαμε τη σταδιακή κατάργηση της ενοικίασης των τιμαρίων (τσιφλικιών) με το σύστημα της ενοικίασης των φόρων.

Στην αρχή, ο θεσμός της ενοικίασης εφαρμόστηκε δοκιμαστικά για μικρά χρονικά διαστήματα για να καταργηθεί όταν διαπιστώθηκε ότι αυτή η μέθοδος είχε ως αποτέλεσμα να γίνονται πολλές αυθαιρεσίες - καταχρήσεις σε βάρος των φορολογούμενων πληθυσμών. Αντ’ αυτού προτιμήθηκε το σύστημα της ισόβιας εκμίσθωσης των φόρων. Η μέθοδος της ισόβιας μίσθωσης αποτέλεσε το βασικό εργαλείο συνεργασίας της κεντρικής διοίκησης με τις τοπικές εξουσίες. Έτσι, από το 1695 και δώθε, το πολιτικό κατεστημένο της Κωνσταντινούπολης ελέγχει όλους τους πλειστηριασμούς των ισόβιων εκμισθώσεων τις οποίες διαχειρίζεται με τη μεσολάβηση των προυχόντων των τοπικών κοινωνιών. Οι προύχοντες αυτοί ήταν που διασφάλιζαν τη συντεταγμένη συλλογή των φόρων. Αβίαστα γίνεται φανερή η αμοιβαιότητα συμφερόντων των τοπικών αρχόντων με τα πρόσωπα της κεντρικής διοίκησης.

Οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις περιλάμβαναν επίσης και ένα ποσό, το οποίο αναλάμβανε να πληρώσει ξεχωριστά η κάθε κοινότητα – ως σύνολο. Έτσι, η κοινότητα καθίσταται υπόλογος απέναντι στις φορολογικές υποχρεώσεις των μελών της. Με αυτό τον τρόπο ήταν υπεύθυνη και να ορίζει το ποσό που αναλογούσε σε κάθε μέλος της. Συνέπεια αυτών των αλλαγών στο φορολογικό ήταν να αμβλυνθούν οι κοινωνικές και θρησκευτικές διαφοροποιήσεις, όπως ακριβώς και οι διαφορές μεταξύ της υπαίθρου και των πόλεων.

Το ερώτημα που εύλογα μπορεί να τεθεί, είναι αν σε αυτές τις διαδικασίες ενοικίασης και είσπραξης των φόρων συμμετείχαν χριστιανοί ή όλη αυτή η διαδικασία ήταν αποκλειστική υπόθεση των Οθωμανών. Όπως ήδη γνωρίζουμε, πολλοί ήταν εκείνοι οι χριστιανοί οι οποίοι είχαν αναπτύξει στενές σχέσεις με την οθωμανική διοίκηση, έτσι που η απρόσκοπτη και ομαλή λειτουργία στη διαδικασία της είσπραξης των φόρων να μην είναι δυνατή δίχως τη διαμεσολάβησή τους. Αλλά και εκεί που οι κοινότητες διέθεταν ένα είδος «αυτονομίας», σχεδόν αυτοδίκαια τις φορολογικές υποχρεώσεις της κοινότητας τις αναλάμβαναν οι πιο πλούσιοι, οι οποίοι μέσα από αυτό τον ρόλο ενίσχυσαν τη θέση τους και τον έλεγχο στη διοίκηση των κοινοτήτων.
Με δυο λόγια, όλες αυτές οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε η αυτοκρατορία ανέδειξαν μια τάξη χριστιανών αρχόντων, οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στην ενοικίαση ή υπενοικίαση των φορολογικών προσόδων. Οι εύπορες αυτές χριστιανικές ομάδες ήταν που αναλάμβαναν επίσης να δανείζουν την κοινότητα προκειμένου αυτή να μπορεί να ξεπληρώσει εμπρόθεσμα τα φορολογικά της βάρη, όταν αδυνατούσε να ανταποκριθεί στη φορολογία. Στη συνέχεια, οι ίδιοι χριστιανοί δανειστές της κοινότητας αναλάμβαναν να δανείσουν διάφορα μέλη της κοινότητας που δεν μπορούσαν να πληρώσουν τον φόρο που τους αναλογούσε.

Όπως γίνεται φανερό, με το νέο σύστημα οι εύποροι χριστιανοί είχαν τον έλεγχο των κοινοτήτων μέσω της ασφαλούς και αποτελεσματικής μεθόδου του δανεισμού. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμμετοχή των εύπορων χριστιανών στη διοίκηση διαφόρων περιοχών ήταν έντονη και ισχυρή. Αυτοί οι κοτζαμπάσηδες – όπως τους αποκαλούσαν – σε περιοχές που ανήκαν στα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας ή σε ιερά ιδρύματα είχαν εξασφαλισμένη την έντονη παρουσία τους, αντίθετα με τις περιοχές που ήταν έντονο το μουσουλμανικό στοιχείο, όπου η δράση τους περιοριζόταν κατά πολύ. Οι κοτζαμπάσηδες πολλές φορές διορίζονταν από την οθωμανική διοίκηση κι άλλοι πάλι εκλέγονταν από τις ίδιες τις κοινότητες. Σε γενικές γραμμές, προκειμένου να ενδυναμώσουν με κάθε τρόπο την εξουσία τους, φρόντιζαν να αναπτύσσουν στενές και φιλικές σχέσεις με τις εκκλησιαστικές αρχές κάθε τόπου, καθώς φυσικά και με την κεντρική εξουσία. Την ίδια περίοδο και η Εκκλησία προσπαθεί από τη μεριά της ως νόμιμος εκπρόσωπος του συστήματος της κεντρικής εξουσίας να αποκτήσει άμεσα έρεισμα σε όσες περισσότερες κοινότητες της Βαλκανικής μπορεί.

Εδώ ας σημειωθεί ότι στον αγώνα για την κατανομή της εξουσίας αρκετές φορές η Εκκλησία συγκρούστηκε με εκπροσώπους των τοπικών κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται οξύτητες, έριδες και αντιπαραθέσεις. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτές οι αντιπαραθέσεις για την κατοχή και νομή της εξουσίας έφταναν στα άκρα, με αποτέλεσμα να πέφτουν στην κυριολεξία κεφάλια!

Κοντολογίς, για την «ευημερία του ραγιά» συνωστίζονταν διάφοροι εκκλησιαστικοί κύκλοι και ομάδες κοτζαμπάσηδων και Οθωμανών. Αυτές οι κυρίαρχες κάστες στην οθωμανική κοινωνία, έκτος από την είσπραξη φόρων, είχαν επίσης και την ευθύνη της διαφύλαξης του νόμου και της τάξης στις περιοχές τους. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις οι χριστιανοί κοτζαμπάσηδες από κοινού με τους μουσουλμάνους ομολόγους τους συνέπρατταν για την πάταξη της ληστείας από μέρους των χριστιανών κλεφτών.

Προκειμένου οι χριστιανικές ελίτ να εξασφαλίσουν τον ηγεμονικό τους ρόλο στις τοπικές ηγεμονίες, ήταν απαραίτητο να έχουν τον δικό τους άνθρωπο στην κεντρική οθωμανική διοίκηση, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη. Κάθε οργανωμένος κοτζαμπάσης είχε τον δικό του «Βεκίλη»(1) στην Πόλη, ο οποίος προσέτρεχε στους Φαναριώτες και στο Πατριαρχείο προκειμένου να προωθήσει τα αιτήματα του πελάτη του. Με αυτό τον τρόπο εδραίωναν τη θέση τους, έτσι που να μην μπορούν να τους αγνοήσουν ούτε οι πασάδες ούτε οι αγιάνηδες (δηλαδή οι άρχοντες μιας περιοχής). Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που η δύναμη των διάφορων Βεκίληδων ήταν τέτοια, ώστε να επεμβαίνουν ακόμα και σε ενδομουσουλμανικές διενέξεις μεσολαβώντας επιτυχώς για λογαριασμό ενός εκ των δυο αντιμαχόμενων μουσουλμάνων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κάστες των χριστιανών αρχόντων στον ανταγωνισμό τους για την εξουσία χρησιμοποιούσαν τους αρματολούς ως ένοπλες ομάδες πίεσης για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Πολλές δε φορές, η αμφισβήτηση ενός αρματολικιού από το άλλο είχε ως αποτέλεσμα σφοδρές ένοπλες συγκρούσεις. Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα οι Οθωμανοί αρχίζουν να προτιμούν τους αλβανικής καταγωγής μουσουλμάνους από τους χριστιανούς αρματολούς, πράγμα που γενικεύεται ιδιαίτερα αργότερα με τον περίφημο Αλή Πασά.

1.Ο Βεκίλης ήταν πολιτικό και θρησκευτικό αξίωμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πολιτικό αυτό αξίωμα έφεραν οι υπουργοί και ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι με την έννοια του αναγνωρισμένου πληρεξούσιου. Το θρησκευτικό αξίωμα έφερε ο Mέγας Πρωτοσύγκελος του Πατριαρχείου.