07 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η σκιά του/ Αγγελική Σπανού,

http://www.aftodioikisi.gr/mediafiles/2014/01/1_SpanouAg.jpg
Αποτάσσεσαι το μνημόνιο; Απεταξάμην. Ούτε, όμως, αυτό δεν αρκεί για να διεκδικήσει κάποιος με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ μια περιφέρεια ή έναν μεγάλο δήμο. Πρέπει να μην έχει «σκοτεινό παρελθόν», να μην καταγράφεται στο βιογραφικό του έστω και μία θετική ψήφος στους όρους κάποιας από όλες τις δανειακές συμβάσεις, που χρειάστηκαν λόγω μιας πραγματικής χρεοκοπίας, την ύπαρξη της οποίας εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει ένα σημαντικό κομμάτι του πολιτικού συστήματος.Με αυτό το κριτήριο, ναι ή όχι στο μνημόνιο, αποκλείστηκαν όλοι οι υποψήφιοι που ανήκαν στο ΠΑΣΟΚ μετά το ξέσπασμα της κρίσης ακόμη και αν σύντομα έφυγαν από το κόμμα τους. Αντίθετα, δεν υπήρξε πρόβλημα με υποψήφιους που συνδέονται με τους ΑΝΕΛ, αφού πρόκειται για βέρους αντιμνημονιακούς, ούτε με άλλους που έχουν τις περγαμηνές της κομματικής ορθοδοξίας αλλά κανένα εκτόπισμα σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας. Ένα πλέγμα παθήσεων που κρατούν τον ΣΥΡΙΖΑ εγκλωβισμένο σε αναχρονισμούς, δογματισμούς και αγκυλώσεις αναδείχθηκαν με την επιλογή υποψηφίων για τις αυτοδιοικητικές εκλογές στη διήμερη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής.
Η αξιωματική αντιπολίτευση δίνει τη μάχη των αυτοδιοικητικών εκλογών με όρους μνημόνιο/αντιμνημόνιο. Οι πολίτες περιμένουν λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητάς τους (σκουπίδια, ελεύθεροι χώροι, γραφειοκρατία κοκ) και ο ΣΥΡΙΖΑ τους υπόσχεται ότι θα έχουν τοπικούς άρχοντες με αντιμνημονιακό πάθος, για να πετύχουν τι; Πιθανώς ακόμη περισσότερες προσλήψεις στους ήδη υπερφορτωμένους με περιττό προσωπικό ΟΤΑ. Ενδεχομένως και ακόμη μεγαλύτερες σπατάλες σε δημοτικές εταιρείες-φαντάσματα που βουλιάζουν στα ελλείμματα και στα χρέη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προτάσσει το κριτήριο της πολιτικής ηθικής και της ιδεολογικής καθαρότητας για την επιλογή των υποψηφίων αλλά την ίδια ώρα δεν έχει κανέναν αξιακό ενδοιασμό να αδειάσει την Ελένη Πορτάλιου, που είχε αξιοπρεπέστατη παρουσία στο Δήμο Αθηναίων αλλά προφανώς κρίθηκε ως ακατάλληλη «εμπορικά» για να δώσει τη μάχη τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα εξουσίας.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ ίσως είναι ότι δεν έχει τη δυνατότητα να συγκινήσει και να εμπνεύσει δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις και να τις πάρει μαζί του για να συνθέσει μια πολιτική πραγματικότητα που δεν θα καθορίζεται από τους διαγκωνισμούς των συνιστωσών με την πλειοψηφία και από τις δυσκολίες προσαρμογής των τοπικών οργανώσεων σε όσα φέρνει η προοπτική της εξουσίας.

Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να προσελκύσει αξιόλογες προσωπικότητες εκτός μηχανισμών αλλά αναγκάζεται να ξύνει τον πάτο του κομματικού πιθαριού για να φτιάξει τα ψηφοδέλτιά του είναι άκρως εντυπωσιακό με την πολύ κακή έννοια. Αλλά είναι λογικό και αναμενόμενο γιατί πάρα πολλά από όσα συμβαίνουν στην αξιωματική αντιπολίτευση δεν βγάζουν νόημα και όταν βγάζουν πρόκειται για κάτι αρνητικό.

Πώς χωράει σε ένα κόμμα που διαβεβαιώνει ότι δεν «παίζει» με την ελληνική παρουσία στην ευρωζώνη η άποψη που διατύπωσε ο Π. Λαφαζάνης από το βήμα της Κεντρικής Επιτροπής;: «Τοποθετήσεις κεντρικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που κάνουν λόγο για απεχθές χρέος της τάξης του 5% και για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς είναι αυθαίρετες, βαθύτατα λαθεμένες και εκτός συλλογικών αποφάσεων, ενώ η αναφορά σε σχέδια Μάρσαλ παραβλέπει ότι αυτά τα σχέδια είχαν βαθύτατα αντιαριστερό προσανατολισμό και χρησιμοποιήθηκαν για τον αμερικάνικο έλεγχο της Δυτ. Ευρώπης και της Ελλάδας». Η πλειοψηφία/ηγεσία τολμά να πει τη φράση «ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί» ή παραμένει μια έννοια ταμπού που θα αποφεύγεται μέχρι τέλους;

Γιατί είναι απαράδεκτο να στηρίξει ο ΣΥΡΙΖΑ τον Μπουτάρη στη Θεσσαλονίκη; Εχουν κάποιον «προοδευτικότερο» να βάλουν απέναντι; Γιατί ο Κουρουμπλής και ο Μητρόπουλος έχουν θέση στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ο Μπόλαρης δεν έχει; Είναι περισσότερο ταυτισμένος με το πράσινο κατεστημένο; Και τι τρέχει με τον Κοτσακά; Εκφράζει το καλό ΠΑΣΟΚ κατά την αντίληψη του Αριστερού Ρεύματος, ενώ, αντίθετα, ο Οδυσσέας Βουδούρης εκφράζει το κακό ΠΑΣΟΚ; Δεν υπάρχει λογική πίσω απ όλα αυτά, μόνο εμπάθειες και αρτηριοσκλήρωση. Ενας απλοϊκός μανιχαϊσμός που ταυτίζει το μνημόνιο με το Κακό και το αντιμνημόνιο με το Καλό. Στο σημείο αυτό σταματάει η πολιτική ηθικολογία. Δεν δίνονται ορισμοί του Καλού και του Κακού για όσα προηγήθηκαν των μνημονίων και έφεραν τη χώρα στον οικονομικό γκρεμό και στην κοινωνική καταστροφή που ακολούθησε. Πολύ περισσότερο δεν δίνονται ορισμοί του Καλού και του Κακού σε όσα έπονται, με μνημόνια ή χωρίς. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεκαθαρίζει αν είναι κάτι καλό ή κακό η δημοσιονομική εξυγίανση αλλά αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι είναι κάτι ασήμαντο, που μπορεί και να παρακαμφθεί, εφόσον επανεκκινήσει η οικονομία και έρθει η ανάπτυξη από τον ουρανό –γιατί η άλλη λύση είναι να έρθει από τους Γερμανούς που μαζί με τα ευρώ βάζουν και τη λιτότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κόβει τις γέφυρες με τον πολιτικό ορθολογισμό και διολισθαίνει όλο και περισσότερο στον λαϊκισμό που δεν είναι πια μόνο επικοινωνιακή μανιέρα, είναι μια συνολική πολιτική στάση που υποκαθιστά την ιδεολογία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πορεύεται προς την εξουσία μοιράζοντας υποσχέσεις και φτιάχνοντας κλίμα. Δεν δουλεύει για μια σοβαρή/ρεαλιστική προγραμματική πρόταση και δεν θέλει να πατήσει στο έδαφος του πολιτικού πραγματισμού γιατί προτιμά την ευκολία των εύηχων συνθημάτων και της καλλιέργειας ψευδαισθήσεων.

Το παραμύθι με το μνημόνιο/αντιμνημόνιο βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες. Μετά από αυτό έρχεται η πραγματικότητα των σκληρών κανόνων της ευρωζώνης που έχουν ήδη συμφωνηθεί και θα ισχύσουν erga omnes, με τον πλέον αυστηρό τρόπο για τους πλέον υπερχρεωμένους. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει ότι μπορεί να τους παρακάμψει χωρίς να διακινδυνεύσει την ελληνική παρουσία στην ευρωζώνη θα πρέπει και να το αποδείξει, να πείσει με τα επιχειρήματά του ότι αυτό μπορεί να συμβεί ή, διαφορετικά, να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του.

Αλλά η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται πολύ μακριά από κάτι τέτοιο. Αναπαύεται στην ευκολία της μίας και μοναδικής αλήθειας, έχει όλες τις απαντήσεις, όμως μας λέει τις μισές, ξέρει πώς θα βγούμε από την τρύπα μας χωρίς να χτυπήσουμε και με ποιον τρόπο θα γίνει η ζωή μας καλύτερη χωρίς να αλλάξουμε εμείς αλλά μόνο οι άλλοι και τα άλλα. Όπως συνήθως συμβαίνει με τα ελληνικά κόμματα, δεξιά και αριστερά, προ και μετά χρεοκοπίας, vincere est totum.