07 Φεβρουαρίου 2014

«Tangentopoli»

http://corruzione.liberapiemonte.it/wp-content/uploads/sites/5/2012/02/corruzione.jpg
Του Δημήτρη Αρβανιτάκη*  «Tangentopoli» θα πει «πολιτεία της μίζας». Ο όρος φτιάχτηκε για να αποτυπώσει την καταιγίδα που ξέσπασε στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του 1990 και συμπαρέσυρε μέχρις εξαφανίσεως τα εξουσιαστικά πολιτικά κόμματα, μαζί με την «Πρώτη Ιταλική Δημοκρατία». Το σκάνδαλο των μιζών αποκάλυψε ένα πολύπλοκο δίκτυο συναλλαγών που υπάκουαν σε ένα σύστημα παράνομων κανόνων για την έκδοση των δημόσιων αποφάσεων οι οποίες υπαγορεύονταν από την απαίτηση μίζας. Η καταιγίδα ξέσπασε τον Απρίλιο του 1992, όταν μετά από έρευνες του δικαστή Αντόνιο ντι Πιέτρο συνελήφθη στο Μιλάνο ο Μάριο Κιέζα, στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, με την κατηγορία της μίζας. Ηταν η αρχή της επιχείρησης «Mani pulite» («Καθαρά χέρια»).
Ο Μπετίνο Κράξι, ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, πήρε αποστάσεις από τον κατηγορούμενο κι εκείνος, ως αντίδραση, άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι των αποκαλύψεων. Στα επόμενα χρόνια πάνω από 5.000 άνθρωποι, ανάμεσά τους τέσσερις πρωθυπουργοί και διακόσιοι βουλευτές, ανακρίθηκαν μόνο για υποθέσεις που αφορούσαν το Μιλάνο, «την πρωτεύουσα της μίζας», και αποκάλυψαν τη διαφθορά εκείνων ακριβώς των υπηρεσιών που ήταν υπεύθυνες για την αντιμετώπιση τέτοιων παραβάσεων… Πανικός παντού. Το 1994 και το 1996 ανάμεσα στους δεκάδες καταδικασμένους ήταν κεφαλές της οικονομικής αστυνομίας, πολιτικοί, επιχειρηματίες, δικαστές, δικηγόροι, υψηλόβαθμα στελέχη της διοίκησης…

Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της ιταλικής πολιτικής ζωής μετά την αποκάλυψη της «Tangentopoli» και την επιχείρηση «Καθαρά χέρια»; Βέβαια, η απόλυτη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στο επίπεδο των κομματικών σχηματισμών. Στις αρχές του 1993, ο Κράξι, βαρημένος με σκάνδαλα, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την ηγεσία του κόμματός του, αλλά η θύελλα δεν συνεπήρε μόνον το δικό του κόμμα: από τον πολιτικό χάρτη εξαφανίστηκαν μαζί η Χριστιανική Δημοκρατία, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και το Φιλελεύθερο Κόμμα. Στις εκλογές του 1992 και σε κείνες του 1994 αυτά τα κόμματα γνώρισαν τη συντριβή. Κερδισμένη στις πρώτες εκλογές η ξενοφοβική, ακροδεξιά και τάχα «αντισυστημική» Λέγκα του Βορρά, με το σύνθημα «Roma ladrona» («Ρώμη κλέφτρα») -αν και η διαφθορά έθαλλε επίσης στον βιομηχανικό Βορρά-, η οποία είδε το ποσοστό της να εκτοξεύεται από το 0,5% στο 8,5%. Σε εκείνες του 1994 κέρδισε θριαμβευτικά ο Μπερλουσκόνι, που εισήλθε στην πολιτική σκηνή με το ποδοσφαιροειδές κόμμα του «Forza Italia», ενώ οι νεοφασίστες (μεταλλαγμένοι από «Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα» σε «Εθνική Συμμαχία») σχεδόν τριπλασίαζαν τα ποσοστά τους (13,5% από 5,5%). Οι τρεις αυτοί σχηματισμοί θα επηρέαζαν καταλυτικά τις τύχες της Ιταλίας στα επόμενα είκοσι χρόνια. Ο διάσημος Ντι Πιέτρο αναμείχθηκε στην πολιτική, αρχικά υπό τη σκέπη της Κεντροαριστεράς και κατόπιν με το κόμμα που δημιούργησε, υπό τον εύγλωττο τίτλο «Ιταλία των αξιών», απορροφώμενος σταδιακά από το πολιτικό παιχνίδι.

Το άλλοτε πανίσχυρο Κομμουνιστικό Κόμμα, ο χαρισματικός ηγέτης του οποίου, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, είχε πεθάνει το 1984, δεν κατόρθωσε να παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο. Οχι μόνο επειδή αποδείχτηκε δευτερευόντως εμπλοκή και δικών του στελεχών (στις περιφέρειες που ήλεγχε), αλλά κυρίως επειδή βρισκόταν σε φάση μεταβατική. Τον Νοέμβριο του 1989, τρεις μέρες μετά την πτώση του Τείχους, κορυφαία στελέχη του, μέσα από ισχυρές αντιθέσεις και συγκρούσεις, άνοιγαν τη διαδικασία για τη μετεξέλιξή του: στο 20ό Συνέδριο, στο Ρίμινι, τον Φεβρουάριο του 1991, παρά την ισχυρή μειοψηφία και τη διάσπαση που ακολούθησε, το κόμμα θα μετονομαζόταν σε Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς, μπαίνοντας σε μια περιπέτεια αναζήτησης ταυτότητας, σε μια ραγδαία συντηρητικοποίηση.

Η ανάδειξη του πολυπλέγματος διαφθοράς δεν μπορούσε (και δεν θα μπορούσε) να σημάνει από μόνη της τη λύση του αδιεξόδου. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η πλήρης απαξίωση του πολιτικού κόσμου οδήγησε σε εμπέδωση του αισθήματος αποστροφής για την πολιτική ζωή και τους θεσμούς συλλήβδην. Οι δεκαετίες της ευμάρειας συνέβαλαν το δίχως άλλο στη διαδικασία της αποπολιτικοποίησης της κοινωνίας: το πράγμα, σε κοινωνικό επίπεδο και σε επίπεδο νοοτροπιών, δεν εκλαμβανόταν τόσο ως ήττα της πολιτικής και της κοινωνίας όσο ως απελευθέρωση από την πολιτική, ως αυτονόμηση της κοινωνίας από τη διαφθορά της πολιτικής. Το κίνημα του Μπέπε Γκρίλο έχει βαθιές ρίζες σε αυτές ακριβώς τις εξελίξεις. «Tangentopoli» στην Ελλάδα του 2014; Κανένας δεν αμφιβάλλει. Αλλά και κανένας δεν πρέπει να αμφιβάλλει ότι όποια «κάθαρση» και να επιχειρηθεί, το σύστημα, όπως ακριβώς έγινε και στην Ιταλία, μέσω οβιδιακών μεταμορφώσεων, θα αναπαραχθεί. Θα αναπαραχθεί και θα μετατραπεί σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ των ίδιων πολιτικών και οικονομικών εκφράσεων, συντείνοντας στην περαιτέρω αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας. Θα αναπαραχθεί, εφόσον «Βελανιδιές», «Ελιές» και «Μαργαρίτες» θα φυτρώσουν κι εδώ. Θα αναπαραχθεί αν η Ριζοσπαστική Αριστερά δεν συνδεθεί με την κοινωνία, αν δεν προβληθεί πειστικά ως δυναμική ανατρεπτική προοπτική, αν δεν δείξει την ταξικότητα της «διαφθοράς» και τη συγκαλυπτική διαδικασία της «κάθαρσης», αν δεν προβάλει έναν άλλον ηθικό κώδικα, ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής πολιτικής, μια άλλη πολιτική πρόταση. Η εγκατάλειψη της ιταλικής κοινωνίας από την Αριστερά και οι εκεί εξελίξεις μπορούν να είναι ένα στοιχείο σκέψης για μας. Πόσο μάλλον που η ελληνική Tangentopoli αποκαλύπτεται μέρα με την ημέρα μέσα σε ένα περιβάλλον όχι κοινωνικής «ευμάρειας», αλλά πλήρους καταστροφής και κατάρρευσης της κοινωνίας.
 ………………………………………………………………………
 * Ιστορικός