16 Φεβρουαρίου 2014

Χώρα χωρίς κυριαρχία

Του Χριστόδουλου Γιαλλουρίδη

  • Η Κύπρος δεν μπορεί να εγγυηθεί από μόνη της την κρατική της υπόσταση
  • Κύπριοι πολιτικοί και αναλυτές συζητούν για την κυριαρχία του αυριανού, ομοσπονδιακού, κράτους και συμφωνούν ότι στο κράτος αυτό αποδίδεται κυριαρχία, διαφωνούν όμως στο τι είδους κυριαρχία θα είναι αυτή, εσωτερική ή εξωτερική…
  • ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ πρόβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρεται στην απουσία συνομολογημένων προνοιών που να εγγυώνται την ασφάλεια του κράτους και του συνόλου των πολιτών από την πρωτογενή εξουσία της κρατικής δομής

Η συζήτηση που διεξάγεται εσχάτως, κυρίως στην Κύπρο, και που αναφέρεται ή αφορά στη διαπραγμάτευση που ήδη άρχισε για την διευθέτηση του Κυπριακού Προβλήματος, εστιάζεται, κυρίως στην κυπριακή δημοσιότητα, στην έννοια της κυριαρχίας. Κύπριοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και αναλυτές διαφόρων τύπων και επιπέδων συζητούν για την κυριαρχία του αυριανού, ομοσπονδιακού κράτους και συμφωνούν ότι στο κράτος αυτό αποδίδεται κυριαρχία, διαφωνούν όμως στο τι είδους κυριαρχία θα είναι αυτή, εσωτερική ή εξωτερική!

Η κυριαρχία είναι μία και ενιαία και είναι βασικό συστατικό γνώρισμα, «raison d’ ?tre», του μοντέρνου κράτους και παραπέμπει στην ικανότητα του κράτους ως δομής εξουσίας να κατοχυρώνει και να εγγυάται την ασφάλεια των πολιτών ως συλλογικού υποκειμένου και ως ατόμων. Αυτό ισχύει και για την εσωτερική ασφάλεια και για την άμυνα της χώρας. Το μοντέρνο κράτος εγκαθιδρύθηκε από τη Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας.

Η Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας συνομολογήθηκε το 1648, σηματοδοτώντας ουσιαστικά το τέλος των Τριακονταετών Πολέμων και διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τα πρώτα εθνικά κράτη της Ευρώπης. Η Βεστφαλική Συνθήκη δεν μετέβαλε μόνο την ισορροπία δυνάμεων στον ευρωπαϊκό χώρο ανάμεσα στα κράτη, αλλά επίσης δημιούργησε μια νέα τάξη στην εσωτερική τους δομή και στην άσκηση της εξουσίας. Σύμφωνα με τις αρχές της συνθήκης, «ο κόσμος συνίσταται από, και είναι χωρισμένος σε, κυρίαρχα κράτη, τα οποία δεν αναγνωρίζουν μιαν ανώτερη εξουσία πέραν αυτών».

Η εξουσία αυτή διακρίνεται σε εσωτερικές και εξωτερικές πτυχές. Η διάσταση που αναφέρεται στις εξωτερικές σχέσεις των κρατών ορίζει πως το κράτος ή η κυβέρνηση έχει ως αποστολή του να ασκεί την απόλυτη, ανώτατη και αποκλειστική πολιτική και νομική δικαιοδοσία εντός της επικράτειάς του. Απότοκος της Συνθήκης ήταν η εφαρμογή των αρχών της εδαφικής ακεραιότητας, της μη επέμβασης στα εσωτερικά προβλήματα ενός τρίτου κράτους, όπως και του σεβασμού της ισότητας μεταξύ των κρατών. Η εσωτερική διάσταση αναφέρεται στην αρχή της αποτροπής οποιασδήποτε επεμβατικής δράσης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών από άλλα κράτη.

Η αρχή της εδαφικής ακεραιότητας (territorial integrity) ορίζει πως ένα κράτος έχει συγκεκριμένη επικράτεια, έναν καθορισμένο χώρο άσκησης κυριαρχίας σε οριοθετημένα και σταθερά σύνορα. Η αυτονομία συνιστά μιαν ακόμη παράμετρο του Βεστφαλιανού μοντέλου κράτους, που εξηγεί την έννοια της αυτοδιάθεσης, όπου τα κράτη πλέον αποτελούν όχημα ανάπτυξης πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας εντός των συνόρων τους, διαχωρίζοντας σαφώς το εγχώριο ή εσωτερικό περιβάλλον από τη διεθνή σφαίρα ή το διεθνές σύστημα.

Η Συνθήκη Ειρήνης καθόρισε επίσης πως το κάθε κράτος στις εσωτερικές του υποθέσεις, δηλαδή στη δομή του, διατηρεί το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Η Ειρήνη λοιπόν αυτή, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, υπήρξε ορόσημο για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ιστορίας και τη θέσπιση των αρχών της αναγνώρισης, ισότητας, κυριαρχίας, εδαφικής ακεραιότητας, αυτονομίας κ.ά. Αυτές είναι οι αρχές του μοντέρνου κράτους, που ισχύουν μέχρι τις ημέρες μας.

Από τη Συνθήκη αυτή γεννήθηκαν και διατηρήθηκαν τα περισσότερα κράτη του δυτικού κόσμου μέσα από τις ξεχωριστές και μοναδικές διεργασίες και επαναστατικές μεταβολές που διαμόρφωναν κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες το ψηφιδωτό της Ευρώπης.

Όσον αφορά στη γέννηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα τελευταία πενήντα χρόνια, μπορούμε να παρατηρήσουμε αποκλίσεις σε σχέση με το μοντέλο των υπολοίπων κρατών της Ευρώπης, όχι μόνο το Βεστφαλιανό, αλλά και των εθνικών κρατών με τις συνεπαγωγές τους στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, τόσο για τα άτομα, ως φορείς αξιών και κουλτούρας, όσο και για τα ίδια τα κράτη. Η Κυπριακή Δημοκρατία γεννήθηκε εν τω μέσω της διαδικασίας αποαποικιοποίησης των αποικιοκρατούμενων λαών του κόσμου, όπου η ανεξαρτησία και η αυτονομία των λαών από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις αναγνωριζόταν ως jus cogens.

Η Κύπρος στη μακραίωνη ιστορία της αποτελούσε το μήλον της Έριδος των μεγάλων δυνάμεων ή των ανά καιρούς περιφερειακών ηγεμονικών κρατών, που επέβαλλαν την επεκτατική τους πολιτική στο νησί αυτό, λόγω της γεωπολιτικής του υπεραξίας, ευρισκόμενο μεταξύ τριών ηπείρων. Ως εκ τούτου, η Κύπρος γνώρισε αρκετούς κατακτητές -Φράγκους, Λουζινιανούς, Οθωμανούς, Βρετανούς-, οι οποίοι επιχείρησαν συστηματικά την προσάρτηση της νήσου προς εξυπηρέτηση των γεωστρατηγικών τους στοχεύσεων και της μεγιστοποίησης της ισχύος και της επιρροής τους στον εξαιρετικά κρίσιμο χώρο της Νοτιοανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου, γειτνιάζοντα με τη Μέση Ανατολή.

Επιβλήθηκε το Σύνταγμα, δεν το επέλεξε ο λαός…
Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ Δημοκρατία, ως μετα-αποικιακή δομή κράτους, δημιουργήθηκε το 1959/60 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου, οι οποίες ουσιαστικά καθόρισαν πέραν της θέσπισης του νέου κράτους και τη δομή και λειτουργία του. Υπογραμμίζεται πως το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας θεωρείται δοτό, με την έννοια ακριβώς πως ο λαός της Κύπρου δεν επέλεξε αυτόνομα και ανεξάρτητα το σύνταγμά του, αλλά επιβλήθηκε από έξωθεν παράγοντες, από εγγυήτριες δυνάμεις. Οι Συμφωνίες ίδρυσαν ένα τύποις ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, αφού η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ανταποκρινόταν σε θεμελιώδεις αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, όπως στην κυρίαρχη ισότητα των κρατών, στην έννοια της αυτοδιάθεσης των λαών και της ισότητας των δικαιωμάτων.

Πιο συγκεκριμένα, η Συνθήκη Εγγύησης και Συμμαχίας απέκλειε οποιαδήποτε ελεύθερη εκδήλωση εσωτερικής συνταγματικής πολιτικής, εξαιτίας του γεγονότος πως το δοτό σύνταγμα δεν μπορούσε να τροποποιηθεί, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των εγγυητριών δυνάμεων. Το Σύνταγμα αυτό, προϊόν διεθνούς διακανονισμού, στηριζόταν σε εξωτερικές ανάγκες τρίτων και όχι σε αυτές της κυπριακής κοινωνίας, είτε αφορούσαν στην πολιτική είτε στο συλλογικό υποκείμενο, δηλαδή στο σύνολο του λαού. Τα γεγονότα που ακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα με την τουρκική εισβολή και κατοχή εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, μαρτυρούν το ανισοζύγιο δυνάμεων, τις αντιθέσεις και τα τραγικά για τον Ελληνισμό σφάλματα του εν λόγω συντάγματος.

Το βασικό πρόβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας από τη γέννησή της αναφέρεται στην απουσία συνομολογημένων προνοιών που να εγγυώνται την ασφάλεια του κράτους και του συνόλου των πολιτών από την πρωτογενή εξουσία της κρατικής δομής. Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν και παραμένει, παρά τη διεθνή της αναγνώριση και τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς, ένα κράτος χωρίς κυριαρχία. Δεν μπορεί να εγγυηθεί από μόνη της την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια του πολιτικού της συστήματος, δηλαδή την κρατική της υπόσταση.

 Επαφίεται, σύμφωνα με τις πρωτοφανείς εγγυήσεις του 1960, στη βούληση τρίτων χωρών. Επομένως, αυτό που οφείλει κανείς να προσέξει ιδιαίτερα στη διαπραγμάτευση είναι, πέραν των εσωτερικών δομών του συντάγματος και των προνοιών για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εμπέδωση της αυτόνομης εξουσίας ενός κυρίαρχου κράτους απαλλαγμένου από εγγυήτριες δυνάμεις. Οι εγγυήσεις του 1960 απεδείχθησαν όχι μόνο παρωχημένες, αλλά και επικίνδυνες.

Η Κύπρος πρέπει να γίνει ένα κανονικό κράτος, που να έχει την ευθύνη για την ασφάλεια των πολιτών του ως συνόλου, να είναι σε θέση να συνομολογεί συμμαχίες με τρίτες χώρες και να υπερασπίζεται τα σύνορά του. Εάν επαναληφθεί το μοντέλο της Ζυρίχης σε ένα διζωνικό πλαίσιο, δηλαδή μία μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατία επί τα χείρω, τότε δεν δημιουργούμε ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, αλλά μια φινλανδοποιημένη ζώνη ή ένα προτεκτοράτο.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου