16 Φεβρουαρίου 2014

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ Ο νέος στόχος της ρωσικής πολιτικής

Με την «είσοδο» στη Μεσόγειο, ο Πούτιν φιλοδοξεί να δώσει στη Ρωσία την παγκόσμια γεωπολιτική ισχύ που είχε παλαιότερα η Σοβιετική Ενωση
Είναι ορθότερο να υιοθετηθεί απέναντι στη Ρωσία μια στάση που να συμβάλει στην εδραίωση ενός πλουραλιστικού διεθνούς συστήματος παρά μιας νέας ισορροπίας τρόμου
Η πρόσφατη παρέμβαση της Ρωσίας στις εξελίξεις για την επίλυση του Κυπριακού μόνον τυχαία δεν είναι. Πέρα από τις παραδοσιακές ρωσοκυπριακές σχέσεις και τη θέση της Ρωσίας για δίκαιη και διαρκή λύση του Κυπριακού, δείχνει για μία ακόμη φορά το ευρύτερο ενδιαφέρον των Ρώσων για τις εξελίξεις στην περιοχή, εξελίξεις που φυσικά συνδέονται και με το μέλλον των πρόσφατα ανακαλυφθέντων ενεργειακών πηγών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Λίγο καιρό πριν, την περίοδο των Χριστουγέννων, η ρωσική κρατική εταιρεία εκμετάλλευσης φυσικού αερίου, Soyuznefetgaz, σύναψε μια συμφωνία της τάξεως των 90 εκατ. δολαρίων με την κυβέρνηση Ασαντ για την εκμετάλλευση ορισμένων υπεράκτιων κοιτασμάτων της Συρίας. Κάποιοι έγκυροι αναλυτές ερμήνευσαν το γεγονός αυτό ως μια νέα κίνηση στήριξης του καθεστώτος Ασαντ.

Και χωρίς αμφιβολία υπάρχει και αυτή η διάσταση. Στην ουσία όμως η Συμφωνία αυτή αποτελεί μία ακόμη έκφραση της γενικότερης στρατηγικής της Ρωσίας να είναι δυναμικά παρούσα στο νέο ενεργειακό συσχετισμό δυνάμεων που δημιουργείται από την ανακάλυψη των κοιτασμάτων στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, σε μια χρονική περίοδο όπου η ενεργειακή ισχύς και πολιτική της Ρωσίας απασχολούν και την Ευρώπη και τις ΗΠΑ που σε κάθε ευκαιρία αναφέρονται στην ανάγκη «ενεργειακής απεξάρτησης» της Ε.Ε. από τη Ρωσία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πρόσφατα διορισθείσα υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Βικτόρια Νούλαντ, στην πρώτη δημόσια εμφάνισή της στο πολύ γνωστό Ινστιτούτο The Atlantic Council στην Washington μίλησε για την αναγέννηση των ευρω-ατλαντικών σχέσεων με επίκεντρο τα ενεργειακά ζητήματα.

Η σημερινή περίοδος χαρακτηρίζεται από τις σημαντικές μεταβολές που σειρά γεγονότων -όπως η Αραβική Ανοιξη, η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ-Αιγύπτου, οι εντάσεις στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις και οι διεργασίες και συζητήσεις γύρω από πιθανές εξελίξεις στο Κουρδικό με κινήσεις για αυτονομία ακόμα και κουρδικών περιοχών της Τουρκίας- επέφερε στις δομές του οικοδομήματος που είχε δημιουργηθεί μετά τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, στη Μεσόγειο και ειδικότερα στη Μέση Ανατολή. Μερικοί έγκυροι αναλυτές αναφέρθηκαν ακόμη και σε επαναχάραξη του χάρτη της Βορείου Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Σημαντική είναι εδώ η σχετική μελέτη του Αμερικανού ερευνητή Robin Wright.

Το Ισραήλ, ο Λίβανος, η Κύπρος και τώρα η Συρία έχει πλέον αποδειχθεί ότι διαθέτουν τεράστια ενεργειακά κοιτάσματα. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Γεωλογίας είχε υπολογίσει το 2010 ότι τα κοιτάσματα φυσικού αερίου ανέρχονται σε 120 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια, ενώ τα κοιτάσματα πετρελαίου σε 1,6 δισεκατομμύρια βαρέλια. Η περιοχή ξεκινά από το λιμάνι της Ταρσούς (όπου η Ρωσία έχει τη ναυτική της βάση), εκτείνεται κατά μήκος όλης της ακτής του Λιβάνου, του Ισραήλ και της Λωρίδας της Γάζας και από εκεί προς την Κύπρο. Βέβαια, στην περίπτωση του Ισραήλ υπάρχει σχετικά με τα κοιτάσματα μια άκρως ενδιαφέρουσα προϊστορία. Η πρώτη ανακάλυψη κοιτασμάτων έγινε το 2000 στα ανοικτά της Λωρίδας της Γάζας σε περιοχή όπου θεωρητικά ήταν στη δικαιοδοσία της Παλαιστινιακής Αρχής. Η βρετανική εταιρεία BC είχε υπολογίσει ότι το κοίτασμα ανερχόταν στο ένα τρισεκατομμύριο κυβικά πόδια. Το Ισραήλ όμως το 2001 σταμάτησε τις εργασίες μετά από μια παλαιστινιακή εξέγερση που έγινε τότε. Οταν η Χαμάς επικράτησε στη Γάζα το 2007, σταμάτησε εντελώς τις έρευνες και η βρετανική εταιρεία σταμάτησε τις διαπραγματεύσεις της και έκλεισε το γραφείο της στο Ισραήλ.

Από τότε ώς σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά. Το Ισραήλ, βλέποντας και τις μεταβολές στις τιμές ενέργειας διεθνώς, πράγμα που καθιστά την έρευνα και εξόρυξη πιο εύκολη, θεώρησε ότι μπορεί πλέον να έχει σημαντικά έσοδα από εξαγωγές του ενεργειακού του πλούτου και να αποκτήσει ενεργειακή ανεξαρτησία και γεωπολιτική ισχύ, πράγμα που σήμερα έχει ανάγκη.

Η Κύπρος θα ήθελε πέρα από παραγωγός να γίνει ένας ενεργειακός διαμετακομιστικός κόμβος στην περιοχή, εξάγοντας και μεταφέροντας φυσικό αέριο στην Ευρώπη και την Ασία. Στην ίδια περίπου λογική ο Λίβανος θα ήθελε να δει μέσα από την αξιοποίηση των κοιτασμάτων που του αντιστοιχούν την οικονομική του άνοδο, ενώ η Συρία που ως γνωστόν συνθλίβεται από τον εμφύλιο πόλεμο θα ήθελε μέσα από την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων που διαθέτει να δει μεταξύ άλλων και τη μείωση των εξαρτήσεων που η μέχρι σήμερα έλλειψη ενεργειακών πόρων της δημιουργεί.

Ομως όλες αυτές οι προθέσεις και διεργασίες αναπτύσσονται μέσα σε ένα μάλλον ρευστό από πλευράς ασφάλειας περιβάλλον. Ετσι δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το Ισραήλ ίσως περισσότερο από όλους βλέπει ότι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για το μέλλον του βρίσκονται στη... θάλασσα και όπως επισημαίνει ο δημοσιογράφος Christopher Dickey σε πρόσφατο σχετικό άρθρο του «...δεν θα ονομάζονται Υψώματα του Γκολάν, Δυτική Οχθη ή Σινά, αλλά Leviathan, Dalit ή Karish, από τα ονόματα των οικοπέδων φυσικού αερίου και πετρελαίου που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα...». Ετσι, είναι άξιες προσοχής και οι δαπάνες του Ισραήλ για αμυντικό υλικό και η διεξαγωγή κοινών στρατιωτικών ασκήσεων μεταξύ του Ισραήλ, της Ελλάδας και των ΗΠΑ για τρίτη συνεχή χρονιά. Δεν θα πρέπει να υποβαθμίζονται εδώ και οι διαρκείς και απαράδεκτες απειλές που συνεχώς δέχεται η Κύπρος από την Τουρκία, η οποία αποσκοπεί να παρεμποδίσει τις έρευνες και λοιπές εργασίες με απώτερο στόχο τον μερικό τουλάχιστον έλεγχο των ενεργειακών πηγών της Κύπρου.

Η Ρωσία όμως που παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις, αλλά και άλλες όπως π.χ. το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και μάλιστα συμμετέχει ενεργά στην εξεύρευση λύσεων που θα συνέβαλαν στην αποκλιμάκωση της έντασης και των κινδύνων που αυτή εγκυμονεί, κινείται με συγκεκριμένη στρατηγική, ιδιαίτερα μάλιστα αφού είναι η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο σε παραγωγή φυσικού αερίου με κοιτάσματα κυρίως στη Σιβηρία πέντε φορές μεγαλύτερα από αυτά της Μεσογείου.

Η εξήγηση της ρωσικής πολιτικής έχει κατά τους αναλυτές όπως η Keith Johnson δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά στο γεγονός ότι ο επί χρόνια ρωσικός έλεγχος των ευρωπαϊκών ενεργειακών πηγών αρχίζει να φθίνει. Η νέα τεχνική shale για την παραγωγη αερίου, τα κοιτάσματα της Κασπίας, οι ποσότητες του υγρού φυσικού αερίου και οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας έχουν αυτό το αποτέλεσμα. Ετσι η Ρωσία με την πιο δυναμική επανεμφάνισή της στη Μεσόγειο και την ανάμιξή της στα ενεργειακά ζητήματα φιλοδοξεί να ελέγξει τη μεσογειακή παραγωγή αερίου ώστε να μην πλήττονται τα δικά της ενεργειακά συμφέροντα. Ο δεύτερος αφορά στο γεγονός ότι με την «είσοδο» στη Μεσόγειο, ο Πούτιν φιλοδοξεί να δώσει στη Ρωσία την παγκόσμια γεωπολιτική ισχύ που είχε παλαιότερα η Σοβιετική Ενωση.

Ομως η ρωσική πολιτική στη Μεσόγειο πρέπει να προσεγγίζεται με σύνεση και όχι με ψυχροπολεμικές λογικές που δεν ωφελούν πια σε τίποτε. Αλλωστε η Ρωσία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε διεθνείς Οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και ο ΟΗΕ και μετέχει σε διεθνή σχήματα όπως οι G8 και οι G20 που επηρεάζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Ετσι είναι ορθότερο να υιοθετηθεί απέναντι στη Ρωσία μια στάση που να συμβάλει στην εδραίωση ενός πλουραλιστικού διεθνούς συστήματος παρά μιας νέας ισορροπίας τρόμου.
ENET.GR