07 Νοεμβρίου 2013

Ας κυβερνήσουν ανοιχτά οι δανειστές – Τι χρειάζονται κυβέρνηση και αντιπολίτευση;

http://www.aixmi.gr/wp-content/themes/aixmi2/timthumb.php?src=http://www.aixmi.gr/wp-content/uploads/2013/11/troika-eurokinissi-660_3_4-e1383262709159.jpg&h=260&w=660&zc=1&q=100
Η Realpolitik έχει πολλά πρόσωπα. Έχει συνέχεια μέσα στην Ιστορία, έχει εκφάνσεις παντού, από την καθημερινή λειτουργία της κοινωνίας και των θεσμών σε χαμηλό επίπεδο, μέχρι την καθημερινότητα της δράσης των ελίτ. Οι τρεις κύριοι πυλώνες της είναι (α) το αποστολικό “σκληρόν προς κέντρα λακτίζειν”, (β) η αποφυγή του χειρότερου, και (γ) η ιδέα ότι κάποιος πρέπει να γίνει δυσάρεστος για να περισωθεί από μια συλλογικότητα ό,τι μπορεί να περισωθεί μέσα στη φουρτούνα.

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Όταν ο ηγέτης των εβραϊκών γκέτο της Σιλεσίας Moses Merin, ένας από τους σκληρούς οπαδούς της Realpolitik απέναντι στους Ναζί, πιέστηκε το 1943 να δικαιολογήσει, σε μια από τις τελευταίες εφόδους της Γκεστάπο, γιατί συνεργάζεται με τους Γερμανούς και ετοιμάζει λίστες «εκτοπιστέων» ομοεθνών του, αφού βλέπει ότι οι Ναζί λένε ψέματα, ότι δεν μπορεί να τους εμπιστευτεί κανείς και ότι αν συνεχίσει να συνεργάζεται, όλος ο πληθυσμός του γκέτο κινδυνεύει με αφανισμό, απάντησε, όπως μας πληροφορεί ένας από τους πιο σοβαρούς ίσως μελετητές του Ολοκαυτώματος, ο Raul Hilberg (The destruction of the European Jews), ως εξής:  
«Είμαι μέσα σ’ ένα κλουβί, μπροστά σε μια νηστική και αγριεμένη τίγρη. Της γεμίζω το στόμα με κρέας, το κρέας των αδελφών μου, για να την κρατήσω μέσα, μην τυχόν βγει από εκεί και μας κάνει όλους κομμάτια». Λίγο αργότερα ο Merin, αφού πρώτα είδε την πλήρη αποτυχία της «ρεαλιστικής» του πολιτικής, συνελήφθη και μεταφέρθηκε μαζί με την οικογένειά του στο Auschwitz.

Ο Merin είναι η τυπική περίπτωση μιας ηγεσίας υπό πλήρη επιτήρηση από μια εξωτερική δύναμη, η οποία της έχει αναθέσει έναν άκρως δυσάρεστο ρόλο. Η πραγματική εξουσία αυτής της δοτής ηγεσίας ετεροπροσδιορίζεται και περιορίζεται στις τεχνικές λεπτομέρειες της υλοποίησης μιας αλλότριας βούλησης. Το μόνο νόημα που είχε για τους Γερμανούς αξιωματούχους της εποχής η περιορισμένη αυτή αυτοδιοίκηση ήταν η ομαλή εξόντωση των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης -όπου «ομαλή» εδώ σημαίνει απρόσκοπτη, χωρίς τριβές και εντάσεις.

Για την ηγεσία του γκέτο της Σιλεσίας, και πολλών άλλων εβραϊκών γκέτο στην Ανατολική και Δυτική Ευρώπη, η ίδια πάντα αυτοδιοίκηση νοηματοδοτήθηκε ως όπλο διαπραγμάτευσης απέναντι στους Ναζί, στην οποία κάποιοι αναγκαστικά έπρεπε να χαθούν, για να σωθούν οι υπόλοιποι. Η θεωρία του Μινώταυρου, απλώς με αντεστραμμένα ποσοστά.

Για το ποια από τις δύο νοηματοδοτήσεις της «αυτοδιοίκησης» τελικά επεκράτησε, το έχει δείξει η Ιστορία. Την οποία καλά θα κάνουν να μελετήσουν όχι τόσο οι αμετανόητοι του ναζισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο οι ηγεσίες που εμπλέκονται ή ετοιμάζονται να εμπλακούν μελλοντικά στην «αυτοδιοίκηση» της σημερινής και της αυριανής Ελλάδας.

Οι κατοχικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα – από το 1941 μέχρι το 1944 – ήταν κυβερνήσεις από «καθαρόαιμους» Realpolitiker. Ένα στρατιωτικό γεγονός που δεν μπορούσε να ανατραπεί άμεσα, η εισβολή και κατοχή της χώρας από εχθρικά στρατεύματα, δημιούργησε την ανάγκη «διαχείρισης» της κατοχής, για να αποφευχθούν, υποτίθεται, τα χειρότερα. Αυτό ήταν το βασικό επιχείρημα των κατοχικών κυβερνητικών αξιωματούχων, όταν αναγκάστηκαν μετά την απελευθέρωση να λογοδοτήσουν για τις επιλογές τους, δηλαδή για τη συνεργασία με τους κατακτητές.

Ότι τα χειρότερα – Κομμένο, Καλάβρυτα, Κλεισούρα, Δίστομο, ο ολοκληρωτικός σχεδόν αφανισμός των Εβραίων των ελληνικών περιοχών, και εκατοντάδες άλλα εγκλήματα πολέμου στη χώρα – τελικά δεν αποφεύχθηκαν, είναι γνωστό. Αλλά πάντοτε μπορεί κανείς να ισχυριστεί, και μάλιστα χωρίς να κινδυνεύει να διαψευστεί εμπειρικά, ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν ακόμη χειρότερα. Άλλωστε, στο λεξιλόγιο της εποχής εκείνης η «Νέα Ευρώπη» ήταν το όραμα, και η δημιουργία της Νέας Ελλάδας μέσα στη Νέα Ευρώπη, το σλόγκαν των κυβερνώντων και των εντολέων τους.

Το πρώτο επιχείρημα («πώς να τα βάλουμε με τους δυνατούς;») είναι διαχρονικό. Και οπωσδήποτε το πιο δύσκολο να αναιρεθεί. Η τύχη όσων «ανυπάκουων» τα έβαλαν με τους ισχυρούς και ηττήθηκαν, μιλά από μόνη της. Σε όλες τις εποχές και σε όλα τα καθεστώτα η έμπρακτη (λόγω ή έργω ή, ορισμένες φορές, διανοία) αμφισβήτηση της εξουσίας των αρχόντων, όταν δεν είναι γραφική και «συμβολική», έχει βίαιο και συχνά αιματηρό επίλογο. Από τον Ιησού μέχρι τον Τρότσκι και τον …Snowden, που μακάρι να τη γλιτώσει. Δεν ήταν μόνο ο Διονύσιος ο φιλόσοφος που δοκίμασε ανεπιτυχώς να ξηλώσει την τοπική σουλτανική φορομπηχτική εξουσία και το πλήρωσε ακριβά. Ούτε μόνον οι Σουλιώτες, που για ένα διάστημα κατάφεραν να την αμφισβητήσουν επιτυχώς, αλλά χάθηκαν στο Ζάλογγο και στον Αχελώο.

Όλα αυτά παραπέμπουν στο πάγιο αφήγημα των «φρονίμων» με το οποίο αμφισβητείται η δράση των «παλαβών» της Ιστορίας: Βασίλη μ’ κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης…. Μέχρι που έρχεται η στιγμή όπου η συμμόρφωση και η φρονιμάδα αντί να σε κάνουν νοικοκύρη, σε  σπρώχνουν στη ζητιανιά. Εκεί σταματά και η σοφία της Realpolitik. Και ακυρώνεται ο πρώτος πυλώνας του «ρεαλισμού», καθώς δεν είσαι εσύ πλέον που κλοτσάς τα καρφιά, αλλά αυτά που σημαδεύουν το πόδι σου.

Ακούγοντας κανείς σήμερα πολιτικούς που διαχειρίζονται τα τελευταία χρόνια τη συστηματική πτωχοποίηση της μεγάλης πλειονότητας των Ελλήνων, διαπιστώνει με θλίψη πόσο προσηλωμένο είναι το εκτελεστικό πολιτικό προσωπικό στο τεχνικό κομμάτι της διαδικασίας και πόσο παγερά αμέτοχο απέναντι στις συνέπειες που έχουν για εκατομμύρια πολίτες οι συμφωνίες «δάνειο υπό καθεστώς Μνημονίου» στις οποίες άμεσα ή έμμεσα εμπλέκεται. Τέτοιον ζήλο πολιτικών στη Realpolitik η δική μου γενιά δεν έχει ξαναζήσει.

Την ίδια στιγμή ο φόβος, πραγματικός και προστιθέμενος από τις αφηγήσεις των Μέσων, έχει κυριεύσει τις συνειδήσεις πολλών Ελλήνων, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να εκτιμήσουν ορθά ούτε τον κίνδυνο της Realpolitik, ούτε εκείνον της «σύγκρουσης» με τους πιστωτές. Με αποτέλεσμα προς το παρόν να μην υπάρχει μια ευδιάκριτη τάση είτε υπέρ της αποδοχής και της στήριξης του προγράμματος δραστικής εσωτερικής υποτίμησης, είτε υπέρ της απόρριψής του και της αναζήτησης άλλης λύσης.

Η οργή και ο θυμός από τις σαρωτικές και κατά κανόνα ζημιογόνες για πολλούς αλλαγές που συνδέονται με τη νέα τάξη πραγμάτων στη χώρα δεν έχουν μεταφραστεί ούτε σε εμφανή στήριξη του προγράμματος, έστω με σφιγμένα δόντια, ούτε σε εμφανή καταδίκη του με σφιγμένες γροθιές.

Αυτή τη στιγμή οι εκπρόσωποι των δανειστών επιτηρούν, ελέγχουν και απαιτούν πρόσθετες θυσίες και νέα θύματα. Είπαμε, κάποιος πρέπει να γίνει δυσάρεστος…Και η Ελλάδα των δωρεάν διοδίων για τους βουλευτές, πολιτικά μοιάζει να είναι παράλυτη. Ούτε η κυβέρνηση μπορεί να νιώθει ικανοποίηση από την ισχνή νομιμοποίηση που έχουν οι πολιτικές της στους πολίτες, αλλά ούτε και η αντιπολίτευση μπορεί να αισθάνεται υπερήφανη για την απήχηση της δικής της μελλοντικής λύσης.

Και οι δύο πλευρές βρίσκονται σε αμηχανία, παρότι οι αφηγήσεις τους αποκλίνουν αισθητά.
Όμως, ο πιο άχαρος από τους δύο ρόλους είναι αυτός της κυβέρνησης. Γιατί η πίεση από το εξωτερικό περιβάλλον – όχι, δεν πρόκειται για «λάθη» των δανειστών, αλλά για συνειδητή επιλογή επιβολής μιας άλλης οικονομικής και πολιτικής κουλτούρας στη χώρα, συμβατής με τις ανάγκες των «αγορών» – είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στους «ρεαλιστές» να συνδέσουν τη διαχείριση που κάνουν, με κάποια ελπίδα, με το περιβόητο φως στην άκρη του τούνελ. Και εδώ υπάρχει ένα ερώτημα: αφού βλέπουν ότι οι πιστωτές δεν τους αφήνουν περιθώρια να εμφανιστούν στο λαό ως κομιστές ελπίδας, γιατί συνεχίζουν να «κυβερνούν»;

Δεν έχω απάντηση στο ερώτημα αυτό, αλλά έχω να κάνω μια προτροπή στους Realpolitiker: αφήστε τους πιστωτές να διοικήσουν οι ίδιοι, να κάνουν οι ίδιοι τις λίστες διαθεσιμότητας, να πουλήσουν οι ίδιοι τη δημόσια περιουσία, να φορολογήσουν οι ίδιοι τις στάνες, να κουρέψουν οι ίδιοι τις καταθέσεις. Ζητήστε τους να σχηματίσουν οι ίδιοι κυβέρνηση, αντί να εισπράττετε διαρκώς ήττες στο πεδίο της «διαπραγμάτευσης».

Ας συμφωνήσει σ’ αυτό και η αντιπολίτευση, αφού βλέπει ότι το κοντέρ της αποδοχής της σταματά στο 21%, όπου τη μια βδομάδα προηγείται με μισό ποσοστό από το μείζον κυβερνητικό κόμμα, και την άλλη έρχεται δεύτερη, πάλι με μισή μονάδα διαφορά. Αν ούτε οι οπαδοί της Realpolitik μπορούν να πείσουν για τις επιλογές τους, ούτε και οι οπαδοί του “basta”, τότε είναι άχαρο να συμβιβάζονται και οι δύο με το ρόλο του εφαρμοστή οι μεν, και του ανώδυνου αμφισβητία οι δε.

Ας αφήσουν τους εμπνευστές του Μνημονίου να συμπέσουν με τους εφαρμοστές του. Μια αδιαμεσολάβητη ξενοκρατία θα απάλλασσε την κυβέρνηση από τον άχαρο ρόλο να προσποιείται ότι κυβερνά, αλλά και την αντιπολίτευση από τον όχι και τόσο κολακευτικό ρόλο του να αμφισβητεί, χωρίς να μπορεί να φέρει αποτέλεσμα.