29 Δεκεμβρίου 2014

Γκούντραμ Βολφ: «Χρειάζονται επενδύσεις για να γίνει βιώσιμο το χρέος»


Ο διευθυντής του ινστιτούτου Bruegel των Βρυξελλών, Γκούντραμ Βολφ, θεωρεί ότι ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ πρέπει να πάρει τολμηρά μέτρα για την τόνωση της ανάπτυξης
Το σχέδιο Γιούνκερ πρέπει να εστιάσει σε ριψοκίνδυνες επενδύσεις αν θέλει να τονώσει την ανάπτυξη, τονίζει μιλώντας στο «Βήμα» ο Γκούντραμ Βολφ. Ο διευθυντής του ινστιτούτου Bruegel των Βρυξελλών, μίας από τις σημαντικότερες δεξαμενές σκέψης στην Ευρώπη σήμερα, θεωρεί επίσης ότι χρειάζονται απαραίτητα μέτρα για την τόνωση του πληθωρισμού - κυρίως μέσω της ΕΚΤ - διότι σε διαφορετική περίπτωση η διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα είναι πολύ δύσκολη. Σε ό,τι αφορά δε τη στάση του Βερολίνου, ο κ. Βολφ σημειώνει ότι η έλλειψη ενός ισχυρού εταίρου λειτουργεί αποτρεπτικά ώστε η Γερμανία να αναλάβει το κόστος μείζονος σημασίας πρωτοβουλιών στην ΕΕ.

- Η ΕΕ και η ευρωζώνη μοιάζουν σαν να βρίσκονται σε ακινησία. Δεν διαφαίνεται κάποιος μείζων κίνδυνος στον ορίζοντα, ούτε όμως κάποια ουσιαστική αλλαγή. Τι θα πρέπει να αναμένουμε εντός του 2015 ώστε να εμφανιστεί μια αναζωογονημένη Ευρώπη;
«Καταρχήν, είναι απόλυτη ανάγκη να αποκατασταθεί το ύψος του πληθωρισμού κάτω αλλά κοντά στον στόχο του 2%. Ο χαμηλός πληθωρισμός ή ο αποπληθωρισμός καθιστά τη βιωσιμότητα του χρέους πολύ δύσκολο να επιτευχθεί, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με την προσαρμογή των σχετικών τιμών. Επιπλέον, η επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου για τον πληθωρισμό θα βοηθούσε στην απομόχλευση (deleveraging) του χρέους σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Ισπανία, ακόμη και στην Ιταλία ή την Ελλάδα. Για την επανεκκίνηση της ανάπτυξης, μια επενδυτική πρωτοβουλία αποτελεί βήμα προς την ορθή κατεύθυνση. Ωστόσο, το σχέδιο Γιούνκερ δεν είναι επαρκές, ειδικά ως προς το ύψος των κονδυλίων που προβλέπει, ενώ παρουσιάζει και έναν αριθμό διαρθρωτικών προβλημάτων».

- Οι πρόσφατες εξελίξεις με τους προϋπολογισμούς της Γαλλίας και της Ιταλίας έδειξαν για ακόμη μία φορά ότι στην ευρωζώνη μάλλον ισχύει ο κανόνας των «δυο μέτρων και δυο σταθμών». Πώς επηρεάζει αυτό την αξιοπιστία των νέων μηχανισμών δημοσιονομικής πειθαρχίας που έχουν υιοθετηθεί;
«Μιλώντας γενικά, χωρίς ανάπτυξη θα είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει σεβασμός στο πνεύμα των δημοσιονομικών κανόνων. Αυτοί θα πρέπει να προωθούν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, ενώ παράλληλα θα πρέπει να αφήνουν περιθώρια για αντικυκλικές οικονομικές πολιτικές (counter-cyclical policies), εφόσον η ύφεση επανακάμψει. Δεν είμαι βέβαιος ότι εφαρμόζονται "δυο μέτρα και δυο σταθμά". Η δημοσιονομική προσαρμογή είχε καθυστερήσει σε πολλές χώρες και επιπλέον, στις μεγάλες χώρες, η ταχύτητα της προσαρμογής αυτής έχει αξιοσημείωτες επιπτώσεις για όλους τους γείτονές τους».

- Τα κράτη-μέλη εμφανίζονται να αναμένουν από την ΕΚΤ την ανάληψη των απαιτούμενων πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαβουλεύσεις στην ΕΚΤ δείχνουν ότι υπάρχει αντίσταση σε τολμηρότερα μέτρα, όπως η ποσοτική χαλάρωση. Θα επαρκούσαν τέτοιου είδους μέτρα για την τόνωση της ανάπτυξης και της ζήτησης;
«Κατά τη διάρκεια του 2014 η ΕΚΤ ανέπτυξε ήδη έναν σημαντικό αριθμό εργαλείων νομισματικής πολιτικής. Σας υπενθυμίζω, μεταξύ άλλων, τα αρνητικά επιτόκια καταθέσεων, τα στοχευμένα μέτρα ρευστότητας των τραπεζών (Targeted Long-Term Refinancing Operations - TLTROs), καθώς επίσης τις αγορές καλυμμένων ομολόγων. Τα μέτρα αυτά όμως ήλθαν αργά και υπήρξαν μάλλον ταπεινά. Η καλύτερη επιλογή σε αυτό το στάδιο θα ήταν ένα πρόγραμμα αγοράς αξιών, που άρχισε πριν από μερικούς μήνες. Ωστόσο, με δεδομένο το περιορισμένο μέγεθός του και την αποπληρωμή των δανείων που έλαβαν οι τράπεζες της ευρωζώνης για διατήρηση της ρευστότητας (Long-Term Refinancing Operations - LTROs), ο τρέχων ισολογισμός της ΕΚΤ συρρικνώνεται. Θα ήταν επιθυμητό ένα μεγάλο πρόγραμμα αγοράς αξιών. Γνωρίζουμε πάντως λίγα πράγματα για την αποτελεσματικότητα τέτοιων προγραμμάτων. Θα ήθελα πάντως εμφατικά να πω ότι η τόνωση της ανάπτυξης και της ζήτησης αποτελεί και ευθύνη των κυβερνήσεων. Αυτό περιλαμβάνει τόσο τη δημοσιονομική πολιτική, σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά περιθώρια που υπάρχουν, όσο επίσης διαρθρωτικές αλλαγές που είναι εξίσου σημαντικές για την απελευθέρωση των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα».

- Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε πρόσφατα το σχέδιό της για τις στρατηγικές επενδύσεις. Είναι επαρκές κατά την άποψή σας; Και σε ποιους τομείς πρέπει να δοθεί έμφαση;
«Οπως σας προανέφερα, το σχέδιο αυτό είναι μια πρωτοβουλία σωστών προθέσεων. Σύμφωνα με ορισμένους πρόχειρους υπολογισμούς, οι ετήσιες επενδύσεις στην ΕΕ κινούνται αρκετά χαμηλότερα από τις μακροπρόθεσμες τάσεις, περίπου κατά 200 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Το σχέδιο Γιούνκερ, αν επιτύχει, θα αύξανε τις ιδιωτικές επενδύσεις μόνο κατά περίπου 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η ιδέα πίσω από το σχέδιο είναι να χρησιμοποιηθούν δημόσια κονδύλια ως εγγύηση για την απορρόφηση των πιθανών απωλειών ιδιωτικών επενδυτικών σχεδίων. Με τον τρόπο αυτόν, ορισμένες επενδύσεις που παλαιότερα δεν θεωρούνταν επαρκώς επωφελείς και ριψοκίνδυνες θα μπορούσαν να προσφέρουν κέρδη στους ιδιώτες επενδυτές. Αυτό όμως εγείρει μια σειρά ζητημάτων που θα είναι δύσκολο να επιλυθούν. Και το σημαντικότερο εξ αυτών είναι η ικανότητα της επιτροπής επιλογής να εντοπίσει νέα projects που δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί χωρίς επιδότηση. Για να είναι το πρόγραμμα επιτυχές, η Κομισιόν πρέπει να εστιάσει σε ριψοκίνδυνα επενδυτικά σχέδια. Επιπλέον, είναι κρίμα ότι μέρος των κονδυλίων αυτών αποσπάται από μέρη του κοινοτικού προϋπολογισμού τα οποία είναι φιλικά προς την ανάπτυξη. Με τον τρόπο αυτόν, τίθενται σε κίνδυνο δημόσιες υποδομές που ενσωματώνουν υψηλής ποιότητας έρευνα και ανάπτυξη».

- Η Γερμανία παραμένει διστακτική στην τόνωση των δαπανών και στην ανάληψη του «ηγεμονικού ρόλου» που δικαιολογείται από την ισχύ της. Τα εθνικά σχέδια για την τόνωση των επενδύσεων ακούγονται πολύ ταπεινά και η εξωτερική της πολιτική δεν είναι ακόμη συνεκτική. Συμμερίζεστε την άποψη ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν κατανοεί την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και δημοσίων επενδύσεων; Επίσης, πιστεύετε ότι το Βερολίνο αποφεύγει τις «διεθνείς ευθύνες» του, όπως ορισμένοι επισημαίνουν;
«Αυτά είναι ερωτήματα δύσκολα. Δεν είμαι επίσης βέβαιος ότι συμφωνώ με αυτές τις εκτιμήσεις. Αν και σίγουρα θα ζητούσα από τη γερμανική κυβέρνηση να κάνει περισσότερα, δεν είμαι πεπεισμένος ότι η δράση είναι αδύναμη λόγω ανυπαρξίας υπευθυνότητας. Αντίθετα, υπάρχουν διαφορές στην εκτίμηση τού ποια είναι τα βαθύτερα προβλήματα. Επιπλέον, η Γερμανία αισθάνεται ότι δεν διαθέτει έναν ισχυρό εταίρο με τον οποίο θα μπορούσε να επιτύχει συμφωνίες. Γενικότερα, η τρέχουσα συγκυρία είναι πολύ δύσκολη τόσο για τη Γερμανία όσο και για την ΕΕ».

- Το γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη αστάθεια τους τελευταίους 12 μήνες. Πώς αυτή η εξέλιξη επηρεάζει τις ευρωπαϊκές πολιτικές, ειδικότερα σε σχέση με τη Ρωσία;
«Η κρίση στη Ρωσία έχει προκαλέσει πολύ μεγάλη ανησυχία στην ΕΕ. Εχει επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη, στην ασφάλεια, καθώς επίσης στο εμπόριο και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Ελπίζω ότι σύντομα θα βρεθεί μια λύση καθώς αυτή η κατάσταση είναι πολύ κακή τόσο για τους ευρωπαίους όσο και για τους ρώσους πολίτες».