29 Δεκεμβρίου 2014

Το αέριο φέρνει ξανά τον 6ο Στόλο στη Μεσόγειο-«Ομπρέλα ασφαλείας» των ΗΠΑ με τη σταθερή παρουσία αεροπλανοφόρου

Το ελικο-πτεροφόρο «Mesa Verde» (αριστερά) και το καταδρομικό «Barry» του αμερικανικού ναυτικού σε ασκήσεις στη Μεσόγειο
Το αέριο φέρνει ξανά τον 6ο Στόλο στη Μεσόγειο
Την ενίσχυση της διπλωματικής αλλά και της στρατιωτικής παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο με σκοπό την προστασία των συμμάχων τους, αλλά και τη δημιουργία ενός περιφερειακού συστήματος ασφαλείας που θα επιτρέψει την έρευνα και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της περιοχής προτείνουν αμερικανικά think tanks. Σε μια περίοδο γεωστρατηγικών ανακατατάξεων, η Ουάσιγκτον θα πρέπει μεταξύ άλλων να εξετάσει σοβαρά την ουσιαστική «επιστροφή» του Εκτου Στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο, ακόμη και την άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κύπρο που χαρακτηρίζεται πλέον «στρατηγικός εταίρος».

Παράλληλα, από τις εκθέσεις προκύπτει προβληματισμός για τη μελλοντική στάση της Τουρκίας, η συμπερίληψη της οποίας κρίνεται μεν απαραίτητη για την υλοποίηση των αμερικανικών σχεδιασμών, θα πρέπει όμως να σέβεται ορισμένους κανόνες και να μην απειλεί συμμάχους της Ουάσιγκτον, όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Κύπρος και η Ελλάδα.


Τα παραπάνω συμπεράσματα προκύπτουν από τη μελέτη δύο αναλύσεων. Η πρώτη δημοσιεύθηκε από το Hudson Institute και έχει τίτλο «Ενέργεια: Η Στρατηγική Ευκαιρία της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο». Η δεύτερη φέρει τον τίτλο «Η Περιφερειακή Διάσταση του Αερίου της Ανατολικής Μεσογείου: Ενεργειακή Ασφάλεια, Σταθερότητα και ο ρόλος των ΗΠΑ» και δημοσιεύθηκε από τη Σχολή Πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αν κάποιος διαβάσει συνδυαστικά τις δύο μελέτες συμπεραίνει ότι η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στο Ισραήλ και στην Κύπρο, μελλοντικά δε ίσως στον Λίβανο και στα Παλαιστινιακά Εδάφη (ίσως και σε μια μεταπολεμική Συρία), αποτελεί ευκαιρία για οικονομική συνεργασία. Από την άλλη πλευρά όμως, συσσωρεύει και «εύφλεκτη ύλη» για πιθανή σύγκρουση, καθώς η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου «φιλοξενεί» δύο ιστορικές εστίες έντασης, την αραβοϊσραηλινή διένεξη και το Κυπριακό, ενώ δεν μπορεί να αγνοηθεί η δυναμική επανεμφάνιση της ισλαμικής τρομοκρατίας.

Αυτή η «εύφλεκτη ύλη» μπορεί να εντοπιστεί σε διάφορα σημεία. Δεν είναι μόνο οι σχέσεις Ισραήλ και Παλαιστινίων που βρίσκονται σήμερα σε κρίσιμη φάση. Μπορεί το Ισραήλ να αποφάσισε, έπειτα και από αμερικανικές νουθεσίες, να προχωρήσει εντός του 2014 σε συμφωνίες για την πώληση φυσικού αερίου προς τα Παλαιστινιακά Εδάφη (καθώς και προς την Ιορδανία) ώστε να τονώσει την οικονομική αλληλεξάρτηση, μετά τον τελευταίο πόλεμο στη Γάζα όμως η ατμόσφαιρα έχει επιβαρυνθεί και στο Ισραήλ επικρατούν εσχάτως «οι φωνές των σκληρών».

Παράλληλα, οι κινήσεις, σε επίπεδο κυρίως Ευρωπαϊκής Ενωσης, για αναγνώριση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους ενισχύουν τις απόψεις όσων στο Ισραήλ πιστεύουν ότι το φυσικό αέριο από το «Ταμάρ» και το «Λεβιάθαν» πρέπει να θεωρηθεί πριν από όλα ως ένα «κυρίαρχο όπλο» και όχι απλά ως εμπορικό προϊόν. Στις απόψεις αυτές βαρύνουσα σημασία διαδραματίζει επίσης η αστάθεια στην Αίγυπτο, αλλά και οι «δύσκολες σχέσεις» Ισραήλ - Λιβάνου.  

Σε ό,τι αφορά δε το Κυπριακό, η κατάσταση είναι γνωστή. Οι πρόσφατες κινήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), με την Αγκυρα να επιδιώκει τη συνδιαχείριση του αερίου, επιβεβαιώνουν τις προειδοποιήσεις περί πιθανής σύγκρουσης σύμφωνα με τους αμερικανούς αναλυτές. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η απόπειρα της Αγκυρας να αναδειχθεί σε ναυτική δύναμη στην περιοχή προκαλεί ανησυχία στις υπόλοιπες χώρες που κινούνται πλέον εξισορροπητικά (μέσω των τριμερών συνεργασιών Ισραήλ - Κύπρου - Ελλάδος και Αιγύπτου - Κύπρου - Ελλάδος). Ωστόσο και στις δύο μελέτες σημειώνεται ότι η στρατηγική αξία της Κύπρου για τα αμερικανικά συμφέροντα είναι ιδιαίτερα υψηλή και η αστάθεια πρέπει να αποφευχθεί.  

Η πραγματικότητα είναι ότι μετά την «επανάσταση του σχιστόλιθου» και τη μετατροπή των χωρών της περιοχής σε ενεργειακή υπερδύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν υπό διαφορετικό πρίσμα την Ανατολική Μεσόγειο και τις σχέσεις τους με τις χώρες της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου. Ωστόσο, η απόσυρσή τους θα ήταν λάθος, διότι οι ενεργειακοί πόροι μπορούν να λειτουργήσουν ως συνεκτικός ιστός για την ενίσχυση των στρατηγικών τους εταίρων (Ισραήλ, Ιορδανίας, Αιγύπτου, Κύπρου, Ελλάδος και - υπό προϋποθέσεις - Τουρκίας).

Μία από τις βασικές κινήσεις που πρέπει να κάνουν οι Αμερικανοί ώστε να προσφέρουν μια «ομπρέλα ασφαλείας» στους συμμάχους τους είναι η ενίσχυση της ναυτικής τους παρουσίας. Ο Εκτος Στόλος πρέπει να επανασυσταθεί για αυτό τον σκοπό. Πώς θα γίνει αυτό; Απαιτείται η σταθερή παρουσία αεροπλανοφόρου μαζί με συνοδευτικά σκάφη στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σήμερα, ο Εκτος Στόλος περιορίζεται σε ένα πλοίο Διοίκησης και Ελέγχου που σταθμεύει στην Ιταλία μαζί με ορισμένα σκάφη που φέρουν συστήματα Aegis και σταθμεύουν στην Ισπανία. Κατά καιρούς προστίθενται στη δύναμή του πλοία που κινούνται από το Γιβραλτάρ προς τη Διώρυγα του Σουέζ ή προς την αντίθεση κατεύθυνση. Η επανασύσταση δεν θα είναι εύκολη, καθώς σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν σε αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων έπειτα από μια δεκαετία εξαντλητικών πολέμων στη Μέση Ανατολή.  

Παράλληλα, απαιτούνται και κινήσεις μικρότερου βεληνεκούς που θα λειτουργήσουν επιβοηθητικά. Οι ΗΠΑ πρέπει να προχωρήσουν σε στρατιωτικές ασκήσεις, ενώ προτείνεται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση στη βάση της Σούδας (ή ακόμη και στην Κύπρο) πολεμικών σκαφών τύπου LCS για ναρκοπόλεμο ή και ανθυποβρυχιακό πόλεμο. Στη μελέτη του Hudson Institute συστήνεται επίσης η άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων προς τη Λευκωσία που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970, ενώ καλείται η Ουάσιγκτον να συνδράμει στην είσοδο της Κύπρου στον «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη», τον προθάλαμο του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, ένα περιφερειακό σύστημα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να συμπεριλάβει και χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία οι οποίες, λόγω και των οικονομικών τους συμφερόντων (οι εταιρείες Eni, Edison και Total αντιστοίχως έχουν συμβόλαια για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο) πρέπει να ενδιαφερθούν για τη σταθερότητα στην περιοχή.

Διπλωματία Ο ρόλος Τουρκίας και Ισραήλ
Οι στρατιωτικές κινήσεις δεν σημαίνουν παράβλεψη του διπλωματικού ρόλου των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον πρέπει να κινηθεί διαμεσολαβητικά τόσο στο Κυπριακό και στην αραβοϊσραηλινή διένεξη όσο και σε άλλα πεδία (π.χ. σχέσεις Ισραήλ - Λιβάνου ή Ισραήλ - Τουρκίας). Η αμερικανική ηγεσία καλείται επίσης να βρει τρόπο συμπερίληψης της Αγκυρας στους περιφερειακούς σχεδιασμούς, με διάφορους τρόπους. Και τούτο διότι στην Ουάσιγκτον φαίνεται να υπάρχει ανησυχία και για το ενδεχόμενο διεύρυνσης της ενεργειακής εξάρτησης της Τουρκίας από τη Μόσχα σε περίπτωση κατασκευής και νέου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου.

Στη μελέτη του Hudson Institute προσδίδεται και μια ιδεολογική διάσταση στην πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η Ουάσιγκτον (ίσως επειδή το εν λόγω think tank κινείται εγγύτερα στους Ρεπουμπλικανούς). Η διάσταση αυτή αφορά την ανάγκη υποστήριξης των «φιλελεύθερων δημοκρατιών» της περιοχής, δηλαδή του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ελλάδος. Πέραν της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει συστηματικά την προβολή της ναυτικής της ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, η μελέτη του αμερικανικού ινστιτούτου αναδεικνύει τον ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει η Ρωσία (σ.σ.: διατηρεί ναυτική βάση στην Ταρτούς της Συρίας, ενώ θα επιθυμούσε και τη δυνατότητα μεταστάθμευσης αεροσκαφών της στη βάση της Πάφου στην Κύπρο), ακόμη και στο Ιράν.