28 Ιουνίου 2014

Προς "αναμόρφωση" όλη η Μέση Ανατολή

Πρώτη προτεραιότητα του διεθνούς παράγοντα η αντικατάσταση του Μάλικι. Ορατή η προοπτική χάραξης νέων συνόρων στην περιοχή
Από τον Κώστα Ράπτη


Παγκόσμιος συναγερμός μπροστά στην προοπτική της συγκρότησης, για πρώτη φορά στα χρονικά, ενός οιονεί κράτους των τζιχαντιστών, στην εκτεταμένη επικράτεια που προκύπτει από τα σπαράγματα δύο διαφορετικών χωρών της Μέσης Ανατολής; Κάθε άλλο! Οι αντιδράσεις των σημαντικότερων διεθνών παικτών, αρχής γενομένης από τις ΗΠΑ, δέκα ημέρες μετά την κατάληψη της Μοσούλης από το «Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και την Ανατολή» (ISIS), βοηθούν να αποσαφηνιστεί αυτό που πραγματικά διακυβεύεται στην περιοχή.
Η επιφύλαξη των ΗΠΑ απέναντι σε οποιαδήποτε προοπτική στρατιωτικής επανεμπλοκής στο Ιράκ (πλην της αποστολής 300 «συμβούλων»), οι δισταγμοί του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, Μάρτιν Ντέμπσι, ακόμα και απέναντι στο επίσημο αίτημα της ιρακινής κυβέρνησης για αεροπορικά πλήγματα κατά των τζιχαντιστών, οι συστάσεις του Μπαράκ Ομπάμα προς τον σι-ίτη πρωθυπουργό, Νούρι αλ Μάλικι, που δίνει μάχη επιβίωσης, να εμπνευστεί ένα «πολιτικό σχέδιο», αλλά και οι αλληλοκαταγγελίες του τελευταίου με τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, καθιστούν σαφείς τις προτεραιότητες του «διεθνούς παράγοντα». Αφορούν περισσότερο την «αναμόρφωση», έως τριχοτόμηση, του Ιράκ και οπωσδήποτε τη δημιουργία μιας νέας κυβέρνησης στη Βαγδάτη, παρά την «πάταξη των προελαυνόντων τρομοκρατών».

Αποτελεί, άλλωστε, κοινό μυστικό ότι το ISIS προέκυψε από μετάσταση της συριακής κρίσης, όπου ΗΠΑ, Γαλλία, Τουρκία και αραβικές μοναρχίες χρηματοδότησαν και εξόπλισαν, σε διαφορετικούς βαθμούς ανοχής ή συνενοχής, τους ένοπλους ισλαμιστές που οικειοποιήθηκαν και μετέστρεψαν στη δική τους ατζέντα την εξέγερση κατά του Άσαντ.

Επιπλέον, αποκαλύπτεται ότι οι δυνάμεις που ελέγχουν αυτήν τη στιγμή τη Μοσούλη και εξασφάλισαν τη ραγδαία κατάρρευση του αριθμητικά υπέρτερου ιρακινού στρατού έχουν ως κορμό το «Στρατιωτικό Συμβούλιο» που συγκρότησε το δίκτυο του πρώην αντιπροέδρου της χώρας και νυν αρχηγού του εκτός νόμου κόμματος Μπάαθ, Ιζάτ Ιμπραχίμ αλ Ντούρι, με τη σύμπραξη των ισχυρών σουνι-τικών φυλών. Το στελεχωμένο κυρίως από αλλοδαπούς ISIS αποτελεί ευκαιριακό τους σύμμαχο, όσο και αν προεξάρχει επικοινωνιακά και εξασφαλίζει με ωμότητες, όπως την εκτέλεση 1.700 σιιτών ιρακινών στρατιωτών, ότι η κλιμάκωση των εθνοθρησκευτικών εντάσεων θα καταστεί αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Η εσωτερική δυναμική του Ιράκ ασφαλώς δεν προοιωνιζόταν σταθερότητα, αν αναλογιστεί κανείς ότι τουλάχιστον 9.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν το 2013 (και άλλοι 500 εντός του 2014) σε επιθέσεις των δυνάμεων ασφαλείας εναντίον αντικυβερνητικών διαδηλώσεων ή σε τυφλά χτυπήματα αντεκδίκησης των σουνιτών σε σιιτικά τεμένη και άλλους δημόσιους χώρους. Οι εκλογές του Απριλίου, στις οποίες ο Μάλικι εξασφάλισε και πάλι σχετική πλειοψηφία, παρέτειναν την πολιτική αστάθεια, χωρίς να προσφέρουν προοπτική εξόδου από τις σεκταριστικές διαιρέσεις.

Διεθνές περιβάλλον

Ωστόσο, καταλυτικό υπήρξε το διεθνές περιβάλλον, στον βαθμό που η επιχείρηση «αλλαγής καθεστώτος» στη γειτονική Συρία απλώς κατέληξε, ύστερα από 140.000 νεκρούς, στην... επανεκλογή του Άσαντ, ενώ η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε ακήρυχτο «πόλεμο δι’ αντιπροσώπων» με το Ιράν, στην προσπάθεια να αποτρέψει ή, έστω, να διαπραγματευθεί από πλεονεκτική θέση τη διαφαινόμενη επαναπροσέγγιση, έπειτα από 35 χρόνια, της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σύμμαχος του Ριάντ, ανακάλεσαν την Τετάρτη τον πρεσβευτή τους στη Βαγδάτη για «διαβουλεύσεις», ενώ ταυτόχρονα στηλίτευσαν τη «σεκταριστική» πολιτική Μάλικι. Η ίδια η Σαουδική Αραβία, που καταγγέλθηκε από τον Ιρακινό πρωθυπουργό για «γενοκτονία» του λαού του, απάντησε κατηγορώντας τον ότι οδηγεί τη χώρα στο χείλος του εμφυλίου πολέμου και ζητώντας τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας στο Ιράκ.

Αλλά και στο Βόρειο Ιράκ ο πρωθυπουργός της αυτόνομης κουρδικής οντότητάς του, Νετσιρβάν Μπαρζανί, διαμήνυσε ότι «είναι αδύνατο να ξαναγίνει το Ιράκ όπως ήταν πριν από την πτώση της Μοσούλης», διευκρίνισε ότι οι Κούρδοι μαχητές δεν προτίθενται να κινηθούν για την ανακατάληψη της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης του Ιράκ και πρότεινε, για την πολιτική διευθέτηση της κρίσης, τη συγκρότηση μιας αυτόνομης σουνιτικής περιφέρειας, όπως είναι η κουρδική.

Τριχοτόμηση
Όποια και αν είναι η τροπή των εξελίξεων στο Ιράκ, το βέβαιο είναι ότι έχουν ήδη σημειωθεί μείζονες ανατροπές που αφορούν το σύνολο της περιοχής. Τα σύνορα που χαράχθηκαν στη Μέση Ανατολή με το μυστικό αγγλο-γαλλικό σύμφωνο Sykes-Pikot μεσούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου καταλύονται. Το ενιαίο Ιράκ έχει στην πράξη τριχοτομηθεί - αν υπολογίσει κανείς ότι οι εντάσεις μεταξύ σουνιτών και σιιτών (που καλλιεργήθηκαν από τους Αμερικανούς εισβολείς και αποτυπώθηκαν και στο Σύνταγμα του «νέου Ιράκ») έχουν καταστεί ασυμφιλίωτες, ενώ η επίλυση αβρόχοις ποσί της εκκρεμότητας του Κιρκούκ υπέρ των Κούρδων δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός κουρδικού κράτους όχι απλώς ανεξάρτητου, αλλά και προικισμένου με πετρελαϊκό πλούτο. Πολύ περισσότερο, η δράση του ISIS τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία ενοποιεί τις σουνιτικές περιοχές και των δύο χωρών και οι τζιχαντιστές χαρακτηριστικά εξαφανίζουν με εκσκαφείς τα σημάδια στην έρημο που οριοθετούσαν σύνορα ηλικίας σχεδόν εκατό ετών.

Το αν το σενάριο της τριχοτόμησης του Ιράκ διαθέτει την προκαταβολική έγκριση της Ουάσινγκτον ή αποτελεί αποκλειστική πρωτοβουλία των σουνιτικών κρατών της περιοχής, την οποία η υπερδύναμη παρακολουθεί αυτοσχεδιάζοντας, μένει να απαντηθεί τις αμέσως επόμενες ημέρες.

Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό ότι η ιρακινή κρίση έδωσε την ευκαιρία για φραστικά (και όχι μόνο) «ανοίγματα» του αμερικανικού παράγοντα προς το Ιράν, μεγάλο ανταγωνιστή των αραβικών μοναρχιών και «πάτρωνα» του σιιτικού στοιχείου.

Ωστόσο, παρά τα όσα με ευκολία προαναγγέλθηκαν στον δυτικό Τύπο περί «συντονισμού» ΗΠΑ-Ιράν, η στάση της Τεχεράνης είναι απολύτως επιφυλακτική. Οι διαρροές της «Wall Street Journal» περί παρουσίας τριών ταγμάτων των επίλεκτων δυνάμεων των Φρουρών της Επανάστασης στην ιρακινή επικράτεια αποδεικνύονται ανακριβείς, ενώ οι Ιρανοί ιθύνοντες, με αλλεπάλληλες δηλώσεις τους, ξεκαθαρίζουν ότι δεν προτίθενται να επέμβουν σε μια «εσωτερική υπόθεση» του Ιράκ και σίγουρα όχι χωρίς συγκεκριμένη πρόσκληση της κυβέρνησης της Βαγδάτης.

Επιπλέον, το Ιράν θέτει την επιτυχία των συνομιλιών για το πυρηνικό του πρόγραμμα ως απαραίτητη προϋπόθεση μιας ενδεχόμενης συνεργασίας του με τις ΗΠΑ στο θέμα του Ιράκ. Οι διαπραγματεύσεις με την Ομάδα 5+1 «είναι μια δοκιμασία εμπιστοσύνης: Αν καταλήξουν σε μια τελική συμφωνία, τότε θα μπορούσε να υπάρξουν ευκαιρίες συζήτησης για άλλα ζητήματα», δήλωσε ο Μοχάμαντ Ναχβαντιάν, επικεφαλής του γραφείου του Ιρανού προέδρου, Χασάν Ροχανί.

Ομοίως, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρι, δήλωσε ότι ενδιαφέρεται για «ανταλλαγή πληροφοριών» με το Ιράν, αλλά όχι για «συνεργασία».

Πώς τοποθετούνται οι παράπλευροι παίκτες
Τουρκία
Η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν, που το 2003 απείχε από την εισβολή στο Ιράκ. φοβούμενη το άνοιγμα του ασκού του Αιόλου στην περιοχή. τώρα. με την τυχοδιωκτική πολιτική της στη συριακή κρίση. υλοποίησε η ίδια τους χειρότερους εφιάλτες της και καταγράφεται ήδη στις παράπλευρες απώλειες της ιρακινής κρίσης. Οι ισλαμιστές αντάρτες. στους οποίους (σε συνεργασία με τις αραβικές μοναρχίες) πρόσφερε απλόχερα την υπόγεια στήριξή της. «δαγκώνουν το χέρι που τους έθρεψε». κρατώντας σε ομηρία 80 Τούρκους πολίτες στο Ιράκ. συμπεριλαμβανομένου του προξένου στη Μοσούλη, ενώ η άμεση γειτονιά της Τουρκίας αποσταθεροποιείται ανησυχητικά και το κουρδικό στοιχείο, είτε στο Ιράκ είτε στη Συρία, αυτονομείται περαιτέρω και ενισχύεται. Μένει να διευκρινιστεί το αν η εξέλιξη αυτή. που υπονομεύει τα τουρκικά συμφέροντα. θα πρέπει να αποδοθεί σε «προδοσία» από μέρους κάποιων εκ των «συνεταίρων» ή στο γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές «επί του εδάφους» είναι εν πολλοίς ανεξέλεγκτοι. Η αμήχανη απάντηση. πάντως. της κυβέρνησης Ερντογάν ήταν να επιβάλει επικοινωνιακό μπλακ-άουτ ως προς την υπόθεση ομηρίας της Μοσούλης - κατά τους κυνικούς. προκειμένου να αποκρύψει ό. τι είναι δυνατόν από τις προηγούμενες συνάφειές της με τους ένοπλους ισλαμιστές.

Ρωσία
Ο Ρώσος υπουργός εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, δεν έχασε ευκαιρία να χαρακτηρίσει τις εξελίξεις ως «θεαματική αποτυχία» της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το2003.

Και είναι αλήθεια ότι οι ιθύνοντες και οι εμπειρογνώμονες της Ρωσίας είχαν εγκαίρως υποστηρίξει ότι η ανατροπή του Σαντάμ Χου-εΐν θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου σε όλη την περιοχή. Η αντίθεση του Κρεμλίνου προς την «αλλαγή καθεστώτος» στη Βαγδάτη αποτέλεσε και το ένα από τα σημεία καμπής στις ρωσοαμερικανικές σχέσεις. Έντεκα χρόνια μετά, το νέο Ιράκ του Μάλικι είχε βρεθεί να προσελκύει το έντονο ρωσικό ενδιαφέρον. Η στάση της Βαγδάτης στη συριακή κρίση, που απέκλινε από αυτήν της πλειονότητας των χωρών του Αραβικού Συνδέσμου, είχε οδηγήσει πολλούς να μιλούν για «ρωσο-σιιτικό άξονα», καθώς η υπεράσπιση του Άσαντ είχε φέρει στο ίδιο χαράκωμα τη Ρωσία, το Ιράκ, το Ιράν και τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου. Όσο για τους σουνίτες αντάρτες, η Μόσχα δεν ξεχνά ότι η γέννηση του τζιχαντισμού είχε και διατήρησε στο στόχαστρό της πρωτίστως τα ρωσικά συμφέροντα, είτε στο Αφγανιστάν είτε στην Τσετσενία, στη Βοσνία κ.ο.κ. Οι πρόσφατοι δεσμοί Βαγδάτης-Μόσχας υπήρξαν και οικονομικοί, καθώς η Lukoil επένδυσε 4 δισ. δολάρια προκειμένου να εμπλακεί στην εκμετάλλευση του γιγαντιαίου πετρελαϊκού κοιτάσματος της Δυτικής Κούρνα, ενώ το 2010 η κυβέρνηση Μάλικι, επιδιώκοντας τη μέγιστη διαφοροποίηση των εξοπλιστικών πηγών της, υπέγραψε, προς αγανάκτηση της Ουάσινγκτον, συμφωνία προμήθειας ρωσικού οπλισμού ύψους τουλάχιστον 4 δισ. δολαρίων.

Κίνα
Για το Πεκίνο, που κρατά από θέση αρχής χαμηλό προφίλ και διατηρεί θερμές σχέσεις τόσο με το Ιράν όσο, τελευταία, και με τις πετρελαιοπαραγωγές αραβικές μοναρχίες, η πρώτη προτεραιότητα είναι η ασφάλεια των 10.000 Κινέζων εργαζομένων στο Ιράκ - κυρίως στον Νότο. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος πελάτης του Ιράκ όσον αφορά το πετρέλαιο και οι κρατικές ενεργειακές της εταιρείες, στις οποίες περιλαμβάνονται ο όμιλος Sinopec και η CNOOC Ltd, έχουν εξασφαλίσει περισσότερο από το ένα πέμπτο των ιρακινών πετρελαϊκών projects μετά την αγορά ορισμένων πετρελαιοπηγών σε δημοπρασίες το 2009. Πιθανότατα, πάντως, στρατιωτικής εμπλοκής δεν υφίσταται για το Πεκίνο.

Ισραήλ
Το Ισραήλ δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζει θετικά κάθε εξέλιξη η οποία αναδεικνύει την «τρομοκρατική απειλή» (σε μια συγκυρία κατά την οποία Φατάχ και Χαμάς συγκροτούν, χωρίς την αντίδραση ΗΠΑ και Ε.Ε., κυβέρνηση «παλαιστινιακής εθνικής ενότητας»), πιέζει την Τουρκία του Ερ-ντογάν και προβάλλει προσκόμματα στον «άξονα» Τεχεράνης - Βαγδάτης - Δαμασκού - Χεζμπολάχ. Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία των ισραηλινών υπηρεσιών στο κουρδικό Βόρειο Ιράκ είναι εντονότατη ήδη από την επαύριο της «Καταιγίδας της Ερήμου» το 1991.

Η φυγή των πετρελαϊκών εταιρειών
Η ExxonMobil προχώρησε σε «ευρεία απομάκρυνση» του προσωπικού της από το Ιράκ, ενώ η BP έχει απομακρύνει από τη χώρα το 20% των υπαλλήλων της. Δεκάδες Ασιάτες εργάτες και μηχανικοί στον τομέα της εξόρυξης πετρελαίου απήχθησαν στο Βόρειο Ιράκ από τζιχαντιστές, καθώς τα λύτρα από απαγωγές αποτελούν συνήθη μορφή χρηματοδότησής τους.

Το διυλιστήριο του Μπαϊτζί, το μεγαλύτερο όλου του Ιράκ, με παραγωγή που υπολογίζεται σε 600.000 βαρέλια ημερησίως, βρέθηκε την Τετάρτη να αποτελεί πεδίο μάχης, καθώς οι σουνίτες μαχητές κατόρθωσαν να διεισδύσουν σε αυτό, ενώ είχαν σφοδρές συγκρούσεις με τις κυβερνητικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα πολλές δεξαμενές πετρελαίου να τυλιχθούν στις φλόγες.

Είναι προφανές ότι η ιρακινή κρίση προορίζεται αναπόφευκτα να διαταράξει την ενεργειακή τροφοδοσία της διεθνούς αγοράς. Μολονότι οι αντάρτες ελέγχουν κυρίως περιοχές του Ιράκ χωρίς πετρελαϊκά κοιτάσματα (αν και στη Συρία πωλούν ήδη 18 εκατ. βαρέλια μηνιαίως από τις περιοχές που κατέχουν στην... κυβέρνηση της Δαμασκού), διαθέτουν, ωστόσο, τη δυνατότητα να διακόψουν τη ροή ιρακινού πετρελαίου μέσω Μοσούλης προς την Τουρκία, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας προσβλέπει στο Ιράκ για να καλύψει το 45% της αύξησης των παγκόσμιων εξαγωγών μέχρι τέλους της δεκαετίας. Οι λοιπές πετρελαιοπαραγωγές χώρες, πάντως, έχουν κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένες από την αναταραχή, εφόσον δεν είναι δημοσιονομικά βιώσιμες, αν η τιμή πέσει κάτω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.

* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο" της 21ης Ιουνίου