12 Μαΐου 2013

Τι υποστηρίζει η εναλλακτική πρόταση του ευρωρεαλισμού

Σπύρος Ν. ΛίτσαςΑκόμα πριν από την κρίση επιχειρηματολογώ υπέρ της θέσης ότι απέναντι στην ευρωμονιστική αντίληψη, που ανθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα και από «ιδεολογικό προνόμιο» της εγχώριας ala Balkan Σοσιαλδημοκρατίας εσχάτως αποτελεί ιερό τοτέμ της Κεντροδεξιάς αλλά και της μπερλινγκουερικής Αριστεράς, και απέναντι σε έναν αδιέξοδο και στέρφο ευρωσκεπτικισμό, που αποτελούσε προνομιακό χώρο της ορθόδοξης κομμουνιστικής Αριστεράς, της άκρας Δεξιάς αλλά και προσφάτως διαφόρων τάσεων της λαϊκής ή λαϊκίστικης Δεξιάς, υφίσταται ο ευρωρεαλισμός ως η εναλλακτική πρόταση.


Η δυτικοευρωπαϊκή σύγκλιση μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και η οικοδόμηση της ευρωζώνης μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ως βασικό στόχο είχαν την εμπέδωση μιας συστημικής σταθερότητας σε επίπεδο δομών αλλά και κοινωνιών και την ταυτόχρονη ανάδειξη της οικονομικής ευημερίας και της πολιτειακής ευνομίας ως αντίπαλον δέος στα ολοκληρωτικά ιδεολογήματα των δύο άκρων, που οδήγησαν εκατομμύρια πολίτες σε βίαιο τέλος, φυλακίσεις, εκτοπίσεις και στην κοινωνική εξαθλίωση.

Σήμερα, όμως, παρατηρείται μια συνολική μεταβολή του κέντρου βάρους των πολιτικών διεργασιών και η μετατροπή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος σε εδραίωση των εθνικών θέσεων της Γερμανίας. Τα αίτια της συγκεκριμένης διαδικασίας σε καμία περίπτωση δεν ξενίζουν. Η Γερμανία γνωρίζει ότι η ευρωπαϊκή κρίση δεν μπορεί να ξεπεραστεί με ενέργειες της ίδιας πολύ απλά γιατί δεν διαθέτει ούτε τους πόρους ούτε την τεχνογνωσία ούτε το επίπεδο ισχύος ώστε να αναδειχτεί σε ατμομηχανή του ευρωπαϊκού δυτικού παραδείγματος. Στο συμπέρασμα αυτό είχαν καταλήξει εδώ και χρόνια κορυφαίοι θεωρητικοί των Διεθνών Σχέσεων που ασχολούνται συστηματικά με το ευρωπαϊκό φαινόμενο, δείτε -για παράδειγμα- το έργο του Παναγιώτη Ηφαιστου «Διπλωµατία και στρατηγική των µεγάλων ευρωπαϊκών δυνάµεων, Γαλλίας, Γερµανίας, Μεγάλης Βρετανίας», εκδόσεις Ποιότητα, 1999.

Η Γερμανία προκρίνει την πανευρωπαϊκή λιτότητα ως μια διττή λύση, η οποία από τη μια θα τη βοηθήσει να διατηρήσει την κεκτημένη ταχύτητα που έχει αποκτήσει εδώ και σχεδόν μία δεκαετία σε σχέση με όλα τα άλλα κράτη της ευρωζώνης -μια και υιοθέτησε προ κρίσης ένα εσωτερικό πρόγραμμα λιτότητας, ώστε να ενισχύσει τη σύγκλιση μεταξύ ανατολικού και δυτικού τομέα-, ενώ από την άλλη στοχεύει στο να διαφυλάξει όσο το δυνατόν περισσότερους ίδιους πόρους, ιδεολογικοποιώντας τον ορθολογικό εγωισμό της -τα κράτη οφείλουν να προνοούν για την επιβίωσή τους πρωτίστως και όχι να χάνονται σε ανέφικτους ιδεαλισμούς- μέσω μιας ανορθολογικής καλβινιστικής εμμονικής αυστηρότητας περί των δημοσιονομικών, που στην ουσία απορυθμίζει το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Η λιτότητα, αυτή η σύγχρονη θεότητα των απανταχού νεοφιλελεύθερων σχημάτων, που χρησιμοποιείται ως μέσο διασφάλισης του απόλυτου ελέγχου των οικονομικών εξελίξεων και ως προκρούστεια κλίνη της μεσαίας τάξης, δεν έχει την παραμικρή σχέση ούτε με το ratio της οικοδόμησης του ευρωπαϊκού πλαισίου.

Η λιτότητα μπορεί να λειτουργήσει για μικρό χρονικό διάστημα ως περιοριστικός μηχανισμός των δημόσιων δαπανών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναχθεί σε πλειοψηφικό ιδεολογικό πρόταγμα. Η πολιτική οφείλει να βρίσκει τρόπους και μεθόδους εμπέδωσης της ευημερίας για τον άνθρωπο και όχι διαχείρισης ή καταγραφής της μιζέριας και των αδιεξόδων αυτού.

Ανάπτυξη, ευημερία και αποκατάσταση της πληγείσας μεσοαστικής τάξης του Νότου πρέπει να είναι ο πολιτικός και ιδεολογικός στόχος του ευρωπαϊκού εγχειρήματος για να καταφέρει να ξεπεράσει την καταιγίδα. Κι αφού υπάρχει πάντα η αγωνία του «πώς» καλό είναι να ειπωθεί προς τους διαχρονικά εγχώριους θιασώτες του «There is No Alternative», από την εποχή της βαυαροκρατίας μέχρι και σήμερα, ότι η ανάπτυξη θα επιτευχθεί με «κούρεμα» του χρέους των κρατών του Νότου, την εγκατάλειψη της γερμανικής εμμονής περί λιτότητας, την κυκλοφορία ευρωομολόγου, την κοπή νέου χρήματος, τη μείωση των φορολογικών συντελεστών σε κράτη όπως η Ελλάδα και την παύση της de facto λειτουργίας του ευρώ των δύο ταχυτήτων. Αυτός εν συντομία είναι ο ευρωρεαλισμός.