26 Οκτωβρίου 2015

ΚΟΙΤΑ ΠΟΙΟΙ ΜΙΛΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Πρωταθλητές στις εξαγωγές... σκανδάλων οι γερμανικοί κολοσσοί

Πρωταθλητές στις εξαγωγές... σκανδάλων οι γερμανικοί κολοσσοί

Στις μαύρες σελίδες της ναζιστικής περιόδου και του Ολοκαυτώματος είναι γραμμένα τα ονόματα μιας σειράς γερμανικών επιχειρηματικών κολοσσών.

Μεγάλες τράπεζες, αυτοκινητοβιομηχανίες, φαρμακευτικές εταιρείες και άλλοι γίγαντες της γερμανικής οικονομίας ζήτησαν μεταγενέστερα συγνώμη για τη συμμετοχή τους στα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ, είτε χρηματοδοτώντας το καθεστώς, είτε χρησιμοποιώντας εργατικά χέρια από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.Οι αυτοκινητοβιομηχανίες BMW, Audi και Daimler-Benz χρησιμοποιούσαν συνολικά στα εργοστάσιά τους περισσότερους από 130.000 σκλάβους. Δωρεάν εργατικά χέρια αιχμαλώτων πολέμου χρησιμοποιούσαν και η φαρμακοβιομηχανία Bayer, ο κολοσσός Siemens και η εταιρεία ρούχων Hugo Boss, που επίσης σχεδίασε και μία από τις στολές των SS (ο Μπος ήταν ο αγαπημένος μόδιστρος του Χίτλερ).Πάντως από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης πλούτισε κυρίως η Deutsche Bank, που συγκέντρωσε 744 κιλά χρυσού από τους κρατουμένους, ενώ είχε παραχωρήσει στον Χίτλερ δάνειο για την κατασκευή του Αουσβιτς.

Ομως, παρά το γεγονός ότι τελείωσε με το επονείδιστο ναζιστικό της παρελθόν και παρά την κρατούσα εικόνα μίας αναγεννημένης από τις στάχτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου Γερμανίας, η χώρα βρίσκεται στη δίνη ολοένα και περισσότερων σκανδάλων. Μάλιστα στις πολύκροτες υποθέσεις απάτης, διαφθοράς και ξεπλύματος χρήματος του 21ου αιώνα ενεπλάκησαν και πολλές από τις εταιρείες-κολοσσούς που είχαν συνδεθεί με τα ναζιστικά εγκλήματα.

Στο σκαμνί τρείς εταιρείες
Μίζες και φοροδιαφυγή στις συμβάσεις των εξοπλιστικών
Ελληνικές προεκτάσεις είχε και το τεράστιο σκάνδαλο με τα εξοπλιστικά συστήματα, στο οποίο ενεπλάκησαν μια σειρά από γερμανικές εταιρείες που έδιναν μίζες σε αξιωματούχους για συμβάσεις με το ελληνικό Δημόσιο. Η Rheinmetall Defence Electronics ομολόγησε ότι έδωσε μίζες ύψους 10 εκατ. ευρώ σε Ελληνες αξιωματούχους για την προμήθεια του αντιαεροπορικού αμυντικού συστήματος ASRAD, μία σύμβαση αξίας 160 εκατ. ευρώ (σύμφωνα με την εισαγγελία οι συνολικές μίζες ανήλθαν στην πραγματικότητα σε 43 εκατ. ευρώ που είχαν δηλωθεί ως έξοδα επί των πωλήσεων). Ο συμβιβασμός της εταιρείας με την εισαγγελία της Βρέμης ανήλθε στο ποσό των 40 εκατ. ευρώ.

Μόλις την περασμένη Τετάρτη πρώην μάνατζερ της Krauss Maffei Wegmann, κατασκευάστριας του τανκ Leopard, ομολόγησε σε δικαστήριο του Μονάχου ότι το 2001 υπήρξε δωροδοκία ύψους 7,9 εκατ. ευρώ προς Ελληνες αξιωματούχους για την προμήθεια 24 οβιδοβόλων συνολικής αξίας 188 εκατ. ευρώ. Πέρυσι είχε γίνει έφοδος στα γραφεία της εταιρείας για τα σκάνδαλα διαφθοράς και φοροδιαφυγής σχετικά με συμβόλαια που είχαν συναφθεί με τη χώρα μας.
Η Ferrostaal πλήρωσε πρόστιμο 140 εκατ. ευρώ και δύο μάνατζερ της καταδικάστηκαν σε διετή φυλάκιση με αναστολή το 2011 από δικαστήριο του Μονάχου για δωροδοκίες στην Ελλάδα και την Πορτογαλία. Οι δωροδοκίες αφορούσαν τη συμφωνία αγοράς υποβρυχίων 1,6 δισ. ευρώ το 2000.
Εκανε τις δωροδοκίες... σύστημα
 
Η Siemens, τα «μαύρα» ταμεία και το «λάδωμα» 1,3 δισ. ευρώ
Η πολύκροτη υπόθεση Siemens, που συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη, χαρακτηρίστηκε στο πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της ελληνικής Βουλής ως «το μεγαλύτερο βιομηχανικό - οικονομικό σκάνδαλο στη μεταπολεμική Ευρώπη».
Ο γερμανικός κολοσσός, σύμφωνα με τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, στην περίοδο 1999-2006 διατηρούσε «μαύρα» ταμεία μέσω offshore εταιρειών και χρημάτισε πολιτικούς αξιωματούχους σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, με το συνολικό ποσό του 1,3 δισ. ευρώ για να εξασφαλίσει συμβόλαια.
«Στο εσωτερικό αυτής είχε διαμορφωθεί ιδιαίτερη οργανωτική δομή από ανώτατα στελέχη, τα οποία ενεργούσαν από κοινού ως εγκληματική οργάνωση χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα και φέρεται να διέπρατταν συστηματικά δωροδοκίες κρατικών υπαλλήλων σε όλο το πεδίο των δραστηριοτήτων της. Δηλαδή στο σύνολο σχεδόν των δομών του ελληνικού κράτους», ανέφερε το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής στο Ελληνικό Κοινοβούλιο το 2010.
Επιπλέον η Siemens κατηγορήθηκε στις ΗΠΑ για πλαστογράφηση στοιχείων, τήρηση πλαστών βιβλίων και δωροδοκία, υποθέσεις που της στοίχισαν 2,5 δισ. ευρώ σε αποζημιώσεις και δικαστικά έξοδα.

Deutsche Bank - Commerzbank
Τράπεζες με έφεση στις απάτες και στη χειραγώγηση επιτοκίων
«Αμαρτωλό» παρελθόν έχουν και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τα ονόματα γερμανικών τραπεζικών κολοσσών, μεταξύ των οποίων οι Deutsche Bank και Commerzbank, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με μια σειρά από σκάνδαλα και απάτες.
Η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, η Deutsche Bank, ενεπλάκη στο πολύκροτο σκάνδαλο «Libor», της χειραγώγησης δηλαδή του διατραπεζικού επιτοκίου χορηγήσεων, και της επιβλήθηκε πέρυσι από τις αμερικανικές αρχές πρόστιμο 2,5 δισ. ευρώ, ενώ διερευνήθηκε για διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος και απάτη σε βάρος του γερμανικού Δημοσίου με πλαστά πιστοποιητικά για τις εκπομπές ρυπογόνων αερίων.
Επίσης, οι «Financial Times» αποκάλυψαν ότι κατέφυγε σε αλχημείες στην έναρξη της οικονομικής κρίσης αποκρύπτοντας ζημίες 12 δισ. δολαρίων για να μην αναγκαστεί να ζητήσει κρατική στήριξη.
Η τράπεζα έχει δεχθεί έντονες επικρίσεις και για τους ανεπαρκείς εσωτερικούς ελέγχους που, όπως έγινε γνωστό πριν από λίγες ημέρες, οδήγησαν στο να πιστώσει κατά λάθος τον λογαριασμό αμερικανικού hedge fund με... 6 δισ. δολάρια!
Και η δεύτερη μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα, η Commerzbank, κατηγορείται για παραβιάσεις της νομοθεσίας για το ξέπλυμα χρήματος.
Η εισαγγελία του Μανχάταν διερευνά κατηγορίες ότι η τράπεζα ασκούσε πολύ χαλαρό έλεγχο για τον εντοπισμό και την αποτροπή του ξεπλύματος χρήματος, ενώ πηγές του Reuters ανέφεραν τον περασμένο μήνα ότι η Commerzbank είναι κοντά σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με τις αμερικανικές αρχές ύψους 650 εκατ. δολαρίων.

Volkswagen
Οι... πειραγμένοι ρύποι «φρέναραν» 11 εκατ. οχήματα
Η αυτοκινητοβιομηχανία ανέκαθεν ήταν το μεγαλύτερο «καμάρι» της γερμανικής οικονομίας.
Και παρόλο που διάφορες εταιρείες του κλάδου έχουν εμπλακεί κατά καιρούς σε σκάνδαλα (Daimler, MAN), η υπόθεση της Volkswagen πήρε τέτοιες διαστάσεις που απειλεί να επιφέρει τεράστιο πλήγμα στο κύρος της «Made in Germany» ετικέτας.
Το σκάνδαλο «μαγειρέματος» των στοιχείων εκπομπών ρύπων των πετρελαιοκίνητων οχημάτων της Volkswagen φέρνει την εταιρεία αντιμέτωπη με ποινική έρευνα και πρόστιμα δισεκατομμυρίων δολαρίων και κλονίζει την αξιοπιστία της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας.
Το σκάνδαλο ξέσπασε στις ΗΠΑ τον περασμένο μήνα, όταν αποκαλύφθηκε ότι η VW είχε ενσωματώσει στα ντιζελοκίνητα αυτοκίνητά της (όπως Golf, Passat, Audi A3, Beetle, Jetta) ένα λογισμικό που εξαπατούσε τις Αρχές κατά τους περιβαλλοντικούς ελέγχους αποκρύπτοντας ότι εξέπεμπαν 10 έως 40 φορές περισσότερους ρύπους από τα επιτρεπόμενα όρια.
Η εταιρεία ζήτησε συγνώμη και παραδέχτηκε ότι το εν λόγω λογισμικό έχει εφαρμοστεί όχι μόνο για την αμερικανική αγορά, αλλά σε... 11 εκατ. οχήματα παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων 8 εκατ. στην Ευρώπη.
Ερευνες έχουν ξεκινήσει και σε άλλες χώρες, όπως τη Γαλλία και την Ισπανία, και αναμένεται να γίνουν έλεγχοι και σε αυτοκίνητα άλλων εταιρειών, ενώ η εταιρεία έχει βάλει ήδη 6,5 δισ. δολάρια στην άκρη για αποζημιώσεις.

Καταγγελίες για εξαγορά ψήφων
Στο μικροσκόπιο των Αρχών το «αγορασμένο» Μουντιάλ του 2006
Λίγες εβδομάδες μετά την υπόθεση της Volkswagen, ένα νέο σκάνδαλο για ακόμα ένα «καμάρι» της Γερμανίας είδε το φως της δημοσιότητας: για το Μουντιάλ του 2006, το οποίο στη συλλογική μνήμη των Γερμανών έχει αποτυπωθεί ως το μεγαλύτερο γεγονός μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και για το οποίο η χώρα είχε λάβει παγκοσμίως τα εύσημα.
Δημοσίευμα του «Spiegel» με τίτλο «Εξαγοράστηκε το Μουντιάλ του 2006;» οδηγεί στη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας από την εισαγγελία της Φρανκφούρτης για τις κατηγορίες ότι η διοργανώτρια χώρα είχε εξαγοράσει τις ψήφους μελών της FIFA ώστε να εξασφαλίσει τη διοργάνωση του παγκόσμιου κυπέλλου ποδοσφαίρου.
Σύμφωνα με το περιοδικό, η οργανωτική επιτροπή του 2006 κατέβαλε το ποσό των... 6,7 εκατ. ευρώ σε αξιωματούχους της FIFA ώστε να δώσουν τη διοργάνωση στη Γερμανία και ότι γι' αυτό γνώριζαν ο πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής Φραντς Μπεκενμπάουερ (αριστερά) και ο πρόεδρος της Γερμανικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου Βόλφγκανγκ Νίρσμπαχ, που χαρακτηρίζουν τις κατηγορίες «ανυπόστατες».
ΕΡΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΑ -ΕΘΝΟΣ
eri@pegasus.gr