14 Μαΐου 2015

Βασίλι Γκρόσμαν: Ζωή και Πεπρωμένο

 
«Ανοιξα την πόρτα και είδα ένα πορτραίτο. Υστερα το πορτραίτο άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου». Είναι τα λόγια μιας μαίας που κατοικεί σε ένα σπίτι μαζί με άλλους όταν ανοίγει την πόρτα μέσα στη νύχτα και βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με τον Στάλιν που έχει φτάσει εκεί με τον Μπέρια. Σκοπός της επίσκεψής τους -που κάνει τους άλλους ενοίκους να μην πάνε στην κοινή τουαλέτα όλη τη νύχτα ούτε και να φύγουν το πρωί για τη δουλειά τους- είναι να δουν έναν παλιό μπολσεβίκο που μόλις έχουν ελευθερώσει από τη Λιουμπλάνκα.

Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το μνημειώδες έργο του Βασίλι Γκρόσμαν «Ζωή και πεπρωμένο» (960 σελ. σε μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα) που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Γκοβόστη, τον ιστορικό αυτόν εκδοτικό οίκο που συνεχίζει να μας μαθαίνει τα αριστουργήματα της ρωσόφωνης λογοτεχνίας. Το έργο αυτό έχει θεωρηθεί το ισοδύναμο του «Πόλεμος και Ειρήνη» για τον 20ό αιώνα. Και είναι πράγματι πολύ πετυχημένη η σύγκριση αυτή. Οπως και στον Τολστόι, έτσι και εδώ παρακολουθούμε τη ζωή μιας οικογένειας μέσα στη δίνη δύο διαφορετικών πολέμων, των Ναπολεοντείων και του Β΄ Παγκοσμίου, που έπληξαν τη Ρωσία και στοίχισαν αμέτρητες ζωές μέχρι να καταλήξουν με τη συντριβή των επιτιθέμενων.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γκρόσμαν άρεσε στον Μπουλγκάκοφ. Το λεπτό και κατεδαφιστικό χιούμορ που διατρέχει το βιβλίο αυτό θυμίζει το δικό του. Η διεισδυτική ματιά του χρησιμοποιεί τον λόγο σαν νυστέρι. Με απόλυτη προσήλωση στον αδιανόητο ρεαλισμό που έχει ζήσει ο ίδιος και η εποχή του, με τη μάχη του Στάλινγκραντ καθώς και τη φρίκη των στρατοπέδων εξόντωσης του ναζισμού και εκτόπισης του σταλινισμού καταγράφει αυτό που κάνει ένα έργο να είναι σημαντικό: τη λεπτομέρεια που σε κάνει να αναγνωρίζεις μέσα στο σύμπαν αυτό που εκμηδενίζει το μέγεθος του ανθρώπου, τον κάνει ελάχιστο, το απόλυτο μεγαλείο του ανθρώπινου. Καθώς περιγράφει τα φονικά σύρματα του ναζιστικού στρατοπέδου με την απάνθρωπη ομοιομορφία, τα βαγόνια που στοιβάζουν τους ανθρώπους για να τους πάνε στους θαλάμους αερίων, τις τελευταίες ώρες στους θαλάμους αυτούς με τα μάτια ενός καταδικασμένου ορφανού παιδιού που γυμνό μαζί με τους άλλους βλέπει τα μάτια που το σκοτώνουν να το παρακολουθούν, με τον έρωτα που δεν σταματάει να ανθίζει στις μίζερες πολυκατοικίες μέσα στην ένδεια, με το κόμμα να επιτηρεί τα πάντα και να τρώει σιγά σιγά τα παιδιά και τα παραπαίδια του.

Οπως και στο «Πόλεμος και Ειρήνη», η κεντρική οικογένεια με τον ευρύτερο κύκλο της, υποφέρει, διαλύεται, ανασυντίθεται, αγωνίζεται να αντέξει, παλλόμενη και πάσχουσα μετωνυμία ολόκληρης της ρωσικής στον Τολστόι είτε της σοβιετικής στον Γκρόσμαν κοινωνίας. Οπως και στην αρχαία τραγωδία οι οικογενειακές συγκρούσεις και συμφιλιώσεις, τα αριστοτελικά εν ταις φιλίαις πάθη, διαλέγονται με τα δεινά των πολέμων των τυραννικών καθεστώτων, έτσι και στο μεγάλο μυθιστόρημα, παιδί της τραγωδίας και του έπους, η μοίρα του οικογενειακού κυττάρου βρίσκεται σε συνεχή ώσμωση με τη μοίρα της κάθε μιας ψυχής και ολόκληρης της κοινωνίας. Αυτή η βαθιά αναλογία κάνει το έργο του Γκρόσμαν να διαβάζεται και να εδραιώνεται συνεχώς.

Η ζωή που κατακτά είναι πρωτίστως αυτή που του εξασφαλίζει η ίδια η συγκίνησή μας για ένα βιβλίο που αντί να ξεθωριάζει αστράφτει και γητεύει όλο και πιο πολύ μέσα στον χρόνο. Συγκίνηση που οφείλεται στην τεκμηριωμένη αίσθηση ότι ο μύθος λέγεται για μας. Στις σημερινές κοινωνίες της δεινής και πολύπλευρης κρίσης, πόλεμοι και δικτατορίες έχουν ίσως σε ένα βαθμό –αν και όχι απολύτως– αλλάξει μορφή και ρητορική. Δεν παύουν να σκοτώνουν τις ψυχές και τα σώματα, να μαραίνουν το ταλέντο και να δηλητηριάζουν δεσμούς και σχέσεις. Το δράμα των ψυχών, των οικογενειών, των κοινωνιών, ο αγώνας τους να αντέξουν μέσα στη σημερινή κρίση περιμένουν τον δικό τους τραγωδό ή μυθιστοριογράφο.