13 Νοεμβρίου 2014

Η σημασία των εκλογών στις ΗΠΑ για το Ισραήλ

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/b/b2/Barack_Obama_and_Benyamin_Netanyahu.jpg
Του Oded EranΠηγή:www.capital.gr Τα πρώτα έξι χρόνια του προέδρου Barack Obama στο Λευκό Οίκο σημαδεύτηκαν από την σε προσωπικό επίπεδο ένταση μεταξύ αυτού και του Πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu, καθώς και από τις διαφωνίες μεταξύ τους σε βασικά ζητήματα, πάνω απ’ όλα όσον αφορά την Ισραηλινο-Παλαιστινιακή πολιτική διαδικασία και το ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν. Ενώ οι δύο ηγέτες έχουν συναντηθεί πολλές φορές, οι έντονες διαφωνίες συνέχισαν να θολώνουν τις σχέσεις τους. Τα επόμενα δύο χρόνια θα δοκιμάσουν σοβαρά τις σχέσεις μεταξύ των δύο ηγετών, καθώς και τις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ, λόγω της πολυπλοκότητας των θεμάτων που υπάρχουν στην ατζέντα, καθώς και των αποτελεσμάτων των πρόσφατων αμερικανικών εκλογών, οι οποίες έδωσαν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Μια πλήρης σύγκρουση μεταξύ ενός Κογκρέσου που ελέγχεται από ένα κόμμα και ενός προέδρου που προέρχεται από ένα άλλο κόμμα έχει συνήθως αρνητικές εσωτερικές συνέπειες, με τον πρόεδρο να θεωρείται πως είναι ανήμπορος κατά τη διάρκεια των δύο εναπομεινάντων ετών της θητείας του. Το άρθρο αυτό, ωστόσο, εξετάζει το πώς θα επηρεάσει το Ισραήλ η αναμενόμενη ένταση μεταξύ του Κογκρέσου και του Προέδρου.



Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά στην αμερικανική πολιτική ιστορία που υπήρξε αυτό το πολιτικό σχήμα στην εξουσία. Για το Ισραήλ, τέτοιου είδους καταστάσεις δημιουργούν ένα δίλημμα, αν όχι μια παγίδα που έχει επιδιώξει να αποφύγει. Το Ισραήλ ανέκαθεν τόνιζε την εξάρτησή του από τη διακομματική υποστήριξη και έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει μια ευρεία συμμαχία που βασίζεται στη συνεργασία πέρα από τα όρια των κομματικών γραμμών. Σχετικά συχνά, οι Ισραηλινοί πρωθυπουργοί και υπουργοί έχουν κάνει το λάθος να μην αντισταθούν στον πειρασμό να εκφράσουν την άποψή τους υπέρ ή κατά των υποψηφίων και των εν ενεργεία προέδρων, αλλά, γενικά, έχει διατηρηθεί μια πολιτική της πολιτικής ουδετερότητας. Ταυτόχρονα, τα τελευταία χρόνια υπήρχε μια αυξανόμενη αίσθηση πως ο Ισραηλινός πρωθυπουργός και άλλοι ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι προτιμούν σαφώς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και, κατά πάσα πιθανότητα, τα αποτελέσματα των εκλογών του Νοεμβρίου του 2014 έτυχαν θετικής υποδοχής από πολλούς στο Ισραήλ. Ωστόσο, χωρίς να μειωθεί η πολιτική ικανοποίησή τους, εκείνοι που το ευχαριστήθηκαν θα πρέπει να κατανοήσουν και τις συνέπειες της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ της κυβέρνησης των ΗΠΑ και του Κογκρέσου για θέματα που είναι ζωτικής σημασίας για το Ισραήλ.

Το Κογκρέσο των ΗΠΑ δεν αποτελεί ένα υποκατάστατο για την κυβέρνηση, η οποία έχει την εκτελεστική εξουσία. Για παράδειγμα, το Κογκρέσο αποφασίζει τον όγκο της αμυντικής βοήθειας που θα κατανείμει στο Ισραήλ, είτε σε απάντηση στα αιτήματα της κυβέρνησης, είτε με δική του πρωτοβουλία. Κάτι τέτοιο έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν όταν κατά τα διάρκεια μιας αντιπαράθεσης με το Ισραήλ, η κυβέρνηση προσπάθησε να μειώσει τον όγκο της βοήθειας προς το Ισραήλ, αλλά το Κογκρέσο αρνήθηκε. Και στα δύο εκ των βασικών θεμάτων που βρίσκονται στην ατζέντα, στην πολιτική διαδικασία και στο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν, τα οποία θα απαιτήσουν μεγάλη πολιτική προσοχή και δράση στο εγγύς μέλλον, το Κογκρέσο μπορεί να προτείνει πολιτική, να επικρίνει τον Obama και να προσπαθήσει να του δημιουργήσει δυσκολίες εάν πιστεύει ότι η πολιτική του είναι εσφαλμένη. Ωστόσο, το Κογκρέσο δεν μπορεί να εμποδίσει τον πρόεδρο από το να ενεργήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Εάν και όταν κατατεθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ένα προσχέδιο ψηφίσματος για το Παλαιστινιακό ζήτημα, το Κογκρέσο δεν μπορεί να αναγκάσει τον Πρόεδρο να ασκήσει βέτο. Οι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης ήδη προετοιμάζουν ένα ψήφισμα που θα αποφύγει την άσκηση του αμερικανικού βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας (ακόμα και χωρίς να περιέχει κάποια αναφορά στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, το ψήφισμα είναι απαράδεκτο για το Ισραήλ, διότι αναφέρεται στα σύνορα του 1967 με τις συμφωνημένες ανταλλαγές εδαφών). Το Κογκρέσο, ωστόσο, δεν μπορεί να διατάξει την κυβέρνηση να αποδεχτεί κάποια συγκεκριμένη έκδοση, ούτε και διατάξει το ποια θα πρέπει να είναι η ψήφος των ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Επιπλέον, ακόμα και οι πιο κοντινοί και αφοσιωμένοι φίλοι του Ισραήλ στο Κογκρέσο είναι απίθανο να σκεφτούν το να «τιμωρήσουν» τον Πρόεδρο με την ανάληψη νομοθετικής δράσης που δεν σχετίζεται καθόλου με τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό δεν έχει συμβεί στο παρελθόν και, πιθανώς, δεν θα συμβεί και στο μέλλον.

Εάν οι ΗΠΑ δεν ασκήσουν βέτο σε ένα ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο σχετίζεται με την Ισραηλινο-Παλαιστινιακή σύγκρουση, τότε μπορεί να υποτεθεί ότι τα τρία τέταρτα της Γερουσίας θα υπογράψουν μια οργισμένη επιστολή προς τον Πρόεδρο, αλλά η εν λόγω επιστολή δεν θα αλλάξει τη θέση του, ακόμα και αν φτάσει στο γραφείο του πριν από την ψηφοφορία. Πριν από τρεις δεκαετίες, το Κογκρέσο των ΗΠΑ σταμάτησε την κατανομή βοήθειας σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένης της UNESCO, όταν αυτοί πέρασαν έντονα αντι-Ισραηλινά ψηφίσματα. Το Κογκρέσο μπορεί να απειλήσει με την επανάληψη αυτού του ιστορικού προηγούμενου, αλλά η διαδικασία είναι περίπλοκη και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν μπορεί να προγραμματιστεί και να εκτελεστεί στις λίγες εβδομάδες που έχουν απομείνει για τη συζήτηση, αν υπάρχουν και αυτές, στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Η κατάσταση που αφορά το Ιρανικό ζήτημα μπορεί να είναι πιο περίπλοκη, αν και εδώ το Κογκρέσο επίσης δεν μπορεί να αποτρέψει τον Πρόεδρο από την υπογραφή μιας συμφωνίας με το Ιράν που θα περιλαμβάνει παραχωρήσεις στις οποίες αντιτίθενται οι ανώτεροι Ρεπουμπλικάνοι. Στην περίπτωση του Ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, είναι πιθανό να υπάρχουν αποτελεσματικές ενέργειες που μπορεί να εκτελέσει το Κογκρέσο, για παράδειγμα, μπορεί να καθυστερήσει την ακύρωση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί με τη θέσπιση νομοθεσίας από το ίδιο το Κογκρέσο. Η δράση αυτή, ή αυτού του είδους, θα τοποθετήσει αναγκαστικά το Ισραήλ στη μέση μιας αντιπαράθεσης μεταξύ της κυβέρνησης και του Κογκρέσου. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ δεν έχει το δικαίωμα να επικρίνει μια πιθανή συμφωνία με το Ιράν και να εκφράσει αυτή του την κριτική στο Κογκρέσο. Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ θα πρέπει να αποφύγει να φαίνεται πως υποκινεί το ελεγχόμενο από Ρεπουμπλικάνους Κογκρέσο να δράσει εναντίον μιας Δημοκρατικής κυβέρνησης. Η κατάσταση του Ισραήλ στο πλαίσιο αυτό θα είναι πιο άνετη αν αυτοί που επικρίνουν τη συμφωνία με το Ιράν, πριν και μετά την υπογραφή της, προέρχονται και από τα δύο κόμματα.

Τόσο η Ισραηλινή κυβέρνηση, όσο και η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα χρειαστούν ένα μεγάλο βαθμό αυτοσυγκράτησης κατά τα δύο τελευταία έτη της θητείας του Obama ως προέδρου, προκειμένου να αποφεύγουν την περαιτέρω επιδείνωση των διμερών σχέσεων και τον διαχωρισμό στα αντίστοιχα πλαίσια των πολιτικών κομμάτων κατά τη διάρκεια της συζήτησης μεταξύ τους. Ωστόσο, πέρα από την άμεση πτυχή της διαχείρισης της έντασης στο Παλαιστινιακό και στο Ιρανικό μέτωπο, το Ισραήλ θα πρέπει να λάβει υπόψη τις δημογραφικές-πολιτικές αλλαγές που σημειώνονται στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σημειώνονται σε διαφορετικές γενιές και τομείς του Εβραϊκού πληθυσμού. Επιπλέον, οι μειονοτικές ομάδες, των οποίων η πολιτική συμμετοχή ήταν αμελητέα για πολλά χρόνια, επεκτείνουν την επιρροή τους, είτε επειδή αντιπροσωπεύουν ένα μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, είτε επειδή απλά έχουν γίνει πιο δραστήριες. Οι εν λόγω ομάδες περιλαμβάνουν εθνικές, ιδεολογικές και άλλες μειονότητες (όπως η ομοφυλοφιλική κοινότητα, για παράδειγμα), που βασίζονται στη μεγαλύτερη δεκτικότητα από την Αμερικανική κοινωνία και ως εκ τούτου ταυτίζονται με το Δημοκρατικό Κόμμα. Η ιστορική και ιδεολογική συγγένεια με το Ισραήλ και η αναγνώριση του ειδικού καθεστώτος των σχέσεων Ισραήλ-ΗΠΑ είναι άγνωστη σε μεγάλα τμήματα των πληθυσμών αυτών. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία αναφέρουν τη συνεχιζόμενη τριβή μεταξύ της κυβέρνησης και του Ισραήλ, επιτείνουν την ζημιά της εικόνας του Ισραήλ στην Αμερικανική κοινή γνώμη. Λαμβάνοντας αυτό το υπόβαθρο υπόψη, η ανεπιφύλακτη ταύτιση με ένα κόμμα το οποίο θεωρείται πως είναι συντηρητικό δεν είναι προς το συμφέρον του Ισραήλ.

Επιπλέον, η σαρωτική νίκη των Ρεπουμπλικάνων στις εκλογές για το Κογκρέσο δεν δείχνει σχεδόν τίποτα για τις προεδρικές εκλογές του 2016. Στις 4 Νοεμβρίου του 2014, οι ΗΠΑ έριξαν μια ψήφο κριτικής και διαμαρτυρίας εναντίον ενός εν ενεργεία Προέδρου και όχι κατ’ ανάγκην μια ψήφο υπέρ της ιδεολογίας των Ρεπουμπλικάνων. Ως εκ τούτου, οι Ισραηλινοί πολιτικοί θα πρέπει, τουλάχιστον, να περιμένουν με ανυπομονησία το 2016 και να θυμούνται ότι ενώ ένας εν ενεργεία πρόεδρος έγινε η αιτία να χάσει το κόμμα του τον έλεγχο της Γερουσίας, ένας χαρισματικός υποψήφιος για την προεδρία μπορεί να οδηγήσει τους υποψήφιους του κόμματός του στη νίκη. Επιπλέον, η κατανομή των ψήφων της Αμερικανικής Εβραϊκής κοινότητας διατηρεί μια σταθερή κλίση προς τους Δημοκρατικούς, ακόμη και αν το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί κάπως. Η ισορροπία και η αυτοσυγκράτηση αποτελούν ως εκ τούτου τους κανόνες του παιχνιδιού για το Ισραήλ όσον αφορά στην Ουάσιγκτον, μέχρι τον Ιανουάριο του 2016 και αργότερα.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://www.inss.org.il/index.aspx?id=4538&articleid=8022
Πηγή:www.capital.gr