09 Νοεμβρίου 2014

Το Δόγμα Αϊζενχάουερ- ΕΦΗ ΠΕΝΤΑΛΙΟΥ*

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (αριστερά) και ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλες πίστευαν ότι η αραβοϊσραηλινή διένεξη ήταν το κύριο εμπόδιο για την εφαρμογή της «ανάσχεσης» στην Ανατολική Μεσόγειο και την παρεμπόδιση της σοβιετικής πρόσβασης εκεί.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (αριστερά) και ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλες πίστευαν ότι η αραβοϊσραηλινή διένεξη ήταν το κύριο εμπόδιο για την εφαρμογή της «ανάσχεσης» στην Ανατολική Μεσόγειο και την παρεμπόδιση της σοβιετικής πρόσβασης εκεί.Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η μεσανατολική πολιτική του Αμερικανού προέδρου Ντουάιτ Ντέιβιντ Αϊζενχάουερ στόχευε να μετριάσει τις εντάσεις μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων, έτσι ώστε να διασφαλίσει την περιοχή για τη Δύση και να την κρατήσει μακριά από τη σοβιετική επιρροή. Η αποτυχία αυτής της πολιτικής «γέννησε» το Δόγμα Αϊζενχάουερ το 1957, που διαμόρφωσε τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.


Ο Αϊζενχάουερ από νωρίς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Ψυχρός Πόλεμος θα αποτελούσε επί μακρόν το κύριο χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος. Εκρινε ότι έπρεπε να ληφθούν μέτρα για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος μιας πυρηνικής ανταλλαγής μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ για περιφερειακά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική εξωτερική πολιτική επηρεάζεται πάντοτε από εσωτερικές μεταβλητές. Ο Αϊζενχάουερ έπρεπε να διαχειριστεί το ακραίο φαινόμενο του μακαρθισμού και να εξορθολογικεύσει τον αμερικανικό αμυντικό προϋπολογισμό, ο οποίος ήταν εκτός ελέγχου από τη στιγμή που ο Τρούμαν είχε υιοθετήσει το NSC-68 (επεκτείνοντας τις αμυντικές δαπάνες), μετά την εισβολή της Βόρειας Κορέας στη Νότια. Για τον Αϊζενχάουερ, μια τέτοια πολιτική έβαζε σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση των ΗΠΑ ως καπιταλιστικής δημοκρατίας λόγω της δημιουργίας ενός ισχυρού στρατιωτικού - βιομηχανικού συμπλέγματος, που θα απομυζούσε πόρους από την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Ετσι, η εξωτερική και αμυντική πολιτική του βασίστηκαν στην ανάπτυξη της πυρηνικής ισχύος και τα «μαζικά αντίποινα» (δηλαδή στην έννοια της αποτροπής), την απόφαση να μειωθούν οι συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις και τη συνακόλουθη εξάρτηση από τα πυρηνικά όπλα, την προπαγάνδα, τις μυστικές υπηρεσίες, τις συμμαχίες και τον ψυχολογικό πόλεμο. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορούσε παρά να έχει άμεσες επιπτώσεις τόσο για τη Μεσόγειο όσο και τη Μέση Ανατολή.

Σαν πρώην στρατηγός, ήρωας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και διοικητής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, ο νέος πρόεδρος είχε σαφείς αντιλήψεις για τον ρόλο της Μεσογείου κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Για τις ανάγκες της αμυντικής στρατηγικής, ο Αϊζενχάουερ προσομοίωνε την Ευρώπη με ένα μπουκάλι. Το ευρύτερο μέρος της φιάλης το κατελάμβανε η Ρωσία. Η Δυτική Ευρώπη ήταν ο λαιμός της και η Ισπανία το άνοιγμά της. Οι πλευρές της φιάλης αποτελούνταν από τη Βόρεια Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Πίστευε ότι ο δυτικός έλεγχος και των δύο πλευρών ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή υπεράσπιση της Δυτικής Ευρώπης. Ως εκ τούτου, αναβάθμισε την αμυντική σημασία της Μεσογείου στον δυτικό αμυντικό σχεδιασμό και την κατέστησε ισότιμη με τη Βόρεια Θάλασσα, ως μια περιοχή πολύτιμη για τη συγκέντρωση των απαιτούμενων εναέριων και ναυτικών δυνάμεων για την υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων του ΝΑΤΟ στον Ρήνο. Από το 1954, το νατοϊκό αμυντικό σύστημα περιλάμβανε τέσσερα υπο-στρατηγεία, δύο εκ των οποίων σχετίζονταν με τη Μεσόγειο.

Προκλήσεις, ελπίδες και διαψεύσεις
Ο Αϊζενχάουερ ήξερε ότι για να πετύχει η αμερικανική μεσογειακή πολιτική θα έπρεπε να διασφαλιστεί και η Νότια Μεσόγειος μέσω της ενσωμάτωσής της στο παγκόσμιο σύστημα των αμερικανικών συμμαχιών που φιλοδοξούσε να συνάψει. Στη Μέση Ανατολή υιοθέτησε μια πολιτική επίδειξης δύναμης απέναντι στις σοβιετικές φιλοδοξίες. Ενέκρινε το πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης του Μοσαντέκ στο Ιράν για να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη πρόσβαση στις πηγές περσικού πετρελαίου και να βοηθήσει τη Βρετανία. Υποστήριξε, αρχικά, τις βρετανικές προσπάθειες για τη σύναψη ενός νέου περιφερειακού αμυντικού οργανισμού στη Μέση Ανατολή. Εθεσε ως στόχο να γοητεύσει τον νέο ισχυρό άνδρα της Αιγύπτου, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ.

Τόσο ο ίδιος, όσο και ο υπουργός Εξωτερικών, Τζον Φόστερ Ντάλες, έκριναν ότι η αραβοϊσραηλινή διένεξη ήταν το κύριο εμπόδιο για την εφαρμογή της «ανάσχεσης» στη Νότια Μεσόγειο και την παρεμπόδιση της σοβιετικής πρόσβασης εκεί. Η δημιουργία του Ισραήλ είχε υπονομεύσει τα συντηρητικά καθεστώτα της περιοχής και είχε εδραιώσει την αντίληψη ότι η Δύση είχε «προδώσει» τους Αραβες. Ετσι, οι Αραβες εχθρεύονταν πλέον τον σιωνισμό πιο πολύ από τον κομμουνισμό, ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ ήλπιζαν να εκμεταλλευτούν την παραδοσιακή αποστροφή του Ισλάμ για τον κομμουνισμό. Το αμερικανικό Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας εκτιμούσε ότι η αραβοϊσραηλινή διένεξη θα μπορούσε να προκαλέσει «μια αποφασιστική στροφή της περιοχής μακριά από τη Δύση και προς τη σοβιετική σφαίρα επιρροής». Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο πιεστική όταν ο Νικίτα Χρουστσόφ ήρθε στην εξουσία στη Σοβιετική Ενωση και, σε αντίθεση με τον Στάλιν, εστίασε την προσοχή του στον Τρίτο Κόσμο και ιδίως τη Μέση Ανατολή.

Ετσι, οι Αϊζενχάουερ και Ντάλες προσπάθησαν να σταθεροποιήσουν την περιοχή, προωθώντας τη μείωση των ενδογενών εντάσεων μέσω μιας πιο ισορροπημένης προσέγγισης, που αποσκοπούσε στην επίλυση της αραβοϊσραηλινής διένεξης και ταυτόχρονα στη μετατροπή του αραβικού εθνικισμού σε προπύργιο κατά του διεθνούς κομμουνισμού. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ συνόψισε αυτή την πολιτική ως εξής: «Ενώ θα συνεχίσουμε να δίνουμε στο Ισραήλ κάποια οικονομική βοήθεια, θα πρέπει να αποδείξουμε στον αραβικό κόσμο ότι δεν έχουμε την πρόθεση να χορηγούμε αποκλειστικά και μόνο το Ισραήλ». Οσον αφορά τον Νάσερ και το σήμα κατατεθέν του, τον «παναραβισμό», ακολούθησαν μία διττή προσέγγιση. Αρχικά, προσπάθησαν να επαναπροσανατολίσουν την αιγυπτιακή εξωτερική πολιτική σε μια πιο φιλοδυτική πορεία. Η αμερικανική απόφαση να δοθούν στον Νάσερ κεφάλαια για την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν ήταν μέρος της ίδιας στρατηγικής. Σε περίπτωση που αυτή η πολιτική αποτύγχανε, θα ενεργοποιούσαν το δεύτερο σκέλος που θα επιδίωκε την περιθωριοποίηση της Αιγύπτου μέσω κλιμακωτής οικονομικής και πολιτικής πίεσης.

Αποτυχία δημιουργίας αμυντικών θεσμών στη Ν. Μεσόγειο
Η εφαρμογή της νέας μεσανατολικής πολιτικής δεν ήταν ποτέ ομαλή. Οι Αμερικανοί ήταν απρόθυμοι να συντονίσουν φανερά την πολιτική τους με τις βρετανικές αμυντικές επιδιώξεις στη Μέση Ανατολή. Το Σύμφωνο της Βαγδάτης υπεγράφη το 1955. Περιλάμβανε τη Βρετανία, το Ιράκ, την Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν, αλλά όχι τη Συρία, την Ιορδανία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, παρά τις παρασκηνιακά ενθαρρυντικές παραινέσεις του Αϊζενχάουερ. Η οικονομική βοήθεια προς τα αραβικά κράτη και η πίεση στο Ισραήλ δεν απέβησαν αποτελεσματικές. Η απροθυμία του Καΐρου να συζητήσει με το Ισραήλ, και η ισραηλινή αδιαλλαξία πάνω στα εδαφικά ζητήματα και το πρόβλημα του επαναπατρισμού των προσφύγων αποκάλυψαν τα όρια της αμερικανικής πολιτικής. Επίσης, ο Νάσερ αποδείχθηκε απρόβλεπτος. Αποφάσισε ότι τα σχέδιά του μπορούσαν να εξυπηρετηθούν καλύτερα με το να σύρει τις δύο υπερδυνάμεις σε έναν ανταγωνισμό παροχής ανταλλαγμάτων προς αυτόν. Η συμφωνία αγοράς όπλων από την Τσεχοσλοβακία το 1955 και η ευθυγράμμισή του με το συνέδριο της Μπαντούνγκ ήταν περισσότερο από ό,τι η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ μπορούσε να αντέξει. Η αντίδραση των Αμερικανών να ακυρώσουν την αναπτυξιακή βοήθεια για το φράγμα του Ασουάν επιδείνωσε περαιτέρω την αραβική πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ ακολουθούσαν μια μονόπλευρη πολιτική στη Μέση Ανατολή. Αυτή η αραβική αντίληψη δεν ήταν απόλυτα σωστή, αλλά κατ’ αυτήν τη χρονική περίοδο ο αραβικός εθνικισμός, κάτω από το φάσμα των παρενεργειών της αποαποικιοποίησης, γινόταν ολοένα και πιο ριζοσπαστικός και είχε ανάγκη από εχθρούς – πραγματικούς ή νοερούς.

Η κρίση του Σουέζ

Με τη σειρά της, η κρίση του Σουέζ το 1956 επέδρασε αρνητικά στην αμερικανική πολιτική ίσων αποστάσεων στη Μέση Ανατολή. Η αγγλο-γαλλο-ισραηλινή σύμπραξη εναντίον της Αιγύπτου απεκαλύφθη και κατέρρευσε δημόσια, αφήνοντας τις πάλαι ποτέ κραταιές αποικιακές δυνάμεις της περιοχής αποδυναμωμένες και τον Νάσερ θριαμβευτή. Η Αμερική παρακολουθούσε τα δρώμενα αποσβολωμένη. Ο Αϊζενχάουερ ήταν έξαλλος με τις άστοχες ενέργειες των συμμάχων του. Η κυβέρνησή του είχε απορρίψει τη χρήση απροκάλυπτης βίας εναντίον της Αιγύπτου, η οποία θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια έκρηξη του αραβικού εθνικισμού, να ηρωοποιήσει τον Νάσερ και να υπονομεύσει τα αραβικά καθεστώτα που εξακολουθούσαν να συνεργάζονται με τη Δύση. Το φιάσκο του Σουέζ καταβαράθρωσε την αμερικανική πολιτική λεπτών ισορροπιών στην περιοχή αλλά επίσης εξέτρεψε την προσοχή της παγκόσμιας κοινής γνώμης από τη σοβιετική καταστολή της εξέγερσης στην Ουγγαρία. Και όλα αυτά συνέβησαν σε μια περίοδο επικείμενων προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ.

Ο Αϊζενχάουερ αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τις φιλοδοξίες του για τη δημιουργία αμυντικών θεσμών στη Νότια Μεσόγειο. Παρέμεινε με μόνο μία επιλογή, την υιοθέτηση του επονομαζόμενου Δόγματος Αϊζενχάουερ τον Ιανουάριο 1957, το οποίο προέβλεπε «τη διασφάλιση και την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας των εθνών, που ζητούν... ενίσχυση, για να αντιμετωπίσουν την απειλή συγκεκαλυμμένης ένοπλης επίθεσης από... έθνη που ελέγχονται από τον διεθνή κομμουνισμό». Η εξαγγελία του Δόγματος Αϊζενχάουερ προήλθε όχι μόνο από την αποτυχία των ΗΠΑ να ενοποιήσουν όλα τα αραβικά κράτη σε μια βιώσιμη αμυντική φιλοδυτική συμμαχία, αλλά επίσης από την ανάγκη να ενδυναμωθεί η θέση της Δύσης στη Μέση Ανατολή μετά το Σουέζ και να εμποδιστεί η Σοβιετική Ενωση να καλύψει το κενό ισχύος που η Βρετανία και η Γαλλία άφηναν πίσω τους.

Το νέο δόγμα εφαρμόστηκε στον Λίβανο το 1958, και οδήγησε τελικά στη δημιουργία του CENTO, καταδεικνύοντας έμπρακτα ότι η Μέση Ανατολή δεν μπορούσε να μην επηρεαστεί από τις εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου. Οι Σοβιετικοί αντέδρασαν στο Δόγμα Αϊζενχάουερ αυξάνοντας τη στρατιωτική βοήθεια προς την Αίγυπτο και αποστέλλοντας αξιωματικούς του Ερυθρού Στρατού για να εκπαιδεύσουν τις ένοπλες δυνάμεις της Συρίας. Σε απάντηση αυτών των σοβιετικών κινήσεων, οι ΗΠΑ απέστειλαν επιπλέον στρατιωτική βοήθεια στην Ιορδανία, τον Λίβανο, την Τουρκία και το Ισραήλ.

Η απόφαση της κυβέρνησης Αϊζενχάουερ να δραστηριοποιηθεί στη Μέση Ανατολή για να περιορίσει την εξάπλωση της σοβιετικής επιρροής στην περιοχή κατέληξε –λόγω της περιφερειακής αστάθειας και των διεθνών συγκυριών– να την διευκολύνει, καθώς η ΕΣΣΔ έγινε πηγή υποστήριξης για δυσαρεστημένα αραβικά καθεστώτα. Ετσι, οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν σε έναν επικίνδυνο ανταγωνισμό στην περιοχή, που κατέληξε να διαιωνίσει και να εμβαθύνει το αραβοϊσραηλινό πρόβλημα, χωρίς ωστόσο να αλλάξει ουσιαστικά την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, που καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου παρέμεινε σαφώς υπέρ των ΗΠΑ.

* Η κ. Εφη Πενταλιού είναι Fellow, LSE IDEAS, στο London School of Economics.