21 Απριλίου 2014

O μύθος της επαναπροσέγγισης ή πως θα χαρίσουν την Κύπρο στην Τουρκία…

O μύθος της επαναπροσέγγισης ή πως θα χαρίσουν την Κύπρο στην Τουρκία…Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ, www.philenews.com, www.mignatiou.com
Ήταν ένας δημοσιογράφος, ονόματι νομίζω, Χαραλάμπους (αλλά σίγουρα όχι ο Πάμπος της Αλήθειας και σημερινός έμμισθος κονδυλοφόρος του Προεδρικού) που έκανε το πιο ακριβές και εύστοχο σχόλιο, όταν τον Απρίλιο του 2003 ένας πολιτικά απελπισμένος Ραούφ Ντενκτάς πήρε το πράσινο φως από την Άγκυρα και άνοιξε το περιβόητο οδόφραγμα στο Λήδρα Πάλας, δίδοντας έτσι τόπο στην οργή των Τουρκοκυπρίων που ένοιωθαν ότι ο Ντενκτάς και οι ομοϊδεάτες του τους απέκλειαν το μέλλον, καταδικάζοντας τους στην εσωστρέφεια και τη αυτοαπομόνωση.Έγραψε τότε ο Χαραλάμπους (;) ένα σύντομο σχόλιο διατυπώνοντας την πιο απλή αλήθεια: ότι σε μια μέρα “κατέρρευσε ο μύθος της επαναπροσέγγισης” που καλλιεργείτο ευλαβικά και με το αζημίωτο για δεκαετίες, ώστε όταν φθάσει η ευλογημένη εκείνη “ώρα”, να επικρατήσουν η πολιτική ωριμότητα, η σύνεση, η ανοχή, ο πλουραλισμός και όχι ο εθνισμός, ο ατταβισμός και ο ρεβανσισμός.

Στη δεκάτη επέτειο, στις 23 Απριλίου 2013, η Τουρκοκυπριακή εφημερίδα Γενί Ντουζέν κυκλοφόρησε με τίτλο “10 χρόνια, 22 εκ. διελεύσεις”. Και επεξήγησε ότι σε αυτό το διάστημα κατεγράφησαν 8 εκατ. διελεύσεις Ελληνοκυπρίων και 14(!) εκατ. διελεύσεις Τουρκοκυπρίων.
Πέρασαν, υπογράμμισε ο αρθρογράφος και σχολιογράφος της εφημερίδας, Tζενκ Μουτλούγιακαλι, 10 χρόνια πέρα-δώθε χωρίς να σημειωθούν προβοκάτσιες και χωρίς ν´ανοίξει η μύτη κανενός. Και καταλήγει διερωτώμενος γιατί υπάρχουν στρατοί στη Κύπρο, ποιόν προφυλάσσουν από ποιους, και ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετούν. 

Πέρασε ένα ακόμη έτος από τότε και, με αναγωγή, θα πρέπει οι διελεύσεις να αγγίζουν τα 25 εκ. Καταγράφεται ένα μόνο θύμα, πολιτικό όμως. Είναι ο Αρχηγός της Κυπριακής Αστυνομίας, που εκπαραθυρώθηκε από τον Πρόεδρο (δεν το αξιολογώ) με αφορμή (αλλά ίσως όχι αιτία) το γνωστό επεισόδιο στη Λεμεσό όπου περιθωριακά στοιχεία αποπειράθηκαν, ανεπιτυχώς, να αποτρέψουν πολιτική εκδήλωση με κεντρικό ομιλητή τον Τουρκοκύπριο πολιτικό ηγέτη Ταλάτ.

Το πρόβλημα στη Κύπρο υπήρξε από καταβολής του κράτους, ένα κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα. Σε στρατηγικό επίπεδο αφορά, μέχρι και τις μέρες μας, τον έλεγχο ολόκληρης της Μεσογείου η οποία, στο πλαίσιο πλανητικών σχεδιασμών, δεν θεωρείται καν θάλασσα αλλά αυτοκινητόδρομος για την προβολή, όπως και την αντιπαραβολή, ισχύος στην Αφρική, την Ευρασία και στο κρίσιμο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής. Σε περιφερειακό επίπεδο δεν εμπλέκει μόνο τους παραδοσιακούς ανταγωνιστές Ελλάδα και Τουρκία. Εμπλέκει άμεσα το Ισραήλ, εμπλέκει την Αίγυπτο, εμπλέκει την Συρία. Και σε τοπικό επίπεδο αφορά στην εσωτερική νομή της εξουσίας ανάμεσα στην πλειοψηφούσα κοινότητα και τη μειοψηφούσα.

Το πρόβλημα στη Κύπρο δεν είναι ψυχολογικό, δεν είναι διαπροσωπικό, δεν αφορά στην έλλειψη εμπιστοσύνης, δεν είναι μεταφυσικό. Στη Κύπρο δεν χρειάζονται “focus groups”, δεν χρειάζονται “two step” διαδικασίες, δεν χρειάζονται οι εξ’ Εσπερίας καθηγητές των “social communications” (όρος πού την δεκαετία του 1950 αντικατέστησε, για ευνόητους λόγους, τον όρο “psychological warfare”), δεν χρειάζονται ΠΡΙΑ και ΜΙΑ και λοιπά ενεργούμενα όπως το International Crisis Group ή τα UNOPS με τα δεκάδες παρακλάδια τους. Αν όλα αυτά χρειάζονται, δεν είναι για να παράξουν “λύση” αλλά για να διαιωνίζουν την κατάσταση με τη μορφή μιας ατέρμονης διαδικασίας διότι, πώς να γίνει, χρειάζονται ακόμη λίγο “εκδημοκρατισμό” οι ιθαγενείς, λίγο ακόμη και θα είναι έτοιμοι για όλες τις μελλοντικές προκλήσεις.

Αν σε κάτι χρειάζονται είναι για να δικαιολογούν τη ύπαρξη μιας παρασιτικής τάξης, ξένης και ντόπιας, που αυτοπροβάλλεται, αυτοπαραμυθιάζεται και η οποία συνεχώς παραγοντίζει, πάντοτε με το αζημίωτο, ότι θα “εξανθρωπίσουν” και θα “εκπολιτίσουν” τους ιθαγενείς ώστε να μπορούν να στέκονται στα δικά τους πολιτικά πόδια. Το φαινόμενο αυτό των πολιτικών “φωταδιστών” δεν περιορίζεται στη Κύπρο. Είναι διεθνές, αφορά πολλά διεθνή ζητήματα, όπως π.χ. αυτό του πυρηνικού αφοπλισμού, αλλά διέπεται από το ίδιο σκεπτικό του οικονομικού παρασιτισμού και πολιτικού παραγοντισμού.

Τα τελευταίο δείγμα γραφής των παραπάνω νοοτροπιών είναι, βέβαια, το επικείμενο ταξίδι των Κυπρίων διαπραγματευτών στη Νότια Αφρική για να παρακολουθήσουν διάλεξη ενός λευκού πρωταγωνιστή στην κατάλυση του ρατσιστικού καθεστώτος και στη πολιτική συμφιλίωση μαύρων και λευκών που ακολούθησε. Ήταν το ταξίδι αυτό εισήγηση των αμερικανών, ώστε οι δυο κύπριοι διαπραγματευτές να αντλήσουν “μαθήματα” από την εμπειρία των Νοτιοαφρικανών. Εδώ διερωτάται κανείς πραγματικά αν πρόκειται για περίπτωση μαύρου χιούμορ. Όπως πολλοί σχολίασαν σκωπτικά, ποια είναι τα μαθήματα που θα αντληθούν; Πώς καταργήθηκε το ρατσιστικό καθεστώς και επικυρώθηκε πανηγυρικά η καθολική δημοκρατική αρχή “ένας άνθρωπος, μια ψήφος”, ή θα αντληθούν μαθήματα από την ανάποδη; Πώς δηλαδή οικοδομήθηκε το ρατσιστικό καθεστώς, παραπλήσιο του οποίου επιχειρείται να οικοδομηθεί και στη Κύπρο και πώς αυτό να γίνει “δημοκρατικά” αποδεκτό;

Πέραν της αυτοπροβολής υπάρχει για τη πλευρά μας προστιθέμενη αξία για το ταξίδι στην Νότιο Αφρική; Αναγνωρίζω ότι ο δικός μας διαπραγματευτής δεν μπορούσε, για λόγους σκοπιμότητας, να μην ανταποκριθεί στη πρόσκληση για παρουσία στην εκδήλωση. Αλλά αντίθετα με τον ομόλογο του, που ανέδειξε το γεγονός και τη συμμετοχή του ως μείζον, ο δικός μας όφειλε να ακολουθήσει την διπλωματική συνταγή ότι η σιωπή είναι χρυσός και να μην καλλιεργεί και αυτός τον πολιτικό παραλογισμό, ότι το πρόβλημα στη Κύπρο δεν είναι πολιτικό αλλά πρόβλημα καχυποψίας και ότι ταξίδια τύπου Νοτίου Αφρικής συμβάλουν στη θεραπεία του.

Έχουμε τέλος και τον επιτάφιο στην εκκλησία του Ξορινού στο Βαρώσι που παρουσιάζεται ως πρωτοφανές γεγονός διότι θα λειτουργήσει η συγκεκριμένη εκκλησία μετά από 57 χρόνια. Είναι λένε μεγάλο επίτευγμα στο δρόμο για την “συμφιλίωση” αλλά και “θαύμα”, κατά ένα ιερωμένο. Με όλο το σεβασμό προς τους πιστούς και τους καλοπροαίρετους, δεν μπορούν να είναι θαύματα τα αυτονόητα. Γιατί δεν ανοίγει και ο δρόμος Λάρνακας Λευκωσίας κοντά στο χωριό Πυρόϊ; Χρειάζεται και εκεί θαύμα; Δεν θα συμβάλει μια τέτοια κίνηση στη συμφιλίωση και επαναπροσέγγιση; Και εάν ναι, γιατί δεν γίνεται; Ποιος από αυτούς που κόπτονται να μας “επαναπροσεγγίσουν” θα απαντήσει;

Χρειάζεται πράγματι μεγάλη προσπάθεια και ταχυδακτυλουργική επιδεξιότητα, για να μην βλέπεις αυτό που βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου. Και στην Κύπρο όλο το ζήτημα της “επαναπροσέγγισης ” έχει γίνει υποκατάστατο της πολιτικής πραγματικότητας. Και αυτή είναι, η κατεξοχήν πολιτική διάσταση του προβλήματος και η βούληση της μιας πλευράς να επιβάλει, μέσω καταναγκασμού και με όπλο την επιθετική διάταξη 40 και πλέον χιλιάδων στρατιωτών, την δική της ηγεμονική ειρήνη και συνάμα την δική της “ιστορική” θεώρηση.
http://mignatiou.com/2014/04/o-mithos-tis-epanaprosengisis/