23 Μαρτίου 2014

«Η εθνική αυτοτέλεια συνοδεύτηκε από επώδυνες ήττες» Στην πιο κρίσιμη φάση της Επανάστασης εκδηλώθηκε ο επικατάρατος διχασμός


Η επέτειος της Ελληνικής Επανάστασης θέτει κάθε φορά κρίσιμα ερωτήματα, τόσο για την ίδια όσο και για το ελεύθερο έκτοτε ελληνικό κράτος. Πολλές παθογένειες σημερινές, οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές, έχουν τη ρίζα τους στις συνθήκες εκείνου του Αγώνα και στα χαρακτηριστικά του.
Ο ακαδημαϊκός και ιστορικός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, ο οποίος έχει σημαντικό ερευνητικό και συγγραφικό έργο και για την περίοδο αυτή του Νέου Ελληνισμού, μας μιλάει σήμερα για ορισμένες ιδιαίτερες πλευρές εκείνου του μεγάλου ελληνικού αγώνα, που είχε συγκινήσει βαθιά όλους σχεδόν τους λαούς της Ευρώπης και είχε αποτελέσει την απαρχή και των άλλων εθνικών επαναστάσεων που ακολούθησαν. Διότι, δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ, ότι η Ελληνική Επανάσταση ακολουθεί χρονικά τις δύο μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα, την Αμερικανική και τη Γαλλική και εισάγει η ίδια το μεγάλο εθνικό επαναστατικό ρεύμα του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα.

Ο Κ. Σβολόπουλος κατέληξε σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα, ότι η Ελλάδα είναι αρκετά μικρή και αδύναμη, ώστε να αγνοεί τους διεθνείς συσχετισμούς. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει αίσθημα εθνικής υποτέλειας, αλλά σημαίνει πολιτικό ρεαλισμό. Διότι το αίσθημα υποτέλειας δεν θα 'φερνε ποτέ τον Αγώνα του '21 και η Ελλάδα θα παρέμενε εσαεί υποδουλωμένη εθνικά και θρησκευτικά. Αλλά και ο πολιτικός ρεαλισμός δεν μπορεί να αγνοηθεί, επί ποινή μεγάλων εθνικών καταστροφών. Η ιστορία μας τα έχει διδάξει και τα δύο. 

- Ποιοι ήταν οι παράγοντες που ευνόησαν την επαναστατική έκρηξη; Η Φιλική Εταιρεία; Οι λόγιοι; Οι έμποροι; Μπορεί να γίνει ιεράρχηση;
«Ολοι, σχεδόν, οι υπόδουλοι Ελληνες βρέθηκαν τότε, για διαφορετικούς ενδεχομένους λόγους, στις επάλξεις του επαναστατικού αγώνα. Το μείζον τμήμα του λαού, το οποίο υφίστατο την καταπίεση των δικαιωμάτων του, ήταν φυσικό να αντιδράσει, ενώ και η οικονομική ευμάρεια, όπου παρατηρούνταν, ενέτεινε την ανάγκη για την εξασφάλιση και της πολιτικής ελευθερίας. Η βίωση της παράδοσης του έθνους, αρχαίας και σύγχρονης, είχε καλλιεργήσει για μακρούς αιώνες την αντίθεση στη δουλεία, ενώ η Γαλλική Επανάσταση διέχυσε τις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας, οι οποίες ενέπνευσαν τη Φιλική Εταιρεία στο παράτολμο εγχείρημά της. Υπό την έννοια αυτήν, δεν μπορεί να γίνει ιεράρχηση». 

- Υπάρχει μια εντύπωση ότι οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κυρίως, ήταν αντίθετοι. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι ήταν μέλη της Φιλικής οι περισσότεροι...
«Πράγματι, υπό το κράτος τρεχόντων υπολογισμών, έχει παραγνωριστεί η συμβολή των προκρίτων στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή του επαναστατικού αγώνα». 

- Και ο ρόλος της Εκκλησίας;
«Ο ρόλος της Εκκλησίας στη χειραφέτηση των Ελλήνων έμελλε να είναι για πολλούς λόγους καθοριστικός. Η ριζική αντίθεση έναντι του αλλογενούς κυριάρχου, η θρησκευτική προσέτι αντιπαλότητα απέναντί του, η σταθερή προσήλωση στην παράδοση, η εγκόλπωση της διδασκαλίας των κλασικών ελληνικών γραμμάτων, προσφέρονται, μεταξύ άλλων, για να εξηγήσουν την εγκύτητα και το συμμερισμό των συναισθημάτων του συντριπτικά μεγαλύτερου τμήματος των ιερωμένων με το αλύτρωτο γένος». 

- Η προκήρυξη του Υψηλάντη ξεκινούσε με τη φράση «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Πώς το σχολιάζετε;
«Η προκήρυξη του Υψηλάντη είναι προϊόν της βαθιά δημοκρατικής ιδεολογίας του. Αυτός ο γόνος επιφανούς φαναριώτικης οικογένειας είχε ασπαστεί από την πρώτη νεότητά του τις πλέον ριζοσπαστικές αρχές της Γαλλικής Επανάστασης από κοινού με ορισμένους νέους "ελευθεριάζοντες" του κύκλου του. Η μνεία στην προκήρυξή του της 21ης Φεβρουαρίου 1821 των Τυραννοκτόνων και των φονέων του Καίσαρα, οι οποίοι έδρασαν στο όνομα της δημοκρατίας, είναι χαρακτηριστική. Η συγκεκριμένη ερμηνεία, εξάλλου, προσφέρεται κυρίως για να εξηγήσει και τις ταλαιπωρίες που υπέστη μετά την παράδοσή του στις απολυταρχικές -τότε- αυστριακές αρχές». 

- Πώς επιδρά η σύγκρουση μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, στην απήχησή της διεθνώς;
«Ατυχώς, στην πιο κρίσιμη φάση της Επανάστασης εκδηλώθηκε ο επικατάρατος διχασμός στους κόλπους του αγωνιζόμενου έθνους, αρχικά με την ανελέητη σύγκρουση στρατιωτικών και πολιτικών. Θα επακολουθήσουν με χρονική αφετηρία το 1824 και άλλες συγκρούσεις -π.χ. μεταξύ Ρουμελιωτών και Πελοποννησίων- που θα καταρρακώσουν το κύρος της Ελληνικής Επανάστασης διεθνώς και, κυρίως, θα παραλύσουν τον θαυμαστό δυναμισμό που είχε δείξει αρχικά: ο ακαδημαϊκός Μιχαήλ Σακελλαρίου στο τελευταίο του βιβλίο για την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο παρέχει την παραστατική αυτήν εικόνα». 

- Αυτός όμως ο εμφύλιος διχασμός κατά την Επανάσταση, άφησε τα ίχνη του στο νέο ελληνικό κράτος;
«Αποτελεί θλιβερό σύμπτωμα ότι η διαίρεση όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε έκτοτε, αλλά και αποτέλεσε μείζον χαρακτηριστικό της νεότερης εθνικής μας ιστορίας. Ρίγος οφείλει να προκαλεί ο αναλογισμός των συνεπειών του εθνικού διχασμού που εκδηλώθηκε στη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων». 

- Τα δάνεια του Αγώνα απετέλεσαν εξαρχής ένα πεδίο πολιτικών ανταγωνισμών. Από τότε δηλαδή έχουμε διασπάθιση εθνικών πόρων;
«Η αδυναμία για τη συγκρότηση κράτους ικανού να σεβαστεί τη θεμελιακή του υπόσταση και την αποστολή του έναντι των πολιτών είναι πρώτιστα ζήτημα πολιτικό. Η διασπάθιση του προϊόντος των δανείων του Αγώνα, χάριν ανομολογήτων αναγκών της τρέχουσας πολιτικής, θα συνοδεύσει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μείζονες κυβερνητικές κρίσεις ενίοτε». 

- Ποιος ήταν ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στην Επανάσταση; Η Ελλάδα μπορούσε να είναι πραγματικά ανεξάρτητο κράτος, όταν εξαρχής τέθηκε υπό την ηγεμονία τους;
«Η απόλυτη ανεξαρτησία στη διεθνή ζωή ήταν και παραμένει, ακόμη και μετά τη σύσταση -κατά τον προηγούμενο αιώνα- κορυφαίων Παγκόσμιων Οργανισμών, έννοια σχετική. Ο παράγοντας της ισχύος διαμορφώνει μια διεθνή πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από το διαχωρισμό ανάμεσα σε Μεγάλες Δυνάμεις και σε μεσαία ή μικρά κράτη. Η κατοχή από τα τελευταία αυτά -όπως η Ελλάδα- επίκαιρης θέσης είναι πλεονέκτημα, από μια άποψη, αλλά και μειονέκτημα από μια άλλη». 

- Δηλαδή;
«Αποτελεί, πράγματι, ειρωνεία ότι η πραγμάτωση της εθνικής αυτοτέλειας συνοδεύτηκε από επώδυνες ήττες -όπως κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο, την ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1897, την εισβολή, μετά την ήττα του Βενιζέλου, στη Μικρά Ασία- ενώ η συμπαράταξη με Μεγάλες Δυνάμεις ή ισχυρά γειτονικά κράτη απέληξε στην εθνική δικαίωση - παράδειγμα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι. Αυτό δεν σημαίνει άρνηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Υποδηλώνει απλά τη διεθνή αλληλεξάρτηση και την υποχρέωση, εκάστοτε, της ρεαλιστικής στάθμισης των εθνικών συμφερόντων».