04 Νοεμβρίου 2013

Η ανώμαλη προσγείωση έτεκεν προγραμματική συμφωνία!

http://i1.prth.gr/images/071C462008B5EB8FD367F124875CE598.jpg
Γράφει ο Σταύρος Λυγερός ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ φορά επιβεβαιώνεται στην πράξη η λαϊκή παροιμία ότι το ψέμα έχει κοντά πόδια. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από την εποχή που ο πρωθυπουργός μιλούσε για success story. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πεισματάρικη και η τρόικα φροντίζει να υπενθυμίζει στους εγχώριους κυβερνήτες ότι είναι δεμένοι πισθάγκωνα από τα μνημόνια που έχουν υπογράψει και ψηφίσει.Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση Σαμαρά πορευόταν βουτηγμένη στις ψευδαισθήσεις. Πριν ένα χρόνο θεωρούσε ότι εάν επιβίωνε μέχρι τις γερμανικές εκλογές θα είχε περάσει τον κάβο. Θεωρούσε ότι η Μέρκελ, απαλλαγμένη από τις προεκλογικές σκοπιμότητές της, θα δρομολογούσε την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Με τη σειρά της, η αναδιάρθρωση θα άλλαζε την εικόνα της Ελλάδας διεθνώς, δρομολογώντας μία αλυσίδα θετικών εξελίξεων. Θα της επέτρεπε να επιστρέψει στις αγορές, γεγονός που θα διευκόλυνε την προσέλκυση σημαντικών άμεσων ξένων επενδύσεων και την είσοδο της οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης.
Το σενάριο αυτό διαψεύδεται. Παρά τις πιέσεις του ΔΝΤ, το ευρωιερατείο όχι μόνο απορρίπτει κατηγορηματικά το «κούρεμα», αλλά και ουσιαστικά παραπέμπει τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους μετά τις ευρωεκλογές. Η δήλωση του επιτρόπου Ρεν την περασμένη Τετάρτη επιβεβαιώνει τις σχετικές πληροφορίες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μέχρι τότε η οικονομία είναι αδύνατον να ορθοποδήσει.

Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει την τρόικα να ασκεί ασφυκτικές πιέσεις για την εντατικοποίηση της μονοδιάστατης λιτότητας. Μπορεί, άλλωστε, το ευρωιερατείο και το ΔΝΤ να διαφωνούν για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, αλλά συμφωνούν σ’ αυτή την πολιτική. Γι’ αυτό και οι απεγνωσμένες εκκλήσεις της κυβέρνησης δεν βρίσκουν ανταπόκριση.

Το γεγονός αυτό προκαλεί νευρική κρίση στους Σαμαρά και Βενιζέλο, αλλά και τους υποχρεώνει, για λόγους πολιτικής επιβίωσης, να έρθουν πιο κοντά. Δεν είναι μόνο η κοινή άρνησή τους να λάβουν πρόσθετα οριζόντια μέτρα. Είναι και η προγραμματική συμφωνία Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να πραγματοποιήθηκε με ενάμιση χρόνο καθυστέρηση, αλλά καταδεικνύει ότι οι δύο κυβερνητικοί εταίροι έχουν συνείδηση όχι μόνο ότι βρίσκονται στο ίδιο σκάφος, αλλά κι ότι αυτό το σκάφος κινδυνεύει να βουλιάξει.

Η σύγκλιση, όμως, δεν έγινε κάπου στη μέση. Κατά κανόνα αντανακλά την ιδεολογικοπολιτική μετατόπιση των «πρασίνων» προς την πλευρά των «γαλάζιων». Αυτή η προγραμματική συμφωνία δεν αντανακλά μόνο τη διαφορά εκλογικού βάρους των δύο κομμάτων. Αντανακλά και την ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με το μνημόνιο. Αντανακλά, όμως, και την προσωπική ανάγκη που έχει ο Βενιζέλος από την πολιτική κάλυψη της Ν.Δ. για να αποφύγει εξεταστικές επιτροπές και δικαστικές περιπέτειες.

Το έργο το είδαμε στην υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ και το βλέπουμε και τώρα στην υπόθεση των υποβρυχίων. Στην πραγματικότητα, ο Βενιζέλος είναι περισσότερο πολιτικά όμηρος παρά εταίρος του Σαμαρά. Εάν το στίγμα του μνημονίου εμποδίζει το ΠΑΣΟΚ να παίξει τον ρόλο του μπαλαντέρ στο πολιτικό σύστημα, η ομηρία του Βενιζέλου το καταδικάζει να λειτουργεί σαν δορυφόρος της Ν.Δ.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ αρχικά το Μέγαρο Μαξίμου είχε αποφύγει να προσφέρει στον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ πλήρη πολιτική κάλυψη στην κόντρα του με τον Αβραμόπουλο για τα υποβρύχια, το έπραξε λίγες ημέρες μετά. Δεν έπαιξε ρόλο μόνο η πιεστική απαίτηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης. Επαιξε κυρίως ρόλο το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός έλαβε από αυτόν συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Ορισμένα μόνο εξ αυτών εμφανίζονται στην προγραμματική συμφωνία.

Η ανελαστική στάση της τρόικας υποχρεώνει τους δύο κυβερνητικούς εταίρους να προσγειωθούν ανωμάλως στην πραγματικότητα. Προ ημερών, το επιτελείο του Σαμαρά διοχέτευε την απειλή προς τα αφεντικά της ευρωζώνης ότι νέα μέτρα δεν πρόκειται να περάσουν από τη Βουλή κι ότι εάν τον στριμώξουν θα προκηρύξει εκλογές κι όχι βεβαίως για να τις κερδίσει.

Μπορεί η απειλή του πρωθυπουργού να στόχευε το ευρωιερατείο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τρομοκρατήσει τον Βενιζέλο. Ο λόγος είναι προφανής. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι εάν στηθούν κάλπες το ΠΑΣΟΚ θα υποστεί νέα πανωλεθρία. Από τη μία η έντονη αντίδραση των «πρασίνων» κι από την άλλη το αυστηρό μήνυμα των δανειστών υποχρέωσαν το Μέγαρο Μαξίμου να ανακρούσει πρύμναν.

Υπονομευμένες οι «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης

Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ της τρόικας για νέα οριζόντια μέτρα, σε συνδυασμό με την κοινή δημόσια άρνηση των δύο κυβερνητικών εταίρων, δημιουργεί σύννεφα στις σχέσεις των δύο πλευρών, γεγονός που δεν είναι χωρίς πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις. Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι το Μέγαρο Μαξίμου εξέπεμψε σε άλλο μήκος κύματος όταν οι αρμόδιοι υπουργοί Στουρνάρας και Βρούτσης έσπευσαν να ανοίξουν διάπλατα την πόρτα για δραστική μείωση συντάξεων και εφάπαξ. Προφανώς, η πείρα τούς έχει διδάξει ότι τελικώς γίνεται αυτό που θέλει η τρόικα.

Οι «κόκκινες γραμμές» του διδύμου Σαμαρά - Βενιζέλου έχουν επιτρέψει σε βουλευτές και των δύο συμπολιτευόμενων κομμάτων να εκτεθούν ανοικτά στη γραμμή «όχι νέα μέτρα». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι έχει καταστεί πολιτικά πολύ πιο δύσκολη η υποχώρηση της κυβέρνησης.

Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι οι δανειστές είναι διατεθειμένοι να κάνουν έστω και ένα βήμα πίσω. Κι όχι μόνο αυτό. Τα αφεντικά της ευρωζώνης απορρίπτουν κατηγορηματικά και την πολιτική διαπραγμάτευση, την οποία επιδιώκει ο πρωθυπουργός. Δεν κρύβουν, μάλιστα, τη δυσαρέσκειά τους για την «ανυπακοή» της κυβέρνησης.

Το ευρωιερατείο θεωρεί ότι οι Σαμαράς και Βενιζέλος κι αυτή τη φορά τελικώς θα υποκύψουν. Οταν, άλλωστε, μιλάνε για διαπραγμάτευση εννοούν απλώς την άμβλυνση των πιο επώδυνων πτυχών της μονοδιάστατης λιτότητας που επιβάλει η τρόικα. Ούτε αυτό, όμως, θα κερδίσουν. Το αίτημα για έλεος δεν ήταν ποτέ αποτελεσματικό διαπραγματευτικό όπλο.

Οι δύο κυβερνητικοί εταίροι δεν είναι πολιτικά και ψυχολογικά διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν τον «μονόδρομο» του μνημονίου και πολύ περισσότερο να διακινδυνεύσουν μία σύγκρουση με την τρόικα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε τελευταία ανάλυση είναι έρμαια του ευρωιερατείου. Εχουν καταδικάσει τον εαυτό τους τελικώς να υποχωρήσουν ατάκτως και μάλιστα κατά τρόπο που θα τους προσκομίσει μεγαλύτερο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό.