16 Ιουνίου 2014

Πώς η κρίση του Ιράκ "συναντά" την ουκρανική

http://localtvkdvr.files.wordpress.com/2014/06/s034291969.jpg
Του Κώστα Ράπτη. Σχολιάζοντας προσφάτως τις κατηγορίες των ΗΠΑ ότι η χώρα του αναμιγνύεται στρατιωτικά στην ουκρανική κρίση, ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε δηκτικά: “Να φέρουν τις αποδείξεις. Όπως όταν ο τότε επικεφαλής του State Department, Colin Powel έδειχνε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δοκιμαστικούς σωλήνες που περιείχαν άγνωστες σκόνες”.Δεν είναι μόνο η μακρά παραμονή στην εξουσία που δίνει στον Vladimir Putin να ανακαλεί στη μνήμη γεγονότα που εκτυλίχθηκαν προ 11ετίας. Είναι και η βαθύτερη σύνδεση την οποία έχουν οι σχέσεις Ρωσίας-Δύσης με τη μοίρα του Ιράκ, που τόσο δραματικά επιδεινώθηκε με την προέλαση των τζιχαντιστών την τελευταία εβδομάδα.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov δεν έχασε ευκαιρία να χαρακτηρίσει τις εξελίξεις ως “θεαματική αποτυχία” της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003. Και είναι αλήθεια, ότι οι πολιτικοί ιθύνοντες και οι μεσανατολιστές εμπειρογνώμονες της Ρωσίας είχαν εγκαίρως και ομόθυμα υποστηρίξει ότι η ανατροπή του Saddam Hussein θα ανοίξει τον “ασκό του Αιόλου” σε όλη την περιοχή και θα θέσει εν κινδύνω την υπόσταση του Ιράκ ως ενιαίου κράτους.
Η Μόσχα δεν αποτελούσε τότε τον ηχηρότερο επικριτή των επιλογών των ΗΠΑ, καθώς τον ρόλο αυτό είχαν αναλάβει το Παρίσι του Jacques Chirac και το Βερολίνο του Gerhard Schröder. Όμως, το κοινό μέτωπο των τριών πρωτευουσών απέναντι στην προοπτική της αμερικανικής εισβολής αποτέλεσε την σημαντικότερη και μοναδική έως τώρα περίπτωση “διεμβολισμού” της Δύσης από τον πάλαι ποτέ αντίπαλο επί Ψυχρού Πολέμου και ευθυγράμμισης των μεγαλύτερων δυνάμεων της ηπειρωτικής Ευρώπης με τη Ρωσία.

Η αντίθεση του Κρεμλίνου προς την “αλλαγή καθεστώτος” στη Βαγδάτη αποτέλεσε και το ένα από τα σημεία καμπής στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις που την επαύριο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου και των ρωσικών διευκολύνσεων κατά τον πόλεμο του Αφγανιστάν εμφανίζονταν ιδιαίτερα θερμές. Το δεύτερο ήταν η σύλληψη του πολιτικά φιλόδοξου “βασιλιά των υδρογονανθράκων” Mikhail Khodorkovsky, καθώς η “στρατηγική των ολιγαρχών” αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της ενσωμάτωσης του μετασοβιετικού χώρου στην αμερικανική τάξη πράγματων – όπως μαρτυρεί μέχρι σήμερα η Ουκρανία, όπου η πολιτική ουδέποτε μπόρεσε να ξαναπάρει το τιμόνι.

Η εφιαλτική για τη Ουάσιγκτον προοπτική συγκρότησης ενός “άξονα” Παρισιού-Βερολίνου-Μόσχας(-Πεκίνου;) γρήγορα απαντήθηκε με κινήσεις, όπως η “αντιπυραυλική ασπίδα” που εμπέδωσε την καχυποψία στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις, ενώ την ίδια στιγμή η συμμετοχή στην Ε.Ε. των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών της κατά Donald Rumsfeld “Νέας Ευρώπης” έδινε μία παγίως ρωσοφοβική απόκλιση στη συνισταμένη της ευρωπαϊκής διπλωματίας.

Άλλωστε, η εισβολή στο Ιράκ αποτελούσε τμήμα μιας φιλόδοξης στρατηγικής για τη δημιουργία μέσω της “στρατιωτικής χειρός” ενός “δημοκρατικού ντόμινο” που θα αναμόρφωνε όλη τη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, ένα άλλο σχέδιο “εκδημοκρατισμού” εφαρμοζόταν με μη στρατιωτικά μέσα στις “πολύχρωμες επαναστάσεις” που σημάδεψαν τον μετασοβιετικό χώρο την περίοδο 2003-4 (Γεωργία, Ουκρανία, Κιργιζία). Η Μόσχα δεν άργησε να κάνει τον συνειρμό.

Έντεκα χρόνια μετά την πτώση του Saddam Hussein το νέο Ιράκ του Nuri al-Maliki, καίτοι ασταθεές και σεκταριστικό, είχε βρεθεί να προσελκύει το έντονο ρωσικό ενδιαφέρον. Η στάση της Βαδγάτης στη συριακή κρίση, η οποία απέκλινε από αυτήν της πλειοψηφίας των χωρών του Αραβικού Συνδέσμου, είχε οδηγήσει πολλούς να μιλούν για “ρωσο-σιιτικό άξονα”, καθώς η υπεράσπιση του Assad είχε φέρει στο ίδιο χαράκωμα τη Ρωσία, το Ιράκ, το Ιράκ και τη σιιτική οργάνωση Χεζμπολλάχ του Λιβάνου. Όσο για τους σουνίτες αντάρτες, οι οποίοι με τη χρηματοδότηση των αραβικών μοναρχιών του Περσικού Κόλπου και με την ανοχή ή και ενεργό διευκόλυνση ΗΠΑ, Γαλλίας και Τουρκίας ρήμαζαν την Συρία, η Ρωσία δεν είχε την παραμικρή αναστολή να τους κατονομάσει ως το σημαντικότερο πρόβλημα της συριακής κρίσης. Η Μόσχα δεν ξεχνά ότι η γέννηση του τζιχαντισμού είχε και διατήρησε στο στόχαστρό της πρωτίστως τα ρωσικά συμφέροντα είτε στο Αφγανιστάν, είτε στην Τσετσενία, στην Βοσνία κ.ο.κ.

Οι πρόσφατοι δεσμοί Βαγδάτης και Ρωσίας υπήρξαν και οικονομικοί, καθώς η Lukoil επένδυσε 4 δισ. δολάρια, προκειμένου να εμπλακεί στην εκμετάλλευση του γιγαντιαίου πετρελαϊκού κοιτάσματος της Δυτικής Κούρνα, ενώ το 2010, η κυβέρνηση Maliki, επιδιώκοντας τη μέγιστη διαφοροποίηση των εξοπλιστικών πηγών της, υπέγραψε, προς αγανάκτηση της Ουάσιγκτον, συμφωνία προμήθειας ρωσικού οπλισμού, ύψους τουλάχιστον 4 δισ. δολαρίων.

Η παρούσα δοκιμασία του Maliki έχει, κατά τον αναλυτή Fyodor Lukyanov του al-monitor.com, το αποτέλεσμα να αποστρέφει εν μέρει το αμερικανικό ενδιαφέρον από την ουκρανική κρίση, ωστόσο Μόσχα δεν έχει κανένα συμφέρον να λειτουργήσει ως “ζημιάρης” στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αν στη παρούσα φάση της έντασης γύρω από το μέλλον της Ουκρανίας οποιαδήποτε σύμπραξη Ρωσίας και ΗΠΑ για την αντιμετώπιση των τζιχαντιστών δεν είναι νοητή, η Μόσχα αντιλαμβάνεται ότι πολύ περισσότερα από τις ρωσικές επενδύσεις που κινδυνεύουν να χαθούν. Ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης ολόκληρης της περιοχής, που άλλωστε βρίσκεται τόσο κοντά στα ρωσικά σύνορα, επιβάλλει προσεκτικές κινήσεις. Το αν η διαφαινόμενη “απόψυξη” των σχέσεων Ιράν-ΗΠΑ βρει εφαρμογή και σε μιαν περσο-αμερικανική “συνεννόηση” για την σταθεροποίηση του Ιράκ είναι ένα ερώτημα που η Ρωσία θα ήθελε να δεί να απαντιέται θετικά.


Πηγή:www.capital.gr
Πηγή:www.capital.gr