10 Μαρτίου 2014

H Ουκρανία και η στάση ΗΠΑ και Obama

http://www.newsit.gr/files/Image/2014/03/09/resized/ukra3_533_355.jpg
Των Dana H. Allin και Steven Simon  Καθώς η κρίση εξελίσσεται στην Ουκρανία, έχει αναπτυχθεί πολλή ρητορική γύρω από τα ερωτήματα σχετικά με την σκληρότητα και την «αξιοπιστία» της Δύσης και, ειδικότερα, του Barack Obama. Να είστε επιφυλακτικοί με αυτή την φλυαρία, γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για ανοησίες και σε ορισμένες περιπτώσεις, για επικίνδυνες ανοησίες.Στην Κυριακάτικη έκδοση της Washington Post, ο David Kramer, υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του George W. Bush, εκτίμησε  ότι οι ουκρανικές αρχές έχουν «χρησιμοποιήσει φρικιαστική βία εναντίον των διαδηλωτών», επειδή ο Πρόεδρος Obama απέτυχε να βομβαρδίσει τη Συρία, αφού έκανε χρήση χημικών όπλων.
Η ίδια  η Post, σε ένα κύριο άρθρο που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, δήλωσε ότι «ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν συγκρατημένες, η παλίρροια της δημοκρατίας στον κόσμο, η οποία κάποτε φαινόταν αδυσώπητη, έχει αρχίσει και υποχωρεί», χωρίς καν να προσποιείται πως προβάλει κάποια θεωρία σύνδεσης των δύο. Επίσης την προηγούμενη εβδομάδα, ο γερουσιαστής,John McCain, δήλωσε στους συνέδρους στο ετήσιο συνέδριο του AIPAC, ότι η κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία ήταν «το τελικό αποτέλεσμα μιας ανεπαρκούς εξωτερικής πολιτικής εξαιτίας της οποίας ουδείς πιστεύει στη δύναμη της Αμερικής πλέον».

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι επικριτές του Obama χάνουν αυτό το παιχνίδι από την αρχή συμφωνώντας ότι δεν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες υπό τις οποίες οι ΗΠΑ θα πρέπει να ξεκινήσουν μια στρατιωτική σύρραξη με τους Ρώσους για την Ουκρανία. Αυτό το είπε, τόσο ο McCain  στο συνέδριο του AIPAC, όσο και η Post στο κύριο άρθρο της. Αυτές οι δηλώσεις είναι καθησυχαστικά νεύματα προς το ρεαλισμό, αλλά στη συνέχεια, παρακαλώ θυμίστε μας: ακριβώς ποιός ή τί είναι η πηγή του προβλήματος αξιοπιστίας της Αμερικής στο να αντιμετωπίσει τη Ρωσία στη χερσόνησο της Κριμαίας;

Είναι εύλογο ότι οι ξένοι ανταγωνιστές, τουλάχιστον στο περιθώριο, θα υπολογίσουν μια πιθανή αμερικανική απάντηση αξιολογώντας τα άυλα στοιχεία όπως τον χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα του προέδρου. Αλλά η ακαδημαϊκή λογοτεχνία και η κοινή λογική μας λένε ότι ένα πολύ πιο σημαντικό μέτρο είναι το αντιληπτό εθνικό συμφέρον στο κάθε αποτέλεσμα. Και στην Ουκρανία, τα αντίστοιχα αμερικανικά και ρωσικά συμφέροντα που διακυβεύονται είναι εντελώς ασύμμετρα. Η Ουκρανία συνορεύει με τη Ρωσία, η Κριμαία της είναι η έδρα του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας της Ρωσίας, είναι οικονομικά συνυφασμένη με τη Ρωσία, έχει μια μεγάλη Ρωσόφωνη μειονότητα με ειδικούς δεσμούς με τη Ρωσία και, στην πιο συναισθηματική σφαίρα, είναι η γενέτειρα του Ρωσικού Έθνους και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα συμφέροντα των ΗΠΑ είναι πραγματικά, αλλά πολύ λιγότερο άμεσα. Οι ΗΠΑ έχουν μια γενική δέσμευση για την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας που απορρέει από τη συμφωνία του Κιέβου του 1994, η οποία προβλέπει να παραδώσει τα σοβιετικά πυρηνικά όπλα που βρίσκονται στο έδαφός της. Έχει επίσης ένα γενικό ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή σταθερότητα και ασφάλεια και η εν λόγω σταθερότητα μειώνεται εάν η Ρωσία μπορεί να διαμελίσει μια γειτονική χώρα με το οποιοδήποτε πρόσχημα.

Αυτό που συνδέει τη Συρία και την Ουκρανία δεν είναι ότι η αμερικανική αυτοσυγκράτηση στη Συρία έχει κατά κάποιο τρόπο προκαλέσει την κακή συμπεριφορά της Ρωσίας σε μια διαφορετική ήπειρο. Αντ’  αυτού, αυτό που τις συνδέει είναι ότι και στις δύο σημειώνονται τοπικές συγκρούσεις στις οποίες συμμετέχουν χώρες και ομάδες, το διακύβευμα των οποίων στο αποτέλεσμα είναι δυσανάλογα, ακόμα και υπαρξιακά, μεγαλύτερο από το δικό μας. Ο, αναμφισβήτητα, επιθετικός ισχυρισμός του Putin, περί εδαφικών διεκδικήσεων της Ρωσίας εκτός των συνόρων της, δεν θα είχε αποθαρρυνθεί από τις αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ ως αντίποινα για τη χρήση χημικών όπλων από τη Συρία, επειδή, να δηλώσουμε το προφανές, τέτοιου είδους επιθέσεις δεν θα είχαν επιδείξει απολύτως τίποτε, σχετικά με την αμερικανική ετοιμότητα να ξεκινήσει αεροπορικές επιθέσεις κατά της Ρωσίας. Αντίθετα, ο Putin θα είχε προσθέσει την επέμβαση των ΗΠΑ στη Συρία στην επέμβαση στη Λιβύη και στην εισβολή στο Ιράκ για να περιφρονήσει, ως «υποκριτική», την αμερικανική καταδίκη της δικής του επέμβασης στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της δέσμευσης των ΗΠΑ στην Ουκρανία είναι ιδιαίτερα συγκεχυμένο, διότι οι κυβερνήσεις Clinton και Bush, κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης χρονικής περιόδου θριαμβευτικής και παράλογης ευφορίας, επέκτειναν τη νικηφόρα συμμαχία της Αμερικής στις χώρες που συνορεύουν με τον ηττημένο του μισού αιώνα πάλης του Ψυχρού Πολέμου. Η reductio ad absurdum  αυτής της ευφορίας ήταν η επίσημη δήλωση των κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ, κατά τη σύνοδο κορυφής τους το 2008 στο Βουκουρέστι, ότι η Ουκρανία και η Γεωργία «θα γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ». Ήταν μόλις λίγους μήνες αργότερα, που στη Γεωργία, μετά την απερίσκεπτη πρόκλησή της με την επίθεση στην αυτονομιστική Νότια Οσετία και στις ρωσικές ειρηνευτικές δυνάμεις που έδρευαν  εκεί, εισέβαλαν τα ρωσικά στρατεύματα, τα οποία δεν έφυγαν ποτέ.

Οι επικριτές του κατηγορούν τον Obama ότι ζει σε ένα φανταστικό κόσμο, αλλά πού κατοικούσε ο προκάτοχός του (και οι ΝΑΤΟϊκοί ομόλογοι αυτού του προκατόχου του) όταν απέτυχαν να αναρωτηθούν το εξής απλό, τί θα κάνουμε αν η φερόμενη ως αποτρεπτική ικανότητα της δέσμευσή μας προς αυτές τις χώρες αποτύχει; Τί είμαστε, πραγματικά, προετοιμασμένοι να κάνουμε;

Αυτό είναι το ερώτημα που η κυβέρνηση Obama έθεσε, δικαίως, για τη Συρία τα τελευταία αρκετά χρόνια. Ο ίδιος ο Obama έχει μιλήσει με νηφαλιότητα, ρεαλιστικά, ακόμη και με σύνεση για αυτή τη σύγκρουση και το διακύβευμα της Αμερικής σε αυτή. Εκεί που η κυβέρνησή του αντιμετώπισε πρόβλημα είναι εκεί όπου η ρητορική της έχει ξεγλιστρήσει μία ή δύο φορές από τα όρια της πραγματικής πολιτικής της, δημιουργώντας ελπίδες επέμβασης παρά τη σαφή αποφασιστικότητα των ΗΠΑ να μην υπερ-εμπλακούν στην εν λόγω σύγκρουση.

Έτσι, η εμπειρία από την προσέγγιση αυτών των δύο τραγωδιών, της οξείας κρίσης στην Ουκρανία και του χρονικού φρίκης στη Συρία, είναι να σκεφτούμε προσεκτικά και να διατυπώσουμε με σαφήνεια την έκταση των συμφερόντων μας και μέχρι πού θα φτάσουμε για να τα υπερασπιστούμε. Κανονικά, ένα ενδιαφέρον θα θεωρείτο ζωτικής σημασίας εάν μας απειλούσε στρατιωτικά ή οικονομικά, ή αν η παραμέλησή του αποτελούσε προδοσία μιας ιερής ηθικής ή στρατηγικής δέσμευσης που έχουμε αναλάβει. Η Ρωσία έχει παραβιάσει την κυριαρχία της Ουκρανίας και είναι σκόπιμο οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους να κάνουν ό, τι μπορούν για να εξασφαλίσουν ότι η Μόσχα θα πληρώσει το τίμημα. Αλλά πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, πρώτα απ΄ όλα με τον εαυτό μας, σχετικά με το τίμημα που  είμαστε πρόθυμοι να καταβάλουμε. Εάν υπάρξει ένα χάσμα μεταξύ της ρητορικής μας και των πραγματικών μας συμφερόντων, τότε είτε θα προσπαθήσουμε να φτάσουμε πολύ μακριά, σε μια πορεία δράσης που δεν μπορούμε να διατηρήσουμε, είτε θα αποτύχουμε να ευθυγραμμίσουμε τις πράξεις μας με τη ρητορική μας. Σε κάθε περίπτωση, η αξιοπιστία μας θα υποστεί πλήγμα.
capital.gr


Πηγή:www.capital.gr