02 Δεκεμβρίου 2013

Ο οδοστρωτήρας, τα δένδρα και το δάσος

http://www.gargalianoi.com/wp-content/uploads/2012/01/simaia-Vouli1.jpg
ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΥΓΕΡΟΣΤΟΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα απεργιακό κύμα, το οποίο έδειχνε ότι μπορούσε να προσλάβει διαστάσεις σε βαθμό που να την αποσταθεροποιήσει. Η δολοφονία Φύσσα και το σίριαλ της Χρυσής Αυγής, όμως, επισκίασαν επικοινωνιακά τις απεργίες και συνέβαλαν στον εκφυλισμό τους, γεγονός που επέτρεψε στο ευρωιερατείο να κλιμακώσει τις απαιτήσεις του.Αυτές τις ημέρες, ο κυβερνητικός οδοστρωτήρας έχει σκοντάψει, λόγω της επίμονης απεργίας των υπό απόλυση διοικητικών υπαλλήλων στα πανεπιστήμια. Παρά την άσκηση ασφυκτικών πιέσεων και παρά το γεγονός ότι τα κατεστημένα ΜΜΕ εξαπέλυσαν μία προπαγανδιστική επιχείρηση διασυρμού των διοικητικών και των πρυτάνεων που τους υποστηρίζουν, το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Μετσόβιο Πολυτεχνείο παραμένουν κλειστά, ενώ μετά την παραίτηση της συγκλήτου στο Καποδιστριακό έχουμε και αντίστοιχη παραίτηση στο Αριστοτέλειο.

Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την απώλεια του εξαμήνου ως κύριο όπλο για να στρέψει κυρίως τις οικογένειες των φοιτητών εναντίον των απεργών και των πρυτάνεων. Παραλλήλως, διοχετεύει πληροφορίες με σκοπό να εμφανίσει τους διοικητικούς σαν διορισμένους ρουσφετολογικά και περίπου σαν αργόμισθους. Αναμφίβολα, όσα πανεπιστήμια παραμένουν κλειστά προκαλούν προβλήματα στους φοιτητές τους. Αναμφίβολα, επίσης, έχουν γίνει ρουσφέτια και ενδεχομένως ορισμένοι διοικητικοί να είναι εργασιακά ασυνεπείς. Ούτε το ένα ούτε το άλλο, όμως, δικαιολογούν τις μαζικές απολύσεις, που ουσιαστικά ακυρώνουν σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα των πανεπιστημίων να ανταποκριθούν στοιχειωδώς στην αποστολή τους. Είναι ποιοτικά διαφορετική η διαδικασία εξυγίανσης και εξορθολογισμού από την ικανοποίηση των κατεδαφιστικών απαιτήσεων της τρόικας.

Η κυβέρνηση δεν αναμένεται να σκοντάψει στην απεργία των διοικητικών, αν και τα πανεπιστήμια είναι ευαίσθητος χώρος, επειδή δυνάμει εμπλέκεται και ο αστάθμητος φοιτητικός παράγοντας. Οσο κι αν στη μεγάλη πλειονότητά τους οι φοιτητές δείχνουν απρόθυμοι να εμπλακούν σε κινητοποιήσεις, η πίεση που υφίστανται οι οικογένειές τους και ο σκοτεινός ορίζοντας της επαγγελματικής αποκατάστασης τους καθιστά εκ των πραγμάτων εύφλεκτη κοινωνική ύλη. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι τα επιμέρους δένδρα, όπως προσπαθεί να μας πείσει η «παράταξη του μνημονίου». Είναι το δάσος. Το έργο που παίζεται σήμερα με τους διοικητικούς των πανεπιστημίων το έχουμε ξαναδεί πολλές φορές. Τα τελευταία τριάμισι χρόνια η «παράταξη του μνημονίου» στοχοποίησε και -με την αμέριστη βοήθεια των κατεστημένων ΜΜΕ- διέσυρε διαδοχικά πολλές κατηγορίες εργαζομένων, προκειμένου να κάμψει την αντίστασή τους.

Εφαρμόζοντας πρωτόκολλα επικοινωνιακής διαχείρισης που έρχονται ντελίβερι από το εξωτερικό, οι μνημονιακές κυβερνήσεις προσπαθούν να σαλαμοποιήσουν την κοινωνία, και ιδιαιτέρως τη μικρομεσαία θάλασσα, η οποία εκβιάζεται να πληρώσει τον λογαριασμό με κόστος τη μαζική εξαθλίωσή της. Ο «κοινωνικός αυτοματισμός» (να στρέφεις την κοινή γνώμη εναντίον των εκάστοτε απεργών) είναι δοκιμασμένη μέθοδος των αρχουσών ελίτ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά κανόνα οι απεργίες διασαλεύουν την κοινωνική και οικονομική ζωή. Δεν είναι, όμως, αντικοινωνικές ενέργειες, όπως θέλουν να μας πείσουν οι άρχουσες ελίτ και η «παράταξη του μνημονίου». Το Σύνταγμα κατοχυρώνει το δικαίωμα στην απεργία για να διαθέτουν οι εργαζόμενοι ένα όπλο στον κατά κανόνα άνισο αγώνα με την εργοδοσία και το κράτος. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να διαμορφώσει κατά το δυνατόν συνθήκες ισορροπίας σ’ ένα κατεξοχήν ανταγωνιστικό σύστημα, όπως είναι η κοινωνικοοικονομική ζωή.

Ενώ οι άρχουσες ελίτ στα λόγια δεν αμφισβητούν το δικαίωμα της απεργίας, στην πράξη επιχειρούν να το ακυρώσουν. Δημοσίως, ζητούν από τους εργαζόμενους να διαμαρτύρονται κατά τρόπο που δεν ενοχλεί, δηλαδή κατά τρόπο αναποτελεσματικό! Αυτό, όμως, που μετράει στις κοινωνίες είναι η δύναμη πίεσης, κι όχι το δίκαιο των αιτημάτων. Οποιοι κλάδοι από τη φύση τους δεν διαθέτουν μοχλούς πίεσης και -ως εκ τούτου- δεν μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα στην οικονομική και κοινωνική ζωή, έχουν χαμηλό βαθμό συνδικαλιστικής οργάνωσης και ασήμαντη διαπραγματευτική ισχύ.

Οποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες
ΟΙ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΙ προβάλλουν συνήθως και το προπαγανδιστικό επιχείρημα ότι οι εκάστοτε αντιδρώντες είναι προνομιούχοι που χάνουν τα προνόμιά τους. Αυτό εν μέρει ίσχυε παλαιότερα. Τα τελευταία χρόνια, όμως, όλες οι κινητοποιήσεις είναι αποκλειστικά αμυντικού χαρακτήρα. Εχουν στόχο να προασπίσουν τα πιο ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων. Με άλλα λόγια, τόσο στο κοινωνικοοικονομικό όσο και στο ηθικοπολιτικό επίπεδο έχουν ισχυρό έρεισμα. Γι’ αυτό και είναι βαθύτατα υποκριτική η κυρίαρχη ρητορική περί κοινωνικού συμφέροντος. Αφόρητο μεν, αναπόφευκτο δε. Οι μνημονιακοί ισχυρίζονται επίσης ότι, λόγω του διεθνούς οικονομικού ελέγχου, η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια αντίδρασης. Καλλιεργούν την εντύπωση ότι οι κινητοποιήσεις είναι ατελέσφορες και κάθε αντίσταση μάταιη. Η ηττοπαθής αυτή συμπεριφορά διευκολύνεται και από το ότι στα χρόνια της σχετικής ευημερίας ο ατομικισμός κέρδισε έδαφος σε βάρος της συλλογικότητας, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό των κοινωνικών υποκειμένων.

Είναι γεγονός, πάντως, πως η τακτική του σοκ έχει μέχρι τώρα επιτύχει να τεμαχίσει και να εξουδετερώσει τις λαϊκές αντιδράσεις. Αυτό, όμως, δεν προεξοφλεί το μέλλον. Το εκβιαστικό δίλημμα «Μνημόνιο ή χρεοκοπία» φοβίζει ολοένα και λιγότερους, αφού πολλοί έχουν ήδη πέσει στον γκρεμό και ακόμα περισσότεροι βρίσκονται στο χείλος του. Επίσης, δεν περνάει πλέον στον ίδιο βαθμό η ενοχοποίηση της κοινωνίας. Ο πολλαπλασιασμός των οικονομικών και κοινωνικών ερειπίων διαλύει σταδιακά τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα και τις αντίστοιχες συμπεριφορές που συστηματικά καλλιεργήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Η κυβέρνηση, άλλωστε, δεν πλήττει μόνο ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων. Πλήττει σχεδόν τους πάντες.

Το γεγονός ότι το μνημόνιο περιέχει και επιβεβλημένες αλλαγές, οι οποίες έπρεπε να έχουν προ πολλού εφαρμοσθεί, δεν αλλάζει τον χαρακτήρα του. Στην πραγματικότητα, αποδομείται βιαίως ο μικροϊδιοκτητικός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει μαζική καταστροφή μικρομεσαίων στρωμάτων, ή τουλάχιστον μαζική υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου. Η ανάγκη επιβίωσης υποχρεώνει τους μικρομεσαίους να αναθεωρήσουν τη θέασή τους για την κοινωνία και -κατ’ επέκταση- να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους. Επειδή, μάλιστα, αυτή η διαδικασία δεν είναι συντεταγμένη, το ενδεχόμενο μίας κοινωνικής έκρηξης καθίσταται ολοένα και πιο πιθανό. Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει πως όταν σπέρνεις ανέμους, κάποια στιγμή θα θερίσεις θύελλες.