21 Οκτωβρίου 2013

Η Ευρώπη πρέπει να δει την πραγματικότητα με τη Ρωσία

Από την επανεκλογή του Vladimir Putin το περασμένο έτος, υπήρξε αυξανόμενη κριτική σε όλη την ΕΕ για το ολοένα και πιο αυταρχικό στυλ ηγεσίας του. Ταυτόχρονα, η ΕΕ, που πλήττεται από τις εσωτερικές της κρίσεις, έχει πάψει να θεωρείται από τη Ρωσία ως ένα αξιόπιστο μοντέλο προς μίμηση. Οι αρνητικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα παίζουν κεντρικό ρόλο στις διμερείς σχέσεις. Το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές αναμένουν πολύ διαφορετικά πράγματα από τη μεταξύ τους σχέση και πως αυτές οι προσδοκίες δε πραγματοποιούνται για καμία εκ των δύο πλευρών, δημιουργεί απογοήτευση. Για να διορθωθεί η κατάσταση, η ΕΕ πρέπει να αναπτύξει μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση της τρέχουσας κατάστασης στη Ρωσία. Οι συχνά σπασμωδικές αντιδράσεις στις πολιτικές εξελίξεις στη Ρωσία και η υπεραπλουστευμένη ανάλυση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής αποτρέπουν την ΕΕ από το να χρησιμοποιήσει μια πιο ρεαλιστική ευρωπαϊκή προσέγγιση με τη Ρωσία.
Πράγματι, η Ρωσία είναι πολύ πιο σύνθετη και πλουραλιστική από όσο ισχυρίζεται ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος στην Ευρώπη. Η σχεδόν αποκλειστική εστίαση στο πολιτικό καθεστώς του Putin και η άγνοια για τις κοινωνικές διεργασίες στη Ρωσία είχαν ως αποτέλεσμα την εσφαλμένη αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης. Η Ρωσία δεν ξεκινά και τελειώνει με τον αυταρχικό Putin, ο οποίος παραβιάζει τους δημοκρατικούς κανόνες και τα πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά αποτελείται από μια κοινωνία η οποία επικρίνει τόσο τους πολιτικούς της, όσο και τις Δυτικές επιρροές της. Οι Ευρωπαίοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν, για παράδειγμα, ότι δεν είναι τα μεγάλα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής που ενεργοποιούν και κινητοποιούν όλο και περισσότερο τους Ρώσους, αλλά μάλλον η κατάρρευση του δημόσιου τομέα στις πόλεις και τις περιφέρειές τους. Η στασιμότητα των μισθών, η διαφθορά στο σύστημα εκπαίδευσης και η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης κλονίζουν τους Ρώσους περισσότερο από τις εξωτερικές απειλές, παρά τους ισχυρισμούς του Κρεμλίνου.
Παρά το γεγονός ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ δε μπορούν να επηρεάσουν την εσωτερική πολιτική της Ρωσίας, μπορούν να αλλάξουν την κατεύθυνση της πολιτικής της ΕΕ και να βελτιώσουν τις επιδόσεις της. Η οικονομική και κοινωνική αλληλεξάρτηση των δύο πλευρών προσφέρει αποτελεσματικά μέσα για μεγαλύτερες συναναστροφές και ανταλλαγές απόψεων με τη Ρωσία. Η ΕΕ θα πρέπει, συνεπώς, να εξετάσει τις δυνάμεις της και να είναι έτοιμη να τοποθετήσει τους δικούς της κανόνες και κανονισμούς, όπου είναι πρέπον, όχι να δέχεται κατ’ ανάγκη τις οδηγίες της Ρωσίας σχετικά με το πώς θα πρέπει να είναι η εν λόγω σχέση. Αυτό ισχύει και για την οικονομική και ενεργειακή πολιτική, καθώς και για θέματα που αφορούν τις θεωρήσεις βίζας και την ελευθερία των ταξιδιών.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Gazprom, η οποία θα ήθελε να πιέσει για την υπογραφή μακροπρόθεσμων συμβάσεων με την ΕΕ και να διατηρήσει το μονοπώλιο προμήθειας και διανομής φυσικού αερίου. Ενώ αυτό είναι μια νόμιμη επιχειρηματική στρατηγική και δεν έχει χρησιμοποιηθεί μόνο από τις χώρες της  μετα-σοβιετικής περιοχής, η ΕΕ δεν πρέπει να την αποδεχθεί. Όσον αφορά την υποδομή και τη ροή εισοδήματος, η Gazprom εξαρτάται πολύ περισσότερο από την ΕΕ (η οποία είναι μακράν η μεγαλύτερη και πιο σημαντική αγορά στην οποία συμμετέχει), από ό,τι εξαρτάται από αυτήν η ΕΕ. Με τη μεταρρύθμιση της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ με τη δημιουργία τριών πακέτων ενεργείας και με το ξεκίνημα μιας αντιμονοπωλιακής υπόθεσης και τη θέσπιση αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας κατά της Gazprom, η ΕΕ απέδειξε την επιθυμία της να θεσπίσει σαφείς κανόνες στον ενεργειακό της τομέα, γεγονός το οποίο θα βελτιώσει τόσο τη διαφάνεια, όσο και τον ανταγωνισμό. Εάν η Gazprom είναι απρόθυμη να δεχθεί αυτούς τους κανονισμούς, θα χάσει το μερίδιό της στην αγορά. Αν, από την άλλη πλευρά, η Gazprom είναι έτοιμη να ακολουθήσει τους κανόνες, τότε, όπως και οι προμηθευτές από τη Νορβηγία και το Κατάρ, θα αποκτήσει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, χωρίς να ξεχωρίσει και να δαιμονοποιηθεί.

Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για τις θεωρήσεις βίζας με τους ανατολικούς γείτονές τους, οι κυβερνήσεις της ΕΕ πρέπει να καταστήσουν σαφές στους ψηφοφόρους τους ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης θα βελτιώσει όχι μόνον την οικονομική συνεργασία και την κοινωνική μεταμόρφωση των χωρών αυτών, αλλά και την ασφάλεια της ΕΕ στο σύνολό της. Την ίδια στιγμή, η αποδοχή των προτιμήσεων της Ρωσίας από την ΕΕ σε κάθε συμβιβασμό, ειδικότερα σχετικά με τα υπηρεσιακά διαβατήρια, θα υπονόμευε την αξιοπιστία της ΕΕ στη Ρωσική κοινωνία. Το να μπορεί η ΕΕ να ελέγχει ποιός και υπό ποιες συνθήκες διαφάνειας, λαμβάνει θεώρηση βίζας, είναι εξαιρετικά σημαντικό. Το ζήτημα των θεωρήσεων είναι κεντρικό, οπότε η ΕΕ μπορεί να στείλει ένα μήνυμα στις μετα-σοβιετικές κοινωνίες ότι η Ευρώπηενδιαφέρεται για μια βαθύτερη και πιο ουσιαστική συναλλαγή. Ωστόσο, δε θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η όποια αναγνώριση του πολιτικού καθεστώτος των μετα-σοβιετικών ελίτ από την Ευρώπη είναι μια σημαντική πηγή για τη νομιμοποίηση αυτής της κατηγορίας και πως ενισχύει τη θέση τους στην εγχώρια αγορά.

Επιπλέον, η ΕΕ θα πρέπει να μάθει από τα λάθη της στον Αραβικό κόσμο. Αντί να επικεντρώνει τις προσπάθειές της στη σταθεροποίηση των αυταρχικών καθεστώτων, θα πρέπει να αναζητήσει πιθανούς συνεργάτες τόσο στην ελίτ, όσο και στην κοινωνία γενικότερα. Αυτό δεν είναι ένα θέμα κατεύθυνσης της πολιτικής αποκλειστικά προς την κοινωνία των πολιτών, αλλά μάλλον της επίτευξης μιας καλύτερης ισορροπίας μεταξύ των επαγγελματικών σχέσεων με τους πολιτικούς ηγέτες και άλλους τοπικούς φορείς για την προώθηση της αλλαγής. Στη Ρωσία, οι εταίροι δεν είναι τόσο οι μικρές ομάδες της αντιπολίτευσης οι οποίες είναι υπέρ του φιλελευθερισμού και της Δύσης, αλλά οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι κοινωνικοί φορείς που συμφωνούν στις βασικές οικουμενικές δημοκρατικές αρχές, καθώς και το ανοιχτό και φιλελεύθερο μέρος της πολιτικής ελίτ. Η δημιουργία διαύλων επικοινωνίας με αυτές τις ομάδες είναι θέμα ζωτικής σημασίας για την καλύτερη κατανόηση της Ρωσίας και των μετα-σοβιετικών κρατών. Η επικοινωνία και η αλλαγή δεν είναι ένας μονόδρομος από τις Βρυξέλλες προς τη Μόσχα, αλλά μια αμοιβαία διαδικασία κατά την οποία διαφορετικές κοινωνίες μαθαίνουν η μία από την άλλη. Πρέπει να βρεθούν καλύτερες λύσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://ecfr.eu/content/entry/Europe_needs_a_reality_check_on_Russia


Πηγή:www.capital.gr