18 Φεβρουαρίου 2013

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΤΗ Μ. ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ


Του ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Η Τουρκία φιλοδοξεί να γίνει Περιφερειακή Δύναμη, τουλάχιστον ως πρώτο βήμα ευρύτερων ονείρων ανόδου της στην κατηγορία της Μεγάλης Δύναμης. Περιφερειακή Δύναμη μπορεί να θεωρηθεί η χώρα που οι γείτονές της δεν κάνουν τίποτα χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν τις επιθυμίες της. Αν τις αγνοήσουν, κακό της κεφαλής τους, θα υποχρεωθούν να υποκύψουν. Η Περιφερειακή Δύναμη δεν είναι κατακτητής, είναι επικυρίαρχος. Η Ελλάδα, σταδιακά, περιέρχεται σ’ αυτή τη θέση, του άτυπου υποτελούς στην Τουρκία. Το τελευταίο επεισόδιο σ’ αυτή τη διαδικασία είναι η διάθεση της κυβέρνησης να κηρύξει την ΑΟΖ. Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν σαφής και οδηγεί, ως φαίνεται, στη ματαίωση αυτής της «λαμπρής» έμπνευσης. «Οι Έλληνες το βαλαν στα πόδια», γράφουν οι τουρκικές εφημερίδες. Και ετοιμάζονται τώρα να βάλουν εκείνοι πόδι στην περιοχή του Καστελλόριζου.

Η Περιφερειακή Δύναμη εποπτεύεται από άλλη, ανώτερης ισχύος, Δύναμη, αλλά διατηρεί μια σχετική αυτονομία, εφ’ όσον δεν αντιστρατεύεται μετωπικά τη στρατηγική του επόπτη. Στην περίπτωση, οι ΗΠΑ είναι ο επόπτης της Τουρκίας-όπως και της Ελλάδας, έως τώρα. Οι ΗΠΑ θεωρούν την Τουρκία πολυτιμότερο σύμμαχο από την Ελλάδα αλλά δεν επιδίωξαν την υποταγή μας στη γειτονική μας χώρα. Οι ΗΠΑ δεν θέλουν να ενοχλούμε την Τουρκία (το είπαν και στον Τσίπρα) αλλά ως εκεί. Προτιμούν μια ισορροπία Ελλάδας-Τουρκίας, διότι η υποταγή μας θα ισχυροποιούσε τις τάσεις ανεξαρτησίας της Άγκυρας από τις ΗΠΑ. Στην υποταγή μας οδήγησε η κυβερνώσα ελληνική ελίτ-για λόγους που έχουν αναλυθεί επισταμένως από πολλούς. Η αποφασιστική στροφή έγινε, με αφορμή τα Ίμια, από την κυβέρνηση Σημίτη, συνεχίζεται ως σήμερα (με διάλειμμα επί Καραμανλή για το σχέδιο Ανάν) και βρίσκει ιδεολογική συμπαράσταση από μερικά θορυβώδη και ανεγκέφαλα στελέχη της Αριστεράς.

Οι σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλέγμα που αγκαλιάζει όλη τη Μεσόγειο. Ωστόσο το πλέγμα διασπάται σε αυτοτελή τμήματα ώστε αν υπάρξει (ή μεθοδευτεί) κρίση να ελέγχονται οι εξελίξεις και να απομονώνεται ο αντίπαλος όπως έγινε πχ στα Βαλκάνια με τη διάλυση της Γιουγκοσλαυίας. Αντίστροφα, ο Άσαντ, αμυνόμενος, άφησε ελεύθερους τους Κούρδους της Συρίας για να πλαγιοκοπήσουν την Τουρκία και δημιουργούσε συνθήκες επέκτασης των επιχειρήσεων, ένα ντόμινο-ως τώρα πέτυχε την έμμεση ανάμιξη του Ιράν και της Χεζμπολά. Οι ΗΠΑ δεν θέλουν μια πρόωρη επέκταση των επιχειρήσεων, δεν θέλουν ένα ντόμινο, προτιμούν πρώτα να πέσει ο Άσαντ. Αλλά θέλουν ένα αγκάθι στα πλευρά της Τουρκίας, δηλαδή το Κουρδικό. Μια ελεγχόμενη (από τις ΗΠΑ) κουρδική οντότητα (ενιαία ή πολυκέφαλη) μπορεί να εποπτεύει Τουρκία, Συρία και Ιράν. Η Τουρκία απαντά με προσφορές φιλίας στο Ιράν, ενοχλώντας έτσι τις ΗΠΑ, και ταυτόχρονα συνομιλεί με τον Οτσαλάν για ειρήνευση του ΡΚΚ ώστε να ματαιωθεί το αμερικανικό σχέδιο.

Συνοψίζοντας: Η Τουρκία εγκατέλειψε αμέσως το δόγμα Νταβούτογλου «κανένα πρόβλημα με τους γείτονες» όταν αυτό υπερκεράστηκε, στον αραβικό χώρο, από τις συνθήκες. Η Τουρκία προσαρμόστηκε στο δόγμα (Κλαούζεβιτς) «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα»-η συνέχιση και όχι η διακοπή της πολιτικής. Η «Αραβική Άνοιξη» (δηλαδή ανατροπές εκ των έσω) στάθηκε ανεπαρκής στη Συρία- και γενικότερα δεν πήρε την επιθυμητή κατεύθυνση- έτσι ώστε ο πόλεμος να γίνει αναπόφευκτος.

Η Άγκυρα συμπλέει με τον άμεσο στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ (πτώση Άσαντ) αλλά αντιδρά έμπρακτα στον μακροπρόθεσμο, στη δημιουργία Κουρδικής Οντότητας. Ο Ερντογάν είναι προσεκτικός απέναντι στις ΗΠΑ προφανώς διότι θυμάται πώς οι Σύμμαχοι της Αντάντ εγκατέλειψαν τον Βενιζέλο. Το ουσιώδες συμπέρασμα είναι ότι η πρόσδεση στο άρμα ενός Συμμάχου οφείλει και μπορεί να μην είναι τυφλή, άνευ όρων. Αρκεί να καθορίζεις τα κοινά συμφέροντα και τις αποκλίσεις και να κοιτάς το συμφέρον σου, όπως ο Σύμμαχος κοιτάει το δικό του. Στην πολιτική οι Σύμμαχοι είναι σύμμαχοι, δεν είναι φίλοι. Στην πολιτική δεν υπάρχουν φίλοι, υπάρχουν μόνο συμφέροντα.

Η Ελλάδα, αντίστοιχα, θα μπορούσε να επιδιώξει τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, ενδεχομένως και με το Ιράν. Και οι τρεις χώρες, λογικά, βλέπουν την Τουρκία ως ανταγωνιστή για την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή, ως έμβολο ανατροπών στο εσωτερικό τους και με μη αποκρυπτόμενες διαθέσεις επικυρίαρχου. Έχουν κάθε λόγο να θέλουν φιλικές σχέσεις με την Ελλάδα, ώστε να εξισορροπούν την πίεση που δέχονται από την Τουρκία. Η τελική επιτυχία της τουρκικής πολιτικής στον αραβικό χώρο, θα σημάνει τη μετατροπή της σε πραγματική Περιφερειακή Δύναμη αν και τούτο εξαρτάται κυρίως από τις διευθετήσεις σε υψηλότερο επίπεδο, μεταξύ Μόσχας-ΗΠΑ και δευτερευόντως ΕΕ, Γαλλίας κυρίως. Αν η Τουρκία έβγαινε ουσιωδώς κερδισμένη εκεί, στη Μ. Ανατολή, θα κυριαρχούσε σχεδόν αναπόφευκτα και εδώ, στα Βαλκάνια και απέναντί μας. Καμία σημερινή Μεγάλη Δύναμη δεν έχει συμφέρον να αφήσει την Τουρκία να μπει στη Λέσχη των Μεγάλων, ούτε καν των Μεσαίων- γι’ αυτό αρκετοί δεν την θέλουν στην ΕΕ.
Η Τουρκία στα Βαλκάνια εφαρμόζει το δόγμα Νταβούτογλου, διεισδύει αθόρυβα και ειρηνικά όπου μπορεί, απομονώνει την Ελλάδα και όταν χρειάζεται την απειλεί. Οι ελληνικές αντιστάσεις εξασθενούν. Ως πότε;
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013.