Ετσι σε μεγάλο βαθμό η οργή του Βερολίνου κατά της Αθήνας που ζήτησε διάσωση την άνοιξη του 2010 οφειλόταν στον χαρακτήρα έμπρακτης διάψευσης της επιχειρηματολογίας βάσει της οποίας η Γερμανία επέλεξε την εθνική περιχαράκωση και απέρριψε την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στο επίπεδο της Ευρωζώνης. Οποιες λοιπόν και αν ήταν οι συνιστώσες εθνικής παθογένειας στην ελληνική κρίση για τη Γερμανία, έπρεπε να φωτιστεί ως εξαίρεση και όχι ως πρώτη παρενέργεια της κρίσης του Σεπτεμβρίου τoυ 2008 στη «γηραιά» ήπειρο.
Η κρίση στις χρηματαγορές στην Κίνα, που μένει να δούμε αν τέθηκε υπό έλεγχο και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης πότε θα επανακάμψει, επαναφέρει στην επικαιρότητα τα δραματικά ερωτήματα του Σεπτεμβρίου του 2008.
Ερωτήματα που, δυστυχώς, η απάντησή τους δεν εμπνέει αισιοδοξία, καθώς η Ευρωζώνη στις αρχές του 2016 είναι ακόμη καθηλωμένη στην «άρνηση της πραγματικότητας» του Βερολίνου: Σε μια αβέβαιη παγκόσμια οικονομία, με τους «New York Times» προχθές Παρασκευή να διερωτώνται σε πρωτοσέλιδη ανάλυση αν η ευρωστία της οικονομίας των ΗΠΑ μπορεί να συνυπάρξει με την πτώση της ανάπτυξης παγκοσμίως, την ίδια στιγμή που η Γερμανία ζει στο παράλληλο σύμπαν του «γαλατικού χωριού».
Η υπέρβαση που δεν έγινε το φθινόπωρο του 2008 είναι σχεδόν αδιανόητη σήμερα, καθώς επτά χρόνια και τέσσερις μήνες μετά το ερώτημα που θέτουν οι ΝΥΤ είναι αδιανόητο να διατυπωθεί στη Γερμανία: Η αυστηρή εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και του Δημοσιονομικού Συμφώνου αντιστάθηκε στην πίεση του Προσφυγικού, στην πρόκληση της τρομοκρατίας, στην κοινωνική και πολιτική αποσταθεροποίηση των χωρών του Νότου της Ευρωζώνης και είναι έτοιμη τώρα να μας πει ότι η πτώση στις χρηματαγορές της Κίνας αφορά το Πεκίνο!
Το μήνυμα των εύθραυστων ισορροπιών στην παγκόσμια οικονομία αφορά την Ευρωζώνη συνολικά, αλλά τη Γερμανία κατά μείζονα λόγο: Η συρρίκνωση των ρυθμών ανάπτυξης στην Κίνα είναι μια τάση που αφορά το σύνολο των χωρών της ομάδας BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότιος Αφρική), μια διαπίστωση που μετά τις κυρώσεις κατά της Μόσχας και τα αντίποινα του Κρεμλίνου ακυρώνει κάθε παράλληλη με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση παγκόσμια στρατηγική εμπορικών συναλλαγών του Βερολίνου.
Εκ των πραγμάτων, δηλαδή, οι πολιτικές αύξησης της ζήτησης στην Ευρωζώνη, που θεωρούνται από τον επικεφαλής της Μπούντεσμπανκ Βάιντμαν θανάσιμο αμάρτημα, προβάλλουν ως η προϋπόθεση για να αποτραπεί η απότομη συρρίκνωση των γερμανικών εξαγωγών. Τον Σεπτέμβριο του 2008 αν η Μέρκελ αποδεχόταν την πρόταση Σαρκοζί, δεν θα είχε εσωτερικό πρόβλημα, σε αντίθεση με τον Ιανουάριο του 2016 όπου η ακινησία στην Ευρωζώνη είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να περιμένουμε από το Βερολίνο...
ΗΜΕΡΗΣΙΑ