Η συνέχεια βρίσκεται στη συνέχιση και τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης, της πάγιας δυσπιστίας και ανταγωνισμού της Μαδρίτης με το Παρίσι αλλά και με τη Ρώμη στους ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς αλλά και στη διαμόρφωση μεσογειακής στρατηγικής και της αναζήτησης μιας διμερούς απευθείας συνεργασίας με το Βερολίνο. Σε αντίθεση με τη Γαλλία και την Ιταλία, η Ισπανία δεν αμφισβητεί τη δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ εμφανίζεται σταθερά και διαχρονικά αλλεργική σε οποιονδήποτε ηγετικό ρόλο της Γαλλίας στον Νότο της Ευρωζώνης και στη Μεσόγειο.
Σε ό,τι αφορά τη δυναμική των εξελίξεων, η προοπτική ανατροπής του πολιτικού σκηνικού με τη δημοσκοπική εκτόξευση των Podemos στις αρχές του χρόνου δεν υπάρχει σήμερα. Ζητούμενη είναι η ικανότητα των Σοσιαλιστών να διασφαλίσουν τη συνεργασία ή και μόνο τη στήριξη-ανοχή των δύο νέων μορφωμάτων, των ριζοσπαστών του Podemos και των μετριοπαθών των Ciudadanos, για να διαμορφώσουν νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Επιπρόσθετο ζητούμενο πώς μια ενδεχόμενη παρόμοια συνεργασία θα επηρεάσει τους μετέχοντες, αν θα ριζοσπαστικοποιήσει τους Σοσιαλιστές ή αν θα υπερισχύσει η προσγείωση των Podemos στη Ρεαλπολιτίκ της κυβερνητικής διαχείρισης.
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση Ραχόι στην Ισπανία είναι σταθερά τα τελευταία δύο χρόνια ένα Success Story στο οποίο παραπέμπει σταθερά το Βερολίνο για να υπογραμμίσει ότι το πρόβλημα δεν είναι η δημοσιονομική προσαρμογή ως συνταγή εξόδου από την κρίση, αλλά η συνεπής ή όχι υλοποίησή της. Τέλος, το πιο σημαντικό ζητούμενο είναι σε ποιο βαθμό η καταγραφή βελτίωσης στους οικονομικούς δείκτες από την αύξηση της ανάπτυξης μέχρι τη μείωση της ανεργίας αρκούν για να διασκεδάσουν μια σκληρή πραγματικότητα παρατεταμένης κοινωνικής συμπίεσης.