Εδώ και σχεδόν τρία χρόνια, από τα τέλη Ιουλίου του 2012, το δίδυμο Μέρκελ - Ντράγκι είναι το «κλειδί» των ισορροπιών στην Ευρωζώνη. Μiα σχέση που τόσο η καγκελάριος όσο και ο κεντρικός τραπεζίτης τη θέλουν όσο το δυνατόν πιο διακριτική, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μία σχέση άλλοτε συνενοχής και άλλοτε ανοχής. Με αυτήν τη συνταγή η Ευρωζώνη θωρακίστηκε για δυόμισι χρόνια από τις πιέσεις των αγορών, μετά τη μαγική φράση του Ντράγκι «θα κάνω ό,τι μπορώ» και με την ίδια συνταγή ο κεντρικός τραπεζίτης προχώρησε στις 22/1 στην ποσοτική χαλάρωση, την οποία ανέλαβαν ως υπεργολάβοι οι κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών για να μην παραβιαστεί η «κόκκινη γραμμή» του Βερολίνου, που δεν θέλει αμοιβαιοποίηση του κινδύνου.
Με την ίδια συνταγή θα λυθεί και η εκκρεμότητα με την Αθήνα, με το δίδυμο Μέρκελ - Ντράγκι να έχει κοινή αντίληψη για το πλαίσιο μιας συμφωνίας που είναι πρώτα και πάνω από όλα πολιτική απόφαση. Η καγκελάριος στο Βερολίνο και ο κεντρικός τραπεζίτης στη Φρανκφούρτη λειτουργούν συμπληρωματικά: ότι έχει υψηλό εσωτερικό κόστος στη Γερμανία ως χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι στο απυρόβλητο ως θέμα εντός των καταστατικών αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ.
Οταν κοινός παρονομαστής είναι η συνενοχή, η καγκελάριος τον Αύγουστο του 2012 δηλώνει ευθαρσώς ότι οι ενέργειες του κεντρικού τραπεζίτη είναι εντός καταστατικού. Οταν είναι η ανοχή, όπως λίγο πριν από την ποσοτική χαλάρωση, η καγκελάριος σιωπά και ο επικεφαλής της Μπούντεσμπανκ Βάιντεμαν ψηφίζει κατά και μιλά για κινήσεις εκτός καταστατικών αρμοδιοτήτων. Η ερμηνεία του καταστατικού είναι πάντοτε πολιτική, τόσο στη διασταλτική όσο και στην περιοριστική εκδοχή της, και δεν θα ήταν ποτέ δυνατή αυτή η κατά περίπτωση ερμηνεία έως παρερμηνεία αν δεν υπήρχε σταθερός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Βερολίνου και Φρανκφούρτης.