21 Οκτωβρίου 2014

Ποιος είναι ποιος στη Μέση Ανατολή;

Του Πάνου Κουργιώτη* Δεδομένης της μεγάλης επικαιροποίησης των ζητημάτων της Μέσης Ανατολής και των αναλύσεων και απόψεων που τα συνοδεύουν καθημερινά, έχουμε υιοθετήσει στο λεξιλόγιό μας πλειάδα όρων και εννοιών που παλαιότερα ακούγονταν μόνο στους στενούς, ακαδημαϊκούς κύκλους κάποιων αραβολόγων – ισλαμολόγων, δηλαδή των «αρμόδιων» να παράγουν γνώση για ό,τι άπτεται των ζητημάτων αυτών.Αυτή η διεύρυνση, «εκλαΐκευση» της συζήτησης στον δημόσιο λόγο δεν είναι κακή από μόνη της, παρά μόνο στον βαθμό που ο άτακτος σχολιασμός της επικαιρότητας μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο ιστορικών γενικεύσεων, συγχύσεων και παρανοήσεων. Αυτό συμβαίνει όταν διαχειριζόμαστε έννοιες και όρους καταχρηστικά, αγνοώντας ή νομίζοντας πως γνωρίζουμε το περιεχόμενο και την ιστορική τους εξέλιξη. Ας γυρίσουμε, λοιπόν, πίσω στην προπαίδεια για να ξεκαθαρίσουμε τους όρους της συζήτησης.


Οταν αναφερόμαστε στο Ισλάμ εννοούμε την τρίτη μονοθεϊστική θρησκεία της ανθρωπότητας, τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω. Ο όρος, που γραμματικά αποτελεί απαρέμφατο, προέρχεται ετυμολογικά από την αραβική ρίζα «σάλαμα» φέροντας τη διττή έννοια της υποταγής στο θέλημα του ενός Θεού, σε αντιδιαστολή με ό,τι ίσχυε στην ειδωλολατρική Αραβία του 7ου μ.Χ. αιώνα, και της ειρήνευσης μέσω της προσχώρησης των αντιμαχόμενων αραβικών φυλών στο σύμφωνο μη επιθέσεως που πρότεινε ο Προφήτης Μωάμεθ.

Οι προσήλυτοι στο Ισλάμ, οι οποίοι στο Κοράνι αναφέρονται αρκετά συχνά ως «μουουμινούν» (πιστοί), ονομάζονται «μουσλιμούν» (μουσουλμάνοι) και πάλι από τη ρίζα «σάλαμα», και όχι «μωαμεθανοί», όπως αναφέρονται στα ημερολόγια και τις αναμνήσεις των Ευρωπαίων ταξιδιωτών του 18ου και 19ου αιώνα κατ’ αντιστοιχία των χριστιανών. Το να χαρακτηρίζουμε τους μουσουλμάνους «μωαμεθανούς», λοιπόν, είναι και ιστορικά ανακριβές αλλά και αντιβαίνει στη βασική μονοθεϊστική αρχή του δόγματός τους, το οποίο επηρεάστηκε έντονα και από τον ιουδαϊσμό αλλά και από τον χριστιανισμό στη μονοφυσιτική εκδοχή του.

Ως προς το μεγάλο σχίσμα σουνιτών – σιιτών (656-661 μ.Χ.) στις τάξεις των μουσουλμάνων, οι λόγοι του σαφώς και υπήρξαν πολιτικοί αναφορικά με τη διαδοχή στο χαλιφικό αξίωμα, άσχετα αν αργότερα απέκτησαν και θεολογική διάσταση. Οι σουνίτες χαρακτηρίστηκαν ως τέτοιοι αρκετά αργότερα λόγω της αποδοχής τής «σούνα», δηλαδή του συνόλου των μαρτυριών για το τι είπε ή έπραξε ο Προφήτης σε σχέση με το τάδε ή το δείνα ζήτημα, όπως διασώθηκαν από τους συντρόφους του και τους μεταγενεστέρους του. Βέβαια, η κωδικοποίηση της σούνα δεν έλαβε χώρα εν μια νυκτί, αλλά σε διάστημα τουλάχιστον δύο αιώνων από τον θάνατο του Μωάμεθ το 632 μ.Χ., προκειμένου να αποτελέσει μία συμπληρωματική του Κορανίου πηγή της θρησκείας αλλά κι ένα χρήσιμο πολιτικό εργαλείο στη διάθεση των μουσουλμανικών δυναστειών της εποχής.

Από την άλλη, οι σιίτες, οι οποίοι σήμερα εντοπίζονται πέραν του Ιράν, κυρίως στο νότιο Ιράκ, τον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και στα δυτικά του Κόλπου, οφείλουν την ονομασία τους στη λέξη «σία», που σημαίνει παράταξη, εννοώντας την παράταξη των οπαδών του Αλι, γαμπρού κι εξαδέλφου του Μωάμεθ, ο οποίος ήταν και ο τέταρτος κατά σειρά χαλίφης, μέχρι τη δολοφονία του το 661 μ.Χ.

Στην εμφύλια διαμάχη που ακολούθησε, οι σιίτες έχασαν οριστικά κάθε δυνατότητα να ανακτήσουν το Χαλιφάτο, κι ενώ μοιράζονται με τους σουνίτες τους πέντε βασικούς πυλώνες του Ισλάμ (ομολογία πίστεως, προσευχή πέντε φορές τη μέρα, προσκύνημα στη Μέκκα, νηστεία κατά τον μήνα του Ραμαζανίου και ελεημοσύνη), εντούτοις απέρριψαν τη σούνα ως διαστρεβλωμένη, δημιουργώντας τη δική τους θεολογική παράδοση των ιμάμηδων στα πρόσωπα των απογόνων των γιων του Αλι, ως των μόνων αρμόδιων να ερμηνεύσουν την αλήθεια του κορανικού μηνύματος.

Επομένως, εδώ θέλει κάποια προσοχή όταν αναφερόμαστε σε «θεοκρατία» ή «κληρικοκρατία»: μόνο για τους σιίτες υπάρχει ένα είδος ιεραρχημένου κλήρου εφάμιλλου του χριστιανικού, το οποίο νομιμοποιείται να ασκήσει θρησκευτική-πολιτική εξουσία, όπως συνέβη και με την περίπτωση του ιμάμη Χομεϊνί του Ιράν. Αντίθετα, στο σουνιτικό Ισλάμ, στο οποίο ανήκει και η πλειονότητα των Αράβων, οι ιμάμηδες δεν αποτελούν κάποια ανώτατη θρησκευτική αρχή, αλλά απλούς θρησκευτικούς λειτουργούς. Στο σουνιτικό Ισλάμ, λοιπόν, δεν υπάρχει κλήρος, αλλά ένα σώμα θρησκευτικών λειτουργών και νομομαθών των θρησκευτικών πηγών, οι λεγόμενοι ουλεμάδες από την αραβική ρίζα «άαλαμα», με την έννοια της γνώσης και της μάθησης.

Επιπλέον, το σιιτικό Ισλάμ κατακερματίστηκε ανά τους αιώνες σε διάφορες «αιρέσεις» και απέκτησε αρκετά παρακλάδια, κάποια εκ των οποίων επιβιώνουν μέχρι σήμερα. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι των αλαουιτών ή αλεβιτών, όπως είναι πιο γνωστοί στην Τουρκία, οι οποίοι πήραν το όνομά τους από τον ίδιο τον Αλι και έγιναν ευρύτερα γνωστοί λόγω της σουνιτικής εξέγερσης κατά του ομοδόξου τους προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ Ασαντ. Ο Αλι αποτελεί κεντρικό πρόσωπο της πίστης τους σε σημείο που κρίνονται ύποπτοι ακόμα και για την -απαράδεκτη με όρους μουσουλμανικής ορθοδοξίας- αγιοποίησή του. Εχοντας γνωρίσει αρκετές διώξεις κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, οι αλαουίτες παραγκωνίστηκαν κοινωνικά και οικονομικά από τους σουνίτες γαιοκτήμονες και εμπόρους μετά την ανεξαρτησία της Συρίας από τους Γάλλους, γεγονός που οδήγησε πολλούς από αυτούς να ακολουθήσουν καριέρα στον στρατό και να ενταχθούν στο κοσμικό, παναραβικό κόμμα Μπάαθ, που τότε γνώριζε μεγάλες δόξες, καταλαμβάνοντας ακόμα και την εξουσία. Η πλειονότητα των σουνιτών, βέβαια, δεν ένιωσε ποτέ άνετα με τη μονοπώληση της εξουσίας από τους «αιρετικούς» αλαουίτες, με αποκορύφωμα την ένοπλη αντιπαράθεσή τους στο καθεστώς το 1964 και το 1982. Από πολλές απόψεις, οι εξεγέρσεις εκείνες ήταν το «πρελούδιο» της σημερινής κρίσης.

Καθίσταται σαφές, λοιπόν, ότι λόγω της διαιωνιζόμενης σύγκρουσης σιιτών – σουνιτών, η οποία και αποτελεί μία από τις δομικές παραμέτρους της παρούσας κρίσης στη Μέση Ανατολή, απαιτείται μια βαθύτερη κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης των μουσουλμανικών κοινωνιών και των θρησκευτικών τους ρευμάτων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ