10 Φεβρουαρίου 2013

Το «λάθος» του ΔΝΤ

Από το Μέγαρο Μαξίμου τονίζεται ότι το θέμα του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή είχε θέσει ο κ. Σαμαράς στο «Ζάππειο Ι», τον Ιούλιο του 2010.Το θέμα του λάθους του ΔΝΤ ως σημαντική ευκαιρία για την Ελλάδα έχουν τονίσει και οι κυβερνητικοί εταίροι Ευάγγελος Βενιζέλος και Φώτης Κουβέλης.Την ίδια ώρα πληροφορίες αναφέρουν ότι ΔΝΤ και Γερμανία είναι απρόθυμες να χαλαρώσουν την πολιτική λιτότητας προς την Ελλάδα.ροσθήκη λεζάντας
Της  Μιραντας Ξαφα*
Πολλά έχουν γραφεί για τη «λάθος συνταγή» του ΔΝΤ που υποεκτίμησε την επίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής στο ΑΕΠ (τον «πολλαπλασιαστή»), βυθίζοντας την οικονομία σε δίνη ύφεσης και νέων μέτρων. Ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση ότι τα φορολογικά έσοδα τον Ιανουάριο είναι ανησυχητικά χαμηλότερα από τον στόχο, ακούγεται το επιχείρημα ότι πρέπει να τερματιστεί η λιτότητα και να ληφθούν μέτρα ανάσχεσης της ύφεσης. Ποιος όμως ευθύνεται για το μπαράζ νέων φόρων και τις οριζόντιες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις; Από την αρχή της εφαρμογής του προγράμματος σταθεροποίησης το ΔΝΤ τονίζει την ανάγκη συρρίκνωσης του κράτους και περιορισμού της φοροδιαφυγής. Γι’ αυτό το Μνημόνιο περιλαμβάνει συγκεκριμένους στόχους μείωσης του προσωπικού στο Δημόσιο, ενώ το ΔΝΤ έχει στείλει 19 αποστολές τεχνικής βοήθειας για τη φορολογική διοίκηση από τον Μάιο του 2010 έως σήμερα. Για τα απογοητευτικά αποτελέσματα στους δύο αυτούς κρίσιμους τομείς ευθύνεται αποκλειστικά η κυβέρνηση και όχι το ΔΝΤ.


Τι θα άλλαζε αν είχε χρησιμοποιηθεί υψηλότερος πολλαπλασιαστής από την αρχή του προγράμματος; Θα είχε γίνει σαφές ότι χρειαζόμαστε μακρύτερη περίοδο προσαρμογής και διαγραφή χρέους. Και πάλι όμως θα έπρεπε να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα, που ξεπερνούσε τα 20 δισ. ευρώ το 2009, διότι απλούστατα κανείς δεν θα ήταν πρόθυμος να μας δανείζει αιωνίως αυτό το ποσό. Ο πολλαπλασιαστής εξαρτάται και από τη σύνθεση της δημοσιονομικής προσαρμογής.

 Οι οικονομετρικές μελέτες δείχνουν ότι τα προγράμματα σταθεροποίησης που βασίζονται κυρίως στην περικοπή των δαπανών έχουν μικρότερη αρνητική επίπτωση στο ΑΕΠ, και επομένως μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας, από αυτά που βασίζονται στην αύξηση των φόρων (Alesina & Ardagna, NBER 2009). Η σύνθεση των δαπανών έχει και αυτή σημασία: η μείωση δημοσίων επενδύσεων επιβαρύνει το ΑΕΠ περισσότερο από τη μείωση καταναλωτικών δαπανών. Το μείγμα προσαρμογής που επέλεξε η Ελλάδα, με τη συνεχή περικοπή του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων και το μπαράζ νέων φόρων, ήταν συνταγή για τη μέγιστη δυνατή μείωση του ΑΕΠ.

Οσο για τα μέτρα ανάσχεσης της ύφεσης, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανάπτυξη δεν θα έρθει με περισσότερα δανεικά, αλλά με ιδιωτικές επενδύσεις που θα δημιουργήσουν νέο πλούτο και θέσεις εργασίας. Αναπτυξιακή πολιτική αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις, που θέτουν τις βάσεις για μία οικονομία προσανατολισμένη προς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές αντί για το χρεοκοπημένο μοντέλο του κρατισμού και της κατανάλωσης με δανεικά. Μία εύκαμπτη αγορά εργασίας και ένα ρυθμιστικό πλαίσιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα θα διευκόλυναν τη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού προς τους εξωστρεφείς κλάδους και επιχειρήσεις. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις όμως καθυστέρησαν πολύ για να μη θιγούν συνδικαλιστικά και συντεχνιακά συμφέροντα. Το αποτέλεσμα ήταν να βαθύνει η ύφεση και η προσαρμογή της οικονομίας σε χαμηλότερα επίπεδα δανεισμού να προέλθει από τη μείωση της ζήτησης, όχι από την αύξηση της προσφοράς.

Αν το ΔΝΤ έκανε ένα λάθος, αυτό ήταν ότι υποχώρησε μπροστά στην επιμονή της κυβέρνησης να μειώνει το έλλειμμα με οριζόντιες περικοπές και νέους φόρους αντί να συρρικνώσει το κράτος και να πατάξει τη φοροδιαφυγή. Το ΔΝΤ έθεσε απλώς τους στόχους για το έλλειμμα και επέτρεψε στην κυβέρνηση να επιλέξει τα μέτρα προκειμένου να διατηρήσει την κυριότητα του προγράμματος. Οταν έγινε προφανές ότι η φοροδοτική ικανότητα της οικονομίας είχε εξαντληθεί, το ΔΝΤ ζήτησε από την κυβέρνηση να επικεντρωθεί στις περικοπές δαπανών στο δεύτερο Μνημόνιο που συμφωνήθηκε τον Μάρτιο του 2012. Το Δημόσιο συνεχίζει όμως να ζει παρασιτικά, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τον ιδιωτικό τομέα, καθυστερώντας πληρωμές. Χρειάζεται π.χ. η Ελλάδα τέσσερα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια; Κάθε μισθός που πληρώνεται χωρίς αντίστοιχη παραγωγή έργου επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αντί να περιορίσει το υπερτροφικό Δημόσιο, η κυβέρνηση αναζητεί έσοδα για να το συντηρήσει.

Η ολιγωρία που έχει επιδείξει η κυβέρνηση στην εφαρμογή τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου Μνημονίου είναι υπεύθυνη για την παρατεταμένη αβεβαιότητα, τις απλήρωτες υποχρεώσεις και τη βαθιά ύφεση. Η αβεβαιότητα κορυφώθηκε πέρυσι με τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις και τις παρατεταμένες ενδοκυβερνητικές διαπραγματεύσεις για τα μέτρα περικοπής των δαπανών. Τη στιγμή που η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα εξόδου από την Ευρωζώνη, ποιος επρόκειτο να επενδύσει; Η έλλειψη εμπιστοσύνης και η πιστωτική ασφυξία οφείλονται στη δυσπιστία των αγορών ως προς τη δυνατότητα να μπει τάξη στο δημοσιονομικό χάος και να εφαρμοστούν οι διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτούνται για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, που προσέφυγαν στο ΔΝΤ και στην Ε.Ε. μετά την Ελλάδα, έχουν ήδη καταφέρει να επιστρέψουν στις κεφαλαιαγορές.

Οποιος και να φταίει, το γεγονός παραμένει ότι το Μνημόνιο αναπροσαρμόστηκε ήδη δύο φορές ώστε να λάβει υπόψη τη βαθύτερη από την αναμενόμενη ύφεση. Η πρώτη έγινε τον Μάρτιο του 2012 με το κούρεμα του χρέους και τη δεύτερη δανειακή σύμβαση, και η δεύτερη τον Δεκέμβριο του 2012 όταν συμφωνήθηκε η επιμήκυνση του προγράμματος κατά δύο χρόνια, η επιπλέον χρηματοδότηση, η μείωση του επιτοκίου και η αναβολή της αποπληρωμής των δανείων, η επαναγορά ομολόγων, και η υπόσχεση ότι θα υπάρξει νέα μείωση του χρέους εφόσον η Ελλάδα εφαρμόσει το πρόγραμμα.

Με άλλα λόγια, η προσαρμογή του προγράμματος σε υψηλότερο πολλαπλασιαστή έχει ήδη γίνει. Οποιαδήποτε προσπάθεια για νέα αναδιαπραγμάτευση θα ενίσχυε τη δυσπιστία για τη βούληση της Ελλάδας να τηρεί τα συμφωνημένα και θα έσβηνε κάθε ελπίδα να ανακτήσουμε την αξιοπιστία μας ως ισότιμο μέλος της Ευρωζώνης.

Αυτοί που ισχυρίζονται ότι το «λάθος» του ΔΝΤ δικαιολογεί εγκατάλειψη του Μνημονίου είναι οι ίδιοι που αναζητούν ευθύνες για την κρίση σε εξωτερικούς παράγοντες (κερδοσκόποι, τοκογλύφοι, Μέρκελ κ.λπ.), διότι αρνούνται να αποδεχτούν το τέλος της μεταπολιτευτικής ευδαιμονίας. Η σκανδαλολογία χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να μην αντιμετωπιστούν τα πραγματικά προβλήματα. Αντί να ερευνηθεί αν η κυβέρνηση έκρυβε το πραγματικό ύψος του ελλείμματος πριν από την κρίση, ερευνάται αν το «φούσκωσε» μετά την κρίση. Αντί να ελεγχθούν οι δικαιούχοι της λίστας Λαγκάρντ ερευνάται ποιος αφαίρεσε τρία ονόματα από τη λίστα. Το νέο άλλοθι είναι ο «πολλαπλασιαστής».
* H κ. Μιράντα Ξαφά είναι σύμβουλος Επενδύσεων E.F. Consulting και μέλος της κεντρικής επιτροπής της ΔΡΑΣΗΣ.


Στο λάθος του ΔΝΤ ποντάρει ο κ. Σαμαράς-«Οχι στη χαλάρωση» λένε Γερμανία και Ταμείο, πίστωση χρόνου ζητεί η Αθήνα

Στο λάθος του ΔΝΤ ποντάρει ο κ. Σαμαράς
Ισχυρό όπλο για την Ελλάδα θεωρεί ο κ. Σαμαράς την παραδοχή του ΔΝΤ ότι έκανε λάθος στην εκτίμηση της ύφεσης



«Εξακολουθούμε να διαπραγματευόμαστε ό,τι δεν δουλεύει. Το πρόγραμμα ήδη το αλλάξαμε σε πολλά σημεία» διαμηνύει σε όλους τους τόνους ο κ. Αντ. Σαμαράς, απορρίπτοντας την κριτική ότι η κυβέρνησή του αποδέχεται μια λανθασμένη συνταγή και δεν αντιδρά. Ο Πρωθυπουργός, σύμφωνα με πληροφορίες, καταρτίζει ένα στρατηγικό σχέδιο για να βελτιώσει τις συνθήκες και τους όρους του ελληνικού οικονομικού προγράμματος, σε συνδυασμό βέβαια με την εφαρμογή στο ακέραιο των υποχρεώσεων της χώρας. Ο κ. Σαμαράς ετοιμάζεται, στο κατάλληλο χρονικό σημείο, να θέσει πιο επιτακτικά το θέμα της αλλαγής της οικονομικής συνταγής σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Το βασικό του «όπλο» θα είναι η παραδοχή του ΔΝΤ ότι είχε υπολογίσει λάθος στην κατάρτιση του πρώτου μνημονίου (με τον περίφημο λανθασμένο δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή) την επίπτωση των μέτρων λιτότητας στην ύφεση.

«Η ζημιά για την οποία προειδοποιούσαμε από τον Ιούλιο του 2010, στο "Ζάππειο Ι", έγινε. Και τώρα πρέπει να διορθωθεί» είναι η βασική γραμμή του Μεγάρου Μαξίμου. Παράλληλα το επικοινωνιακό επιτελείο επιχειρεί να ακυρώσει την κριτική του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλ. Τσίπρα, ότι η κυβέρνηση «κωφεύει» για το λάθος του ΔΝΤ. «Αξιοποιήσιμη παραδοχή» από το ΔΝΤ, είναι η φράση που κυριαρχεί στο πρωθυπουργικό επιτελείο, το οποίο διαπιστώνει ότι διαμορφώνεται στο διεθνές περιβάλλον πιο ευνοϊκό κλίμα για περαιτέρω βοήθεια και χρόνο, άρα και ανάσες, στην Ελλάδα.
Ως εκ τούτου στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι έχουν ένα ισχυρό όπλο στα χέρια τους για το επόμενο κρίσιμο διάστημα, οπότε θα ξεκινήσει (υπολογίζεται στα μέσα της άνοιξης) η αναζήτηση των νέων μέτρων που θα οριστικοποιηθούν τον προσεχή Αύγουστο. Ωστόσο διευκρινίζουν ότι χρειάζονται προσεκτικά βήματα και τονίζουν πως απαιτείται πλήρης επίγνωση των πολιτικών συνθηκών και των συσχετισμών προτού γίνει η κίνηση του Πρωθυπουργού. Μάλιστα λένε ότι η διαπραγμάτευση είναι συνεχής και υπενθυμίζουν ότι το 2010 ο κ. Τσίπρας (ο οποίος ζητεί σήμερα αναθεώρηση του προγράμματος) δεν μιλούσε για τον πολλαπλασιαστή. «Ηθελε μείωση του χρέους, που επιτεύχθηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα, αλλά εμείς εξασφαλίσαμε και μείωση επιτοκίων και βελτίωση των όρων δανεισμού» λένε από την κυβέρνηση.  Ο Πρωθυπουργός διαπιστώνει ότι η τρόικα επιμένει για τη λήψη νέων μέτρων, ύψους 4 δισ. ευρώ, για τη διετία 2015-2016, αλλά ο ίδιος δεν συζητεί αυτό το ενδεχόμενο.Παράλληλα τα μηνύματα που φθάνουν στο Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι όχι μόνο οι Γερμανοί αλλά ούτε και το ΔΝΤ επιθυμούν να υπάρξει «χαλάρωση» της πολιτικής λιτότητας που έχει δρομολογηθεί ως το 2016.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τις κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης είναι και η άποψη την οποία διατυπώνει ο κ. Ι. Στουρνάρας, ο οποίος βάλλεται από ορισμένους βουλευτές της ΝΔ, προκαλώντας την ενόχληση του Μαξίμου.
«Υπάρχει παραδοχή από το ΔΝΤ ότι τα μέτρα που ελήφθησαν ήταν υπερβολικά με δεδομένο τον στόχο. Πρέπει να πάρουμε ένα μάθημα από αυτό» λέει και απορρίπτει νέα λιτότητα, ενώ μιλάει για ανάπτυξη και ιδιωτικοποιήσεις.«Η προσπάθεια που θα καταβληθεί θα είναι μεγάλη, αλλά θα συνεχίσουμε με μεγάλη ένταση. Η πολιτική δικαίωση για εμάς θα είναι να βγει η χώρα από την κρίση μια ώρα αρχύτερα» τονίζουν υψηλόβαθμες κυβερνητικές πηγές.

Ο Πρωθυπουργός στις πολλές συζητήσεις που έχει το τελευταίο διάστημα με βασικούς παίκτες στη διεθνή σκακιέρα τονίζει ότι η χώρα έχει ανάγκη από χρόνο, ώστε να δημιουργηθούν προοπτικές παραγωγής και ανάπτυξης.Κοινή εκτίμηση όχι μόνο του κ. Σαμαρά αλλά και των κκ. Ευ. Βενιζέλου και Φ. Κουβέλη είναι ότι αυτή η πίστωση χρόνου κρίνεται ως αναγκαία συνθήκη για να υπάρξει, όσο μπορεί, κοινωνικό μέρισμα μέσω της ανάπτυξης (επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας, αιμοδοσία της πραγματικής οικονομίας με ρευστό).

Ο κ. Βενιζέλος θεωρεί πως «οι εταίροι μας πρέπει να αντιληφθούν ότι δεν υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία περιθώρια για πρόσθετες εισοδηματικές περικοπές και μέτρα που έχουν υφεσιακή επίπτωση ή επιτείνουν την ανεργία». Στην ίδια γραμμή κινείται και η ΔΗΜΑΡ, η οποία εκτιμά ότι οι συνέπειες από τον λανθασμένο δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή αποτελούν κρίσιμο μέγεθος στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Οσο και αν φαίνεται παράξενο, ο Πρωθυπουργός επιστρέφει στο «Ζάππειο Ι» και στον Ιούλιο του 2010, όταν μετά την καταψήφιση από τη ΝΔ του πρώτου μνημονίου μίλησε για τον περίφημο δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή. Τότε ο κ. Σαμαράς είχε πει ότι ο πολλαπλασιαστής για την Ελλάδα ήταν 1,5, ενώ το ΔΝΤ τον υπολόγιζε στο 0,5, με συνέπεια το αρχικό μνημόνιο να συνταχθεί με λανθασμένη εκτίμηση για τις επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας στην ύφεση, στοιχείο το οποίο υποτίμησε, με τα γνωστά αποτελέσματα. Σήμερα θεωρεί ότι δικαιώνεται η κριτική την οποία είχε ασκήσει τότε, αφού, όπως υποστηρίζει σε συνομιλητές του, με σχετικά περιορισμένα μέτρα «εξισορρόπησης» θα μπορούσε να εξουδετερωθεί η ύφεση.