Και δεν αποτέλεσαν, βέβαια, τα επιχειρήματα αυτά κεραυνό εν αιθρία, γιατί ο Λάκης υπηρετεί με συνέπεια τον ρόλο του εθνικού λαϊκιστή εδώ και πολλά χρόνια. Η εθνικιστική ρητορεία που θέλει τη Μακεδονία να είναι η ψυχή μας, τους Σέρβους αδέλφια μας, τους Τούρκους βάρβαρους και το έθνος ανάδελφον αποτέλεσε τον καμβά κάθε «καλλιτεχνικής» του δημιουργίας. Ωστόσο, το φαινόμενο «Λάκης» δεν θα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις αν δεν αποτελούσε το αποκορύφωμα της κατά Τσίπρα συριζαϊκής κουλτούρας, που θεωρεί τα έργα του «αντάξια των κλασικών» και τον χρίζει εκπρόσωπο του ελληνικού πολιτισμού.
Δεν θα μπορούσε, βέβαια, να συμβαίνει αλλιώς. Η «πολιτιστική» αυτή επιλογή είναι ο καθρέφτης των κυβερνητικών επιλογών. Εκείνων που θεωρούν την αριστεία ρετσινιά, που στήνουν ένα κομματικό καθεστώς αναξιοκρατίας, που χρησιμοποιούν τα ανθρώπινα δικαιώματα σαν ασπίδα θεσμικών πραξικοπημάτων, που επενδύουν στον ακραίο λαϊκισμό για να διατηρηθούν στην εξουσία.
Αποδεικνύεται κάθε μέρα και περισσότερο ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν ήταν μια επιλογή ανάγκης για να εξασφαλιστεί απλώς μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά μια απόλυτα συνειδητή επιλογή. Το τρενάκι του Καμμένου οδηγεί τους συνεταίρους σταθερά στις επικίνδυνες ακροδεξιές ράγες του εθνικισμού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πορεία της χώρας. Και αν η συνηγορία του Λαζόπουλου στη Χρυσή Αυγή για τη δολοφονία του Φύσσα δεν έγινε τυχαία, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα.
Συμμερίζεται εύκολα κανείς τις ανησυχίες όλων όσοι αγωνιούν για την υπερψήφιση των προαπαιτούμενων του Μνημονίου. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπουμε ότι το απαραίτητο προαπαιτούμενο για την επιβίωση της χώρας είναι η υπεράσπιση της δημοκρατικής της πορείας.