Στον απόηχο ξανά της ελληνικής κρίσης ως προκάλυμμα αλλά στην πραγματικότητα της Συνόδου Κορυφής του Ιουνίου ξεκίνησε και το καλοκαίρι του 2012. Η Γερμανία άρχισε από την πρώτη στιγμή να μεθοδεύει την αθέτηση της υπογραφής της σε δύο σημαντικές υποχωρήσεις: Την απευθείας ανακεφαλαίωση των τραπεζών ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος τραπεζικού -δημόσιου χρέους και την άμεση σύσταση ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτικής αρχής. Στις 26 Ιουλίου του 2012 εν μέσω της θερινής ραστώνης ο επικεφαλής της ΕΚΤ, Μ. Ντράγκι, έριξε από το Λονδίνο τη βόμβα της ποσοτικής χαλάρωσης με τις τρεις μαγικές λέξεις «whatever it takes», θα κάνουμε ό,τι και αν χρειασθεί για τη συνολική θωράκιση της Ευρωζώνης.
Οι δύο κινήσεις του Σόιμπλε και του Ντράγκι που πρόβαλλαν στην αρχή ως συγκρουσιακές, στη συνέχεια εκ των πραγμάτων έγιναν συμπληρωματικές και όρισαν τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη για τα επόμενα δυόμισι χρόνια: οι αγορές δεν τόλμησαν νέα επίθεση και το Βερολίνο έσβησε την υπογραφή του στις δεσμεύσεις του Ιουνίου του 2012. Η ποσοτική χαλάρωση ήταν για τον Σόιμπλε καλοδεχούμενη ως απειλή και απευκταία ως απόφαση υλοποίησης. Σήμερα για τρίτη φορά ύστερα από ένα ελληνικό ψυχόδραμα κυοφορείται μια μετωπική σύγκρουση στην Ευρωζώνη, με τη Γερμανία να προσπαθεί να υπερβεί την απομόνωσή της, με μια επικίνδυνη φυγή προς τα εμπρός το σχέδιο Σόιμπλε.