18 Νοεμβρίου 2014

Το κόστος της στρατηγικής υπερεξάπλωσης της Τουρκίας


Το κόστος της στρατηγικής υπερεξάπλωσης της Τουρκίας

Του Χρήστου Ιακώβου
Εδώ και τρία χρόνια επεκτείνονται οι έρευνες στον υποθαλάσσιο χώρο της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά τις απειλές της Τουρκίας, η οποία από την αρχή αντετάχθη στην εξέλιξη αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους η Τουρκία εξέφρασε αυτή την αντίθεσή είναι στρατηγικοί και έχουν να κάνουν με τις ηγεμονικές της αξιώσεις στο θαλάσσιο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, ο οποίες εντάσσονται στην υψηλή στρατηγική της χώρας προκειμένου να καταστεί μέχρι τα μέσα του τρέχοντος αιώνα σε δύναμη μεσαίας εμβέλειας στο διεθνές σύστημα.Μέχρι στιγμής, η Τουρκία δείχνει ότι ευρίσκεται σε γεωστρατηγικό αδιέξοδο αφού δεν κατάφερε να αποτρέψει τις έρευνες και ταυτόχρονα έθεσε την τακτική αμφισβήτησης που επέλεξε σε μεγάλο ρίσκο. Το ερώτημα που τίθεται, μετά από αυτές τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων, είναι πως η Τουρκία βρέθηκε σε αυτό το γεωστρατηγικό αδιέξοδο.

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί για λόγους αναλυτικής προσπέλασης ότι η Τουρκία ευρίσκεται σε μία περίοδο γενικότερης γεωστρατηγικής αβεβαιότητας και ανησυχίας. Σε ό,τι αφορά τις περιφερειακές εξελίξεις – υπάρχει παρατεταμένη αστάθεια στη Συρία με πιο πιθανό σενάριο την επιβίωση του καθεστώτος Άσαντ, το Ιράν σπεύδει να καλύψει το κενό ισχύος που δημιουργείται με την αποχώρηση των Αμερικανών από το Ιράκ και δημιουργεί πλαίσιο σύγκλισης με τις ΗΠΑ στην αντιμετώπιση των σουννιτών τζιχαντιστών, δημιουργείται νέο πλαίσιο στις σχέσεις Αιγύπτου και Ισραήλ μετά την ανατροπή των ισλαμιστών στην Αίγυπτο, το Παλαιστινιακό παραμένει μετέωρο, η πορεία των αραβικών εξεγέρσεων δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη και το κουρδικό εθνικό κίνημα στην Τουρκία, τη Συρία και το Ιράκ, αναδιπλώνεται με πιο κατηγορηματικές αξιώσεις λαμβάνοντας πλέον περιφερειακό χαρακτήρα και προοπτικές διεθνούς υποστήριξης. Όλα αυτά δημιουργούν στρατηγικά διλήμματα στην Άγκυρα τα οποία τη σπρώχνουν να αναλάβει δράση.

Κατά το παρελθόν, και ενόσω οι Κεμαλικοί καθόριζαν τις επιλογές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η Τουρκία αποτελούσε σημαντικό παράγοντα διευκόλυνσης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Μ. Ανατολή, στη βάση προώθησης κοινών συμφερόντων και συνεπώς η αντίδρασή της ήταν πιο προβλέψιμη. Σήμερα τα πράγματα αλλάζουν, λόγω της προσπάθειας της Τουρκίας να διευρύνει το πεδίο πολιτικής και διπλωματικής δράσης στην περιοχή, γεγονός που τη φέρει σε απόκλιση συμφερόντων σε σχέση με τις ΗΠΑ. Καθοριστικής σημασίας γι΄ αυτή την αλλαγή ήταν η σταδιακή ακύρωση του άξονα Τουρκίας – Ισραήλ, ως στρατηγική επιλογή της Άγκυρας, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για την νέα μεσανατολική της πολιτική.

Βασικός άξονας των κινήσεων της κυβέρνησης Ερντογάν είναι να καλύψει το γεωστρατηγικό κενό ισχύος που δημιουργήθηκε στη Μέση Ανατολή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Με αυτό τον τρόπο προσάρμοσε στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μία ρητορική που ανακαλεί τις ιδεολογικές παραστάσεις του πανισλαμισμού κατά τα τελευταία χρόνια προ της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό μπορεί να έχει επίκληση στις λαϊκές μάζες των μουσουλμάνων της Μέσης Ανατολής όχι όμως στις πολιτικές τους ηγεσίες που εκλαμβάνουν την Τουρκία με διαφορετικούς όρους.

Το γεωστρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο ευρέθη επ’ εσχάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, καταδεικνύει τη γενικότερη αδυναμία, αλλά ιδιαιτέρως την απουσία γεωστρατηγικής προοπτικής της Τουρκίας να εκπληρώσει το ρόλο που επιδιώκει στην περιοχή. Χρειάζεται χρόνος να οικοδομήσει μία χώρα ισχυρή περιφερειακή πολιτική και είναι απαραίτητο για συνοδεύει αυτή την πολιτική, κατά καιρούς, με επίδειξη στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος. Αυτό, για ένα κράτος με φιλοδοξίες όπως η Τουρκία, σημαίνει ότι θα μπορούσε να πληρώσει κόστος αν τα γειτονικά κράτη αρχίζουν να αντιδρούν και να εμποδίζουν την Τουρκία από το να προχωρήσει πάρα πέρα και ακόμη περισσότερο για την ίδια την Τουρκία να χάνει συμμάχους από το παρελθόν.

Είναι σαφές πλέον ότι η Τουρκία είναι ανέτοιμη να διαχειριστεί τις δύσκολες πτυχές της περιφερειακής της πολιτικής και αντ’ αυτού αναλώνεται σε, χαμηλού κόστους, πολεμική ρητορική (όπως στην περίπτωση της Συρίας, της Κύπρου και της Ελλάδος) διατηρώντας ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί μόνο πολιτικοδιπλωματικώς να δικαιολογεί το ρόλο της.
*Ο Χρήστος Ιακώβου είναι Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών