12 Οκτωβρίου 2014

Ενας «ενδιαφέρων» χειμώνας

Σπύρος ΛίτσαςΗ Ευρώπη συνεχίζει να παράγει πολιτική. Η Γαλλία και ο Φρανσουά Ολάντ, μετά την τελευταία μέτρηση του δημόσιου χρέους που ξεπέρασε τα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ –ένα ποσό που αντιστοιχεί στο 95% του ΑΕΠ του γαλλικού κράτους–, αρνήθηκε να υιοθετήσει μέτρα λιτότητας τις δύο επόμενες χρόνιες. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Ιταλία, με τον πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι να δηλώνει ότι στέκεται στο πλευρό της Γαλλίας, στελέχη της κυβέρνησής του πλέον δηλώνουν σε εγχώρια και διεθνή μέσα ότι, για να ξεπεραστεί η ευρωπαϊκή κρίση χρέους, χρειάζεται ευελιξία, ενώ παράλληλα η Ρώμη δήλωσε επισήμως ότι κι αυτή θα καθυστερήσει τα μέτρα ισοσκελισμού του δικού της προϋπολογισμού.


Είναι ασφαλές να μιλάμε για μια συμμαχία μεταξύ Ρώμης και Παρισίων; Θα ήταν ορθότερο να μιλούμε για άξονες συναντίληψης με εμφατικούς περιορισμούς ως προς το αποτέλεσμα. Η Γαλλία αλλά και η Ιταλία δεν έχουν το επίπεδο ισχύος που θα έθετε υπό αμφισβήτηση την πρωτοκαθεδρία της Γερμανίας και την αδιαμφισβήτητη επιρροή της στον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Βέβαια, αυτή η δομική αδυναμία Ρώμης και Παρισίων δεν μπορεί να κάνει το Βερολίνο να αισθάνεται πιο άνετα. Το αντίθετο μάλιστα, αφού σε ένα τέτοιο πολυεπίπεδο παίγνιο με αυξημένες τις τάσεις της αλληλεξάρτησης ο αδύνατος μπορεί να γίνει καταλύτης εξελίξεων.

 Αρχικώς, για πρώτη φορά από το 2010 αμφισβητείται ευθέως από ηγέτες κρατών το μότο «μέσω της λιτότητας θα επιτευχθεί η ανάπτυξη». Ταυτοχρόνως, το Βερολίνο γνωρίζει ότι, αν η Γαλλία ή/και η Ιταλία θελήσουν, μπορούν να δημιουργήσουν ακόμα μεγαλύτερη κρίση, αποφασίζοντας να δηλώσουν οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης των προϋπολογισμών τους, με αποτέλεσμα να θέσουν αυτομάτως σε κίνηση το μηχανισμό του European Stability Mechanism, οδηγώντας στην πράξη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε οικονομική ασφυξία. Η κατανόηση από τη Γερμανία του διαφαινόμενου ζητήματος φάνηκε έντονα κατά τη διάρκεια της σύσκεψης κορυφής για την καταπολέμηση της ανεργίας την εβδομάδα που μας πέρασε, με το Βερολίνο να προβαίνει σε ανοίγματα προς τη Γαλλία και την Ιταλία πέρα από τη σημειολογία του επίσημου δείπνου των ηγετών της Τετάρτης, όταν η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ κάθισε δίπλα στον Ολάντ, γεμίζοντας μάλιστα με νερό το ποτήρι του.


Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα για το Βερολίνο, που γνωρίζει ότι πίσω από τον αποσταθεροποιημένο σοσιαλιστή πρόεδρο δεν ακολουθεί ο «βολικός» Νικολά Σαρκοζί αλλά η «αγριεμένη» Μαρίν Λεπέν που έχει πετύχει μαζί με το παραδοσιακά ακροδεξιό, αντισημιτικό, ομοφοβικό και σοβινιστικό ακροατήριο του Front National να εντάξει στο κόμμα τμήματα του παραδοσιακού γκολικού χώρου που θα συνεχίσουν να τη στηρίζουν όσο αυτή θα καταφέρνει να κρύβει κάτω από μια επίφαση εκσυγχρονισμού τους skinheads - συνοδοιπόρους του πατέρα της τη δεκαετία του '80 που μεγάλωσαν, έβαλαν κοστούμια αλλά τα μπράτσα τους είναι ακόμα κατάστικτα με τους αγκυλωτούς σταυρούς και άλλα κατάπτυστα σύμβολα του ναζιστικού εφιάλτη.

Πόσο εύκολο είναι για το Βερολίνο να αναδείξει μια πιο ευέλικτη πολιτική απέναντι στα ζητήματα που απασχολούν την Ευρώπη; Εξαιρετικά δύσκολο, κι αυτό γιατί όλοι γνωρίζουν ότι το ratio της λιτότητας μοιάζει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Τραβάς ένα χαρτί και καταρρέουν τα πάντα. Κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν στον πυρήνα της Ευρώπης, το Βερολίνο βλέπει με μεγάλη ενόχληση να μην αποδίδει η νέα-Ostpolitik με τη Μόσχα. Η προσπάθεια αυτή ήταν φιλόδοξη αλλά υψηλού ρίσκου, εξαιτίας του ότι έβαζε τη Γερμανία ενδιάμεσο του ανταγωνισμού ΗΠΑ και Ρωσίας. Η κρίση της Ουκρανίας απέδειξε ότι συζεύξεις τόσο μεγάλης κλίμακας είναι αδύνατες. Η Ostpolitik μπορούσε να εφαρμοστεί σε περίοδο ψυχροπολεμικής σταθερότητας. Ο πολυπολισμός όμως δεν είναι διπολισμός και οι απαιτήσεις της πολιτικής είναι γραμμικές δίχως μνήμη του παρελθόντος. Ενας «ενδιαφέρων» χειμώνας ξεκινά για την Ευρώπη. Δυστυχώς, με την κινεζική απόδοση του όρου.