06 Ιανουαρίου 2014

Οι πρωθυπουργοί απλώς προήδρευαν;

http://www.iefimerida.gr/sites/default/files/imagecache/node_image660/mizes.jpg
Του Τάσου Παππά  «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων». Ο αφορισμός του Σάμουελ Τζόνσον ήρθε στο μυαλό μου διαβάζοντας την απολογία Κάντα, από την οποία προκύπτει ότι μερικοί από κείνους που πρωταγωνιστούσαν τις προηγούμενες δεκαετίες στη δημόσια συζήτηση γύρω από το θέμα της ενίσχυσης της αμυντικής θωράκισης της χώρας και εμφανίζονταν άλλοτε ως τουρκοφάγοι και άλλοτε ως μακεδονομάχοι, ήταν απατεώνες ολκής. Χρησιμοποιούσαν τον πατριωτισμό ως όχημα για να πλουτίσουν εις βάρος του ελληνικού λαού. Το θράσος τους ήταν τόσο μεγάλο, που εκτόξευαν κατηγορίες για μειοδοσία, ενδοτικότητα και ύποπτο κοσμοπολίτικο διεθνισμό εναντίον όσων υποστήριζαν ότι η αλόγιστη αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της χώρας, ότι δεν είναι δυνατόν η μικρομεσαία Ελλάδα να είναι πρώτη στον κόσμο στους εξοπλισμούς, ότι έχει στηθεί πάρτι διαφθοράς με τους εμπόρους όπλων.
Μας έλεγαν ότι το «ανάδελφο ελληνικό έθνος» ήταν υποχρεωμένο να εξοπλιστεί γιατί είναι περικυκλωμένο από εχθρούς που απεργάζονται την καταστροφή του, αλλά το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν ο «εξοπλισμός» των τραπεζικών λογαριασμών τους με δραχμές και δολάρια στο παρελθόν, με ευρώ από το 2000 και μετά.

Να θυμηθούμε το κλίμα που επικρατούσε στη χώρα τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν τα θέματα εξωτερικής πολιτικής ήταν στην ημερήσια διάταξη. Είχε δημιουργηθεί μια πολεμική ατμόσφαιρα με ευθύνη πολλών παραγόντων: Καθηγητές Διεθνούς Δικαίου αρθρογραφούσαν συστηματικά αναδεικνύοντας την Τουρκία και τη FYROM ως κεντρικές απειλές για την Ελλάδα. Αποδοκίμαζαν τις νηφάλιες φωνές, στήριζαν τη στρατιωτική διπλωματία, αποθέωναν όσους πρότειναν την άσκηση πιέσεων στους γείτονες. Μέσα μαζικής ενημέρωσης κατασκεύαζαν κρίσεις και φιλοξενούσαν σε τακτική βάση τους εκπροσώπους του πούρου πατριδοκαπηλισμού. Το λεγόμενο πατριωτικό ρεύμα, με ισχυρές προσβάσεις και στα δύο μεγάλα (τότε) κόμματα του συναινετικού δικομματισμού, πίεζε τις ηγεσίες για σκλήρυνση της πολιτικής απέναντι στους εξωτερικούς εχθρούς, απαιτούσε ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, συνεχή παρακολούθηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων του αντιπάλου, αντικατάσταση του αμυντικού δόγματος που συνοψιζόταν στη φράση «δεν διεκδικούμε τίποτε» από το δόγμα «δεν διεκδικούμε τίποτε από κείνους που επίσης δεν διεκδικούν από μας τίποτε. Και διεκδικούμε τα πάντα απ’ αυτούς που διεκδικούν από μας τα πάντα».

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον «εθνικής ετοιμότητας», πρώην στρατιωτικοί με υπαλληλική σχέση με τις εταιρείες όπλων περιέφεραν την πραμάτεια τους (και τις μίζες τους) από γραφείο σε γραφείο του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, ενώ υψηλόβαθμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων αντιδρούσαν έντονα σε κάθε σκέψη για εκλογίκευση της κατάστασης. Το ειρωνικό στην όλη ιστορία είναι ότι αυτό το πατριωτικό μπλοκ, που επέμενε πως διάλογος με τον εχθρό είναι αδιανόητος και εξωθούσε τις κυβερνήσεις να αγοράζουν διαρκώς όπλα για να χτιστεί μια αξιόπιστη αποτρεπτική δύναμη, είχε και κοινωνικές ευαισθησίες! Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα ξόδευε για την άμυνά της το 4,6% του ΑΕΠ (στοιχεία του 1995), υποθηκεύοντας έτσι την οικονομική προοπτική της, οι εισαγγελείς του πατριωτισμού εγκαλούσαν τις ηγεσίες ότι οι πολιτικές λιτότητας που εφάρμοζαν ήταν κοινωνικά άδικες και έπρεπε να ακυρωθούν. Νικηταράδες με ολίγον από Λένιν!

Και ενώ η οικονομική αιμορραγία της χώρας εξαιτίας των αμυντικών δαπανών ήταν ακατάσχετη (τις συνέπειες τις βλέπουμε σήμερα), τα πράγματα δεν έγιναν καλύτερα ούτε στο στρατιωτικό επίπεδο. Η υπεροχή της Τουρκίας στον αέρα, στη θάλασσα και στο έδαφος ουδέποτε αμφισβητήθηκε στα σοβαρά (δεν θα ήταν άλλωστε δυνατό), παρά τις δύο αγορές του αιώνα (μία επί Α. Παπανδρέου, μία επί Κ. Σημίτη) και τις αλλεπάλληλες προμήθειες «έξυπνων όπλων» -σαν κι αυτά που πουλούσαν πανάκριβα οι εταιρείες, τα οποία υποτίθεται ότι θα εξισορροπούσαν τη σχέση με τον προαιώνιο εχθρό.

Ακόμη και στο πεδίο όπου οι εξοπλισμοί θα μπορούσαν να φανούν σχετικά χρήσιμοι και να δημιουργήσουν εγχώρια προστιθέμενη αξία τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Οι ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες δεν μπόρεσαν να βγουν ποτέ από την κατηγορία των προβληματικών επιχειρήσεων και συντηρούνταν επί χρόνια, κυρίως, με κρατικές χρηματοδοτήσεις. Η στρατιωτική ιδεολογία τελικώς κατάφερε το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ισχυριζόταν ότι επιδίωκε: «Αντί να εξαντλεί τον αντίπαλο, εξαντλεί τον ίδιο τον λαό που καλείται να υπερασπίσει», όπως έγραφε ο Αγγ. Ελεφάντης στον «Πολίτη» λίγο μετά τα γεγονότα στα Ιμια.

Με τις αποκαλύψεις του Αντ. Κάντα, αλλά και των υπόλοιπων εμπλεκομένων στην υπόθεση, που σίγουρα θα ακολουθήσουν, μαθαίνουμε πώς γινόταν η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και πόσο εκτεταμένο ήταν το κύκλωμα διαφθοράς. Υπάρχει όμως μια μεγάλη εκκρεμότητα. Οι πρωθυπουργοί της χώρας δεν είχαν πάρει χαμπάρι τίποτε; Το όργιο της ρεμούλας εξελισσόταν δίπλα τους. Υποψιάζονταν, αλλά δεν είχαν αποδείξεις; Οφείλουν να μιλήσουν και ο Κ. Μητσοτάκης και ο Κ. Σημίτης (στη δική του περίοδο συνέβησαν τα περισσότερα) και ο Κ. Καραμανλής και ο Γ. Παπανδρέου. Εκτός αν ισχύει το ανδρεοπαπανδρεϊκό «εγώ απλώς προήδρευα»!
 t.pappas@efsyn.gr