09 Νοεμβρίου 2015

Οι δανειστές, ο Φίλης και η επίθεση στον Κουμουτσάκο


Ο υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Νίκος Φίλης παρακολουθεί συζήτηση στη Βουλή. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
Του Σταύρου Λυγερού-Μπορεί οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές να συνεχίζονται χωρίς ακόμα ορατό αποτέλεσμα, αλλά η εβδομάδα που πέρασε έχει αναμφισβήτητο πρωταγωνιστή τον Φίλη. Η δήλωσή του την περασμένη Δευτέρα πυροδότησε μία αλυσίδα αντιδράσεων, οι οποίες κορυφώθηκαν με τη μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας των Ποντίων στο Σύνταγμα. Εκεί είχαμε τον άγριο προπηλακισμό του Κουμουτσάκου και την κοινοβουλευτική σύγκρουση των δύο μεγάλων κομμάτων για την ηθική αυτουργία.

Αν και έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, τα μέτωπα που πρέπει να κλειστούν ώστε η 1η αξιολόγηση να ολοκληρωθεί εγκαίρως είναι αρκετά. Η εξεύρεση ισοδυνάμων για τον ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση ήταν σχετικά το εύκολο, αλλά έχει μετατραπεί σε σήριαλ. Για την ακρίβεια, καταδεικνύει την αδυναμία της κυβέρνησης να επιλύει αποτελεσματικά και εγκαίρως προβλήματα.

Τα ζητήματα που πραγματικά καίνε από κοινωνικής και κατ’ επέκτασιν πολιτικοεκλογικής απόψεως είναι οι πλειστηριασμοί και το ασφαλιστικό. Η βούληση του πρωθυπουργού είναι οι εκκρεμότητες να έχουν κλείσει μέχρι τις 15 Νοεμβρίου, ώστε να μην απειληθεί η εκταμίευση της δόσης και κυρίως η έγκαιρη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την αναδιάρθρωση του χρέους.

Από την άλλη πλευρά, όμως, στο μέγαρο Μαξίμου έχουν συνείδηση πως οι πλειστηριασμοί και το ασφαλιστικό συνιστούν ένα εκρηκτικό μίγμα που μπορεί να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις και να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση. Ο Τσίπρας επιχειρεί να πολιτικοποιήσει τη σχετική διαπραγμάτευση με τους δανειστές, προσδοκώντας ότι λόγω του προσφυγικού/μεταναστευτικού το ευρωιερατείο θα αποδεχθεί μία πιο χαλαρή εφαρμογή του 3ου Μνημονίου.

Οι επισκέψεις του Μοσχοβισί και του Σουλτς δεν προσκόμισαν τίποτα το συγκεκριμένο σ’ αυτό το επίπεδο. Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, ούτε η Κομισιόν ούτε πολύ περισσότερο το Βερολίνο είναι διατεθειμένοι σ’ αυτή να φάση να χαλαρώσουν το ελληνικό πρόγραμμα. Θέλουν να ολοκληρωθεί η 1η αξιολόγηση και η όποια χαλάρωση αποφασισθεί να ισχύσει για όλες τις εμπλεκόμενες χώρες-μέλη και για το 2016.

Και ενώ η κυβέρνηση διαπραγματευόταν με τους δανειστές για να αμβλύνει κατά το δυνατόν τις βαρύτατες κοινωνικές επιπτώσεις και κατ’ επέκτασιν τις ενδεχόμενες κοινωνικές αντιδράσεις, η ζημιά προέκυψε από εκεί που δεν το περίμενε. Ο Φίλης είχε και στο παρελθόν αρνηθεί τη γενοκτονία των Ποντίων, αλλά τότε ήταν ένας δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα (Αυγή) με μικρή κυκλοφορία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, έλεγε διάφορα “αιρετικά” για εθνικής ευαισθησίας ζητήματα. Τότε, όμως, κανείς δεν έδινε μεγάλη σημασία σ’ ένα μικρό κόμμα που σε κάθε εκλογική αναμέτρηση αγωνιζόταν να εισέλθει στη Βουλή.

Είναι διαφορετικό, όμως, την αναγνωρισμένη από το ελληνικό Κοινοβούλιο γενοκτονία των Ποντίων να την αρνείται ένας δημοσιογράφος από το να την αρνείται ο υπουργός Παιδείας. Με τη στάση του, ο Φίλης έδειξε ότι θεωρεί τη θεσμικού χαρακτήρα αυτή διάκριση ψιλά γράμματα. Η στάση υπαγορεύθηκε από την εθνομηδενιστική ιδεοληψία που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο τμήμα του παλαιού μικρού ΣΥΡΙΖΑ και της οποίας εμβληματική εκπρόσωπος έχει αναδειχθεί η Ρεπούση με τον ανεπανάληπτο «συνωστισμό των Ελλήνων στην προκυμαία της Σμύρνης»!

Όταν, λοιπόν, την περασμένη Δευτέρα δέχθηκε τη σχετική ερώτηση, αν και έδειξε ότι αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο, δεν τον παρέκαμψε. Αντέδρασε σαν ταύρος που του βάζουν μπροστά κόκκινο πανί. Με άλλα λόγια, δεν αντέδρασε ως υπουργός που μετράει τις κουβέντες του με κριτήριο τις πολιτικές επιπτώσεις που θα έχουν.

Έτσι, αντί να δηλώσει ότι ως υπουργός Παιδείας σέβεται τη σχετική απόφαση της Βουλής και να κλείσει το θέμα, μίλησε για αιματηρή εθνοκάθαρση, αλλά αρνήθηκε τη γενοκτονία, επικαλούμενος κάποια απροσδιόριστα “επιστημονικά” κριτήρια και κυρίως το δικαίωμά του να έχει άποψη. Όπως συχνά συμβαίνει στην ελληνική δημόσια συζήτηση, οι αποχρώσεις πέρασαν σε δεύτερο πλάνο και το μήνυμα που διαχύθηκε στην κοινωνία από τα ΜΜΕ ήταν η άρνηση της γενοκτονίας.

Η επίμαχη δήλωση βιώθηκε ως προσβολή της ιστορικής αλήθειας και της εθνικής ευαισθησίας όχι μόνο από τους Πόντιους, αλλά και από τους υπόλοιπους Έλληνες. Μόνο μία αμελητέα εθνομηδενιστική μειονότητα συμμερίζεται αυτού του τύπου τις απόψεις, οι οποίες υποτίθεται ότι κατεδαφίζουν εθνικούς μύθους και υψώνουν ανάχωμα στον εθνικισμό.

Μετά από τις αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες και τα αναπόφευκτα εσωτερικά προβλήματα, η ΝΔ και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης θεώρησαν τη δήλωση Φίλη σαν μοναδική ευκαιρία να πλήξουν την κυβέρνηση κατά τρόπο που να βρει ανταπόκριση στη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Γι’ αυτό και σήκωσαν ψηλά το θέμα. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και τα κατεστημένα ΜΜΕ, τα οποία, για τους δικούς τους λόγους, είναι έτοιμα να αποδομήσουν την κυβέρνηση Τσίπρα. Άδραξαν, λοιπόν, και αυτά την ευκαιρία που τους προσέφερε στο πιάτο ο υπουργός Παιδείας και κεντρικό στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος.

Ορισμένοι ερμήνευσαν την επίμαχη δήλωση Φίλη ως ελιγμό της κυβέρνησης που είχε ως στόχο να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από τα τρέχοντα και καυτά για την κοινωνία ζητήματα των πλειστηριασμών, του ασφαλιστικού και των άλλων επώδυνων δεσμεύσεων. Είναι αληθές ότι η άρνηση της γενοκτονίας μετατόπισε την περασμένη εβδομάδα το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης, θέτοντας σε δεύτερο πλάνο τα δεινά του 3ου Μνημονίου. Αυτό, όμως, είχε πολιτικό κόστος παρά όφελος για την κυβέρνηση.

Η πρώτη αρνητική επίπτωση είναι η διεύρυνση του ρήγματος μεταξύ των δύο κυβερνητικών εταίρων. Το ρήγμα άνοιξε με την απολύτως δικαιολογημένη άρνηση των ΑΝΕΛ να ψηφίσουν τη διάταξη που στραγγαλίζει τις μικρές ζυθοποιίες. Μία διάταξη που κατέθεσε στη Βουλή το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, παρά τη γενική κατακραυγή και χωρίς να επικαλεσθεί ένα επιχείρημα.

Προφανώς, οι πολυεθνικοί γίγαντες του κλάδου, που λυμαίνονται την ελληνική αγορά μπύρας, κατάφεραν (με τους αθέμιτους τρόπους που άριστα γνωρίζουν) να μετατρέψουν την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων τους σε μνημονιακή υποχρέωση! Δεν είναι η πρώτη φορά, άλλωστε, που η Τρόικα παίζει τέτοιο ρόλο. Μετά από αυτή τη διαφοροποίηση, η δήλωση Φίλη και η κατηγορηματική καταδίκη της από τον Καμμένο και το κόμμα του πρόσθεσε νέα σύννεφα σ’ έναν μέχρι πρότινος ανέφελο συνεταιρισμό.

Το σημαντικότερο είναι ότι η επίμαχη δήλωση του υπουργού Παιδείας έφερε με ορμή στην επιφάνεια μία αντίφαση που εξαρχής εμφιλοχωρεί στη σχέση της Κουμουνδούρου με την εκλογική βάση του 35,5%. Μία αντίφαση που έχει επικαλυφθεί από το γεγονός ότι και το 2012 και το 2015 την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών καθόρισε κατά κανόνα η κρίση.

Οι αντιλήψεις του κομματικού μηχανισμού για θέματα εθνικής ταυτότητας και ευαισθησίας είναι απολύτως μειοψηφικές και βρίσκονται στον αντίποδα των κυρίαρχων στην ελληνική κοινωνία αντίστοιχων αντιλήψεων. Το γεγονός ότι μετά την επιβολή των Μνημονίων ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος στράφηκε προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν σημαίνει καθόλου ότι ανέχεται και πολύ περισσότερο συμμερίζεται τις εθνομηδενιστικές απόψεις που έχουν μεγάλη πέραση στην Κουμουνδούρου.

Λόγω της ιδεοληψίας, αλλά και του συγκρουσιακού χαρακτήρα του, ο Φίλης έβγαλε αυτή την αντίφαση στην επιφάνεια και μάλιστα σε μία κρίσιμη για την κυβέρνηση συγκυρία. Είναι επιβεβαιωμένο από την ιστορική πείρα πως όταν η οικονομική ανέχεια και η συνακόλουθη κοινωνική απαξίωση συνυφαίνονται με την εθνική ταπείνωση δημιουργείται ένα εκρηκτικό μίγμα.

Στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει εθνική ταπείνωση, αλλά και η προσβολή της εθνικής ευαισθησίας (ιδιαιτέρως των Ποντίων που διατηρούν ζωντανές τις μνήμες των σφαγών) αποδεικνύεται ικανή να προκαλέσει μεγάλο πολιτικό κόστος στον ΣΥΡΙΖΑ. Η ιδεοληψία του Φίλη όχι μόνο προκαλεί αρνητικά συναισθήματα και απωθεί ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, αλλά και δίνει διέξοδο στη συσσωρευμένη από την μνημονιακές πολιτικές κοινωνική οργή να διοχετευθεί στο επίπεδο της εθνικής ευαισθησίας.

Στο μέγαρο Μαξίμου δεν έκρυβαν τη δυσφορία τους για τη δήλωση Φίλη. Όχι ότι πολυδιαφωνούν με την ουσία της, αλλά από πολιτικής απόψεως την θεωρούν αυτογκόλ. Κατανοούν ότι η απόσπαση της προσοχής από τα επώδυνα μνημονιακά μέτρα θα είναι πρόσκαιρη, αλλά η πολιτική ζημιά θα μείνει. Γι’ αυτό και τον υποχρέωσαν να προβεί σε διορθωτική δήλωση, η οποία, όμως, δεν άμβλυνε το αρνητικό κλίμα.

Ζήτημα απομάκρυνσης του υπουργού Παιδείας δεν ετέθη. Για προφανείς λόγους, ο πρωθυπουργός δεν θέλει να δείξει ότι υποχωρεί στην πίεση της αντιπολίτευσης. Αλλά και αν ακόμα το σκεφτόταν, δεν έχει την πολυτέλεια να ανοίξει ένα νέο εσωκομματικό μέτωπο αντιπαράθεσης μετά το βαθύ σχίσμα που προκάλεσε η μνημονιακή στροφή.

Ο Φίλης δεν είναι τσιπρικός, με την έννοια που είναι ο Παππάς και κάποιοι άλλοι. Είναι, όμως, από τα κορυφαία στελέχη του “βαθέως ΣΥΡΙΖΑ”. Γι’ αυτό δεν είναι πολιτικά αναλώσιμος, παρότι έχει στο παθητικό του σειρά προκλητικών δηλώσεων, οι οποίες, επίσης, έχουν ζημιώσει την κυβέρνηση. Στο Μαξίμου, άλλωστε, του αναγνωρίζουν ότι έβαλε όσο ελάχιστοι πλάτη για να στηρίξει τις πρόσφατες δραματικές επιλογές του Τσίπρα.

Η πολιτική δυναμική που αναπτύχθηκε από τις αντιδράσεις στη δήλωση του υπουργού Παιδείας κινητοποίησε τον ποντιακό Ελληνισμό με κατάληξη τη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Κάπου εκεί η υπόθεση θα άρχιζε να εκτονώνεται εάν δεν λάμβανε χώρα ο άγριος προπηλακισμός του Κουμουτσάκου, ο οποίος θύμισε τον αντίστοιχο προπηλακισμό του Χατζηδάκη σε αντίστοιχη συγκέντρωση των Αγανακτισμένων.

Η αυτονόητη καταδίκη του περιστατικού και η απόδοσή του αποκλειστικά στη Χρυσή Αυγή είναι ένας εύκολος τρόπος το πολιτικό και μιντιακό σύστημα να βάλει το κεφάλι στην άμμο και να μη διαβάσει το ανησυχητικό μήνυμα που στέλνει η εν λόγω επίθεση. Το γεγονός ότι η επίθεση εναντίον του βουλευτή της ΝΔ εκφυλίσθηκε σ’ έναν οξύτατο καυγά των δύο μεγάλων κομμάτων με αλληλοκατηγορίες περί ηθικής αυτουργίας επιβεβαιώνει την απροθυμία και ανικανότητα του πολιτικού συστήματος ακόμα και να αντιληφθεί τις διεργασίες που συντελούνται στα έγκατα της κοινωνίας. Είναι ο μόνος και από καιρό αδιέξοδος τρόπος να ανακυκλώνουν την πολιτική τους ύπαρξη, βαθαίνοντας το χάσμα που τους χωρίζει ειδικά από τα τμήματα του πληθυσμού που έχουν πέσει στον γκρεμό ή βρίσκονται στο χείλος του.

Προφανώς, από ποινικής απόψεως έχει σημασία ο εντοπισμός και η δίωξη όσων πρωτοστάτησαν στον προπηλακισμό του Κουμουτσάκου. Επειδή, όμως, πάντα μπορεί να βρεθούν τραμπούκοι, από πολιτικής απόψεως την κρίσιμη σημασία έχει η αντίδραση του “χορού”, πώς δηλαδή αντέδρασε το πλήθος που παρακολουθούσε τον ξυλοδαρμό.

Από το βίντεο προκύπτει ότι η παρουσία του βουλευτή ερέθισε τους συγκεντρωμένους και ταχύτατα τους μετέτρεψε σε όχλο. Ουσιαστικά, δεν επιτέθηκαν προσωπικά στον Κουμουτσάκο, ο οποίος ως πολιτικός έχει επιδείξει ευαισθησία για τα εθνικά θέματα. Επιτέθηκαν τυφλά εναντίον ενός διακεκριμένου εκπροσώπου της πολιτικής ελίτ, την οποία θεωρούν υπεύθυνη για τη δραματική επιδείνωση ή και καταστροφή της δικής τους ζωής. Αυτό το περιεχόμενο είχαν και τα συνθήματα που ακούγονταν.

Πρέπει να αναλογισθούμε γιατί πολίτες που πριν το 2010 θα έσπευδαν να χαιρετίσουν (ακόμα και δουλοπρεπώς) έναν πολιτικό, σήμερα φθάνουν στο σημείο να τον λιντσάρουν, ή τουλάχιστον να επικροτούν τον ξυλοδαρμό του. Την απάντηση δίνει το οικονομικοκοινωνικό κραχ που για πρώτη φορά μεταπολεμικά απειλεί την αναπαραγωγή της υφιστάμενης κοινωνικής δομής και απονομιμοποιεί τις πολιτικές ελίτ. Είναι αυτή η φόρτιση που επιτρέπει σε χρυσαυγίτες ή μη να επιδίδονται σε τραμπουκισμούς με την επιδοκιμασία του πλήθους.

Το επόμενο διάστημα που οι λογαριασμοί του 3ου Μνημονίου θα έρχονται ο ένας πίσω από τον άλλο, η κοινωνική οργή αναπόφευκτα θα επεκταθεί και θα παροξυνθεί. Δεν θα έχει, όμως, κοινοβουλευτική διέξοδο, όπως είχε μέχρι τον Ιανουάριο και υπό μία έννοια μέχρι και τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Δηλαδή, δεν θα υπάρχει πλέον η ελπίδα ότι ψηφίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ θα τερματισθούν οι μνημονιακές πολιτικές μέσα από την κοινοβουλευτική οδό και σε συνθήκες ομαλότητας.

Η διάψευση αυτή, σε συνδυασμό με τα επερχόμενα επώδυνα μέτρα, αναμένεται να καταστήσει το κοινωνικό τοπίο ακόμα πιο εύφλεκτο. Αν και δεν μπορεί κανείς να προεξοφλήσει την κοινωνική δυναμική, είναι καθαρό ότι συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις για την εισβολή του “πεζοδρομίου” και τη μετατροπή του σε παράμετρο των πολιτικών εξελίξεων.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ την Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015