06 Οκτωβρίου 2013

Ο άστεγος στο Κολωνάκι που στολίζει και σκουπίζει το παγκάκι του… “Σώπασε Ελλάδα μου μην κλαις”

ASTEGOS01-05OCTOBER2013

Της ΕΛΛΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Τελικά σ’ όποιο δρόμο και να περπατήσεις, ανταμώνεις πληγές… Ανεβαίνοντας την οδό Μαρασλή, στο Κολωνάκι, συναντάς έναν άστεγο κύριο, που έχει διακοσμήσει το παγκάκι του, με απομεινάρια, από τη ζωή του, από την  Ελλάδα, την άλλη, την προηγούμενη… «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί»…

Είναι ένας υπέροχος γεράκος, χαμογελαστός. Το πρωί σκουπίζει, συμμαζεύει, ευθυγραμμίζει τα πάντα, ποτίζει τα δέντρα, φροντίζει τ’ αδέσποτα, χαιρετάει τον κάθε περαστικό που περνάει από το «σπιτικό του», διηγείται ιστορίες, δίνει αγάπη και ζωή στα πάντα…

Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποια μπορεί να είναι η ιστορία του… Σπάνια συναντάς ανθρώπους με τόση αξιοπρέπεια… Αυτός ο αληθινός κύριος, δε ζητάει, αλλά  δίνει, αυτοί είναι οι κύριοι, όχι οι αυτοί που ζουν σε σπίτια και φοράνε κοστούμια… Στην αρχή σκέφτηκα, να τον  πλησιάσω και να του μιλήσω… Διψούσα να μάθω… Μετά αποφάσισα πως θα ήταν καλύτερα να μείνω μακριά… Υπέθεσα ότι ο άνθρωπος, αυτός, στο μυαλό του, έχει πλάσει μια άλλη εικόνα, για να αντέξει τη σκληρή πραγματικότητα και τις δυσμενείς συνθήκες… Εν μέρει αυτός ο άνθρωπος ζει στο σπίτι του, μπορεί κάποιοι να τον πέταξαν  έξω, μα στην ουσία δεν τα κατάφεραν… Δεν έχει στερηθεί τις μικρές καθημερινές συνήθειες, τις απολαύσεις του, όπως για παράδειγμα, ένας καφές, το κελάηδημα ενός πουλιού… «Με τις ξόβεργες, μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις όμως το κελαηδητό τους… Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας…» Και ο κύριος αυτός τη διαθέτει… κανείς δεν κατάφερε να του την «κλέψει»… Αντιστέκεται σ’ αυτό το σάπιο και καταραμένο σύστημα που γονάτισε και κατέστρεψε σχεδόν ένα ολόκληρο λαό… Ο γεράκος αυτός ακόμα, φέρει αντίσταση, με όπλο την αξιοπρέπεια  και την αγάπη του, καθώς το σκηνικό αλλάζει και «μυρίζει» χειμώνα….

Τα μάτια βουρκώνουν, μα ο κύριος αυτός, δε χρειάζεται τον οίκτο μας… Στέγη χρειάζεται, φροντίδα και αγάπη… Κι αυτός και πολλοί άλλοι… Νιώθω πως δεν έχω άλλη δύναμη να περπατήσω…. Είναι στιγμές που πραγματικά, αναρωτιέμαι, αν όλα αυτά που βλέπω, ακούω, διαβάζω, είναι ένας κακός εφιάλτης και σε λίγο θα ξυπνήσω… Δεν είναι δυνατό να τα ζούμε όλα αυτά… θα συμβαίνουν σε ένα παράλληλο σύμπαν, όχι εδώ… Δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα, η δική μας Ελλάδα να έχει γίνει άλλη…. Να διώχνει μακριά τα ίδια της τα παιδιά…. Πως γίνεται η ίδια η μάνα να αφήνει νηστικά τα παιδιά της τα ίδια? «Ότι το μυαλό και η καρδιά για το ανθρώπινο σώμα, είναι η Ελλάς για την ανθρωπότητα», έτσι έγραψαν κάποτε…. Όλοι σε ζήλευαν, μάνα … Γι αυτό και σε λάβωσαν! Μόνο που με τους βαρβάρους συναίνεσαν και μερικά απ’ τα «παιδιά σου»…  Σώπα, μην κλαις, δε φταις εσύ… Το χρήμα αγοράζει και τις ψυχές, αυτών που τις πουλάνε… Εσύ θα «ξαναπερπατήσεις», εμείς κάποτε θα πλυθούμε και θα τινάξουμε τις στάχτες από πάνω μας, αυτοί όμως τη ψυχή τους πως θα την ξεπλύνουν? Μπορούν να την αγοράσουν, πίσω? Δεν μπορούν….

Ξανακοίταξα το γεράκο, το χαμόγελο του σα να μου δώσε μια δύναμη αλλιώτικη…. Στο νου μου ‘ρθανε  τα λόγια του Καζαντζάκη, από τις «Αδερφοράδες» … «Όλο δόξα και πείνα είσαι, κακομοίρα Ελλάδα. Από την φτέρνα ως την κορφή όλο ψυχή. Δεν πρέπει να χαθείς, όχι δε θα σε αφήσουμε εμείς να χαθείς, μάνα»…
Read more: http://mignatiou.com/?p=13676#ixzz2gxq3n9H9

Ο άστεγος στο Κολωνάκι που στολίζει το παγκάκι του με μπιμπελό και λουλούδια

Τίποτα δεν είναι ικανό να του στερήσει την αξιοπρέπεια και κυρίως το δικαίωμά του να διεκδικήσει ένα μέρος ομορφιάς και ιδιωτικότητας, ακόμη και καταμεσής του πολυσύχναστου δρόμου. Η εικόνα του άστεγου που έχει διακοσμήσει το πεζοδρόμιο με λίγα αντικείμενα που παραπέμπουν σε μια άλλη, στεγασμένη ζωή συγκινεί αλλά ταυτόχρονα δίνει και δύναμη στον περαστικό.
Ο γέροντας στην οδό Μαρασλή, φέρει μαζί του θραύσματα της πραγματικής του ζωής, της βιωμένης πριν την κρίση. Ενα γύψινο άλογο ανασηκωμένο στα πίσω πόδια που μοιάζει να χλιμιντρίζει, ένα μπουκάλι αναψυκτικού και ψεύτικα λουλούδια, μήλα σε ρόλο διακοσμητικών, μπουκάλια με νερό, οι κούπες του ελληνικού καφέ αναποδογυρισμένες για να μη σκονίζονται – ο άστεγος δεν θέλει να κάνει την παραμικρή έκπτωση σε αυτές τις απειροελάχιστες στιγμές «πολυτέλειας» στη ζωή του. Οπως η απόλαυση ενός καφέ.

Τα στρωσίδια στο παγκάκι, δυο παλιές κουβέρτες, στρωμένες τακτικά, με συμμετρία, δίπλα στην απλώστρα για τα ρούχα και σε μια άδεια κρεμάστρα – μοιάζει σε κατάσταση αναμονής. Τα πόδια του τυλιγμένα σε μια ροζ πετσέτα για να ζεσταίνονται καθώς από χθες άρχισε το κρύο του φθινοπώρου και οι βροχές.
Καθώς μπαίνουμε σε ένα νέο τοπίο καιρού, δυο μήνες μακριά από τον χειμώνα, ο άστεγος της αριστοκρατικής Μαρασλή, ο άστεγος στη σκιά του Ευαγγελισμού αφηγείται πολλαπλές ιστορίες της πόλης, ιστορίες από την κοιλιά του κτήνους. Αλλά κυρίως αφηγείται κάτι πιο δυνατό: Αν και άστεγος, δεν έχει αποστερηθεί την προσωπικότητά του, τη μοναδικότητά του. Αντιστέκεται ακόμα, με το δικό του τρόπο.


Πηγή: iefimerida.gr