Υπάρχει μια υπεραπλούστευση, η οποία στηρίζει τις επιλογές μιας σχολής σκέψης στο Κυπριακό που στον βωμό της όποιας λύσης θυσιάζει τα κεκτημένα, που έχουν με κόπο και μόχθο αποκτηθεί. Υπάρχει μια λογική «υπερβάσεων» που επί της ουσίας αποκρατικοποιεί το κυπριακό κράτος. Αυτό γίνεται και μέσα από τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, όπου το ψευδοκράτος θα εξασφαλίσει αναδρομική αναγνώριση και διά κάποιων ενεργειών στην καθημερινότητα. Κινήσεις και ενέργειες που κατατείνουν στην αποενοχοποίηση και ομαλοποίηση της κατοχής και αφαιρούν το κίνητρο για λύση από την άλλη πλευρά. Αντί να συμβάλλουν στην αποκατάσταση της ενότητας της Κύπρου οδηγούν στην αποδοχή της διαίρεσης ως λύσης. Ναι, αυτό γίνεται. Και γίνεται μέσα από μια πολιτική που είναι γεμάτη αντιφάσεις. Αναλώνονται δυνάμεις για να σταματήσει η μετάβαση μιας τ/κ αντιπροσωπείας στο εξωτερικό ή για την ακύρωση μιας πρόσκλησης και, από την άλλη, το κράτος κάνει τον τροχονόμο για επισκέψεις ξένων αξιωματούχων στον Ακιντζί.
Βυθισμένοι κάποιοι στην αφέλεια και την επιδερμική αντιμετώπιση των εξελίξεων, υποβαθμίζουν τις προσπάθειες της τουρκικής πλευράς για αναβάθμιση του ψευδοκράτους αλλά και τις κινήσεις προσάρτησης (μεταφορά νερού, ηλεκτρισμού, εναρμόνιση νομικού συστήματος, εναρμόνιση με διοικητικές δομές Τουρκίας). Ο Ερντογάν το φωνάζει και κάποιοι στην Κύπρο κλείνουν τα αφτιά τους για να μην τον ακούσουν και χαλάσουν το… όραμα. Το στοίχημα δεν είναι η αναδρομική επιβεβαίωση των επιλογών του 2004, αλλά η λύση. Γιατί το 2004 δεν ήταν λύση που προσφερόταν. Όμως, όταν πρόκειται για το μέλλον της χώρας, δεν μπορεί δώδεκα χρόνια μετά να θεωρούν κάποιοι πως μπορούν με ρεβανσισμούς να επιβεβαιώσουν λανθασμένες επιλογές.
 
Η επιλογή για λύση του Κυπριακού είναι μονόδρομος. Οφείλουμε, ωστόσο, να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα τα ενδεχόμενα. Κυρίως όταν στην αντίπερα όχθη κινούνται ήδη με το σχέδιο Β, που ενδέχεται να είναι και η μοναδική τους επιλογή. Το σχέδιο Β στην ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είναι, στη φάση αυτή, άλλο από την αποτροπή των τουρκικών σχεδιασμών, που οδηγούν στην εσαεί ομηρία της Κύπρου στο καθεστώς της Άγκυρας.
 
Δυστυχώς, η ακολουθούμενη πολιτική, επειδή ακριβώς δεν έχει αποτέλεσμα, εδραιώνει τα κατοχικά δεδομένα. Η ακολουθούμενη πολιτική, επειδή στερείται στρατηγικών χαρακτηριστικών και είναι κενή από τακτική, διαιωνίζει πραγματικά το απαράδεκτο κατοχικό στάτους κβο. Μεταξύ της πολιτικής ομαλοποίησης του στάτους κβο που οδηγεί η πεπατημένη πολιτική και της ανατροπής του, υπάρχει μεγάλη απόσταση και είναι σαφές πως αυτό που ακολουθείται καταλήγει εκ των πραγμάτων στην πρώτη επιλογή.
 
Η άλλη στρατηγική πρέπει να στηρίζεται πρωτίστως στη βασική θέση πως λύση με συνέχιση της τουρκικής παρουσίας στο νησί δεν μπορεί να υπάρξει. Η παρουσία της χώρας στην Ε.Ε. θα πρέπει να αποτελέσει τη συνταγή για ρύθμιση βασικών ζητημάτων που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτά τα δικαιώματα θα λειτουργήσουν προς όφελος των Ε/κ και των Τ/κ. Η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να προσφέρει στους πολίτες της τρία μεγάλα πλεονεκτήματα, το αναγνωρισμένο κράτος, την ιδιότητα του πολίτη της Ε.Ε. και την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων. Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να κερδίσουμε και τους Τ/κ. Να τους πείσουμε ότι το λιμάνι τους είναι η Κύπρος και όχι η Τουρκία.