16 Δεκεμβρίου 2015

Ο ανταγωνισμός Τουρκίας – Ρωσίας και η «επινόηση» μιας αντιπολίτευσης

Recep-Tayyip-Erdogan-14-putin
Με αποκορύφωμα την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από την τουρκική πολεμική αεροπορία στις 24 Νοεμβρίου, η πορεία των σχέσεων Τουρκίας – Ρωσίας διαχρονικά και ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, μπορούν να φωτίσουν κάποια σημαντικά θέματα της διεθνούς πολιτικής οικονομίας και της διασύνδεσης της με τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς. Η ένταση της πρόσφατης κρίσης φαίνεται να διατηρείται και σε μερικές περιπτώσεις να κλιμακώνεται. Στο σημερινό της στάδιο δείχνει ότι ισχυρά κράτη με διαφορετικό προφίλ και προσανατολισμούς μπορούν όντως να οικοδομήσουν οικονομικούς και εμπορικούς δεσμούς, όμως σε συγκεκριμένες συγκυρίες η ύπαρξη διαφορετικών και συγκρουόμενων γεωπολιτικών στόχων δημιουργεί εμπόδια, πισωγυρίσματα και κρίσεις.
Παράλληλα, η σημερινή αντιπαράθεση Τουρκίας – Ρωσίας, τουλάχιστον σε ότι αφορά στην Άγκυρα, φέρνει στην επιφάνεια το βάθος των ανακατατάξεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και αποκαλύπτει τις προτεραιότητες και τις τακτικές που ακολουθεί επί του συριακού εδάφους η κυβέρνηση Νταβούτογλου.


Τα όρια του «στρατηγικού συνεταιρισμού» Τουρκίας – Ρωσίας
Η Τουρκία, όπως και άλλες χώρες παρόμοιου μεγέθους, χαρακτηρίζεται από μια έντονη προσπάθεια συγκέντρωσης περιφερειακής επιρροής και διεκδίκησης ενός πιο αποτελεσματικού παγκόσμιου ρόλου μέσα από σώματα όπως η G-20. Πολλές φορές μάλιστα, αυτοί οι στόχοι της Τουρκίας φαίνεται να ξεπερνούν τις πραγματικές δυνατότητες του κράτους, των δομών εξουσίας και της ίδιας της κοινωνίας για την κατάκτηση ενός περιφερειακού ηγεμονικού ρόλου. Όμως οι «τεκτονικές» αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών έχουν τέτοιες επιπτώσεις στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος που οδηγούν κράτη όπως την Τουρκία στην μερική αμφισβήτηση των παραδοσιακών τους συμμαχιών και στην αναζήτηση νέων, με στόχο την αυτονόμηση και την ενίσχυση της επιρροής τους.

Η τουρκική περίπτωση είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν λίγες οι φορές που η Άγκυρα υιοθέτησε διαφορετικές προσεγγίσεις από τους παραδοσιακούς δυτικούς της συμμάχους σε πολλά θέματα. Δεν ήταν επίσης λίγες οι φορές που οδηγήθηκε σε αναζητήσεις εξισορρόπησης και βελτίωσης σχέσεων με ομάδες κρατών όπως η BRICS και με μεμονωμένα κράτη όπως η Ρωσία. Ο συγκεκριμένος προσανατολισμός ήταν αποτέλεσμα τόσο της ευρύτερης αναδιάταξης ισχύος στο παγκόσμιο σύστημα, της σχετικής οικονομικής και πολιτικής σταθεροποίησης της Τουρκίας, όσο και της ενδυνάμωσης της παρουσίας της στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Άγκυρα επεδίωξε συνειδητά να αναπτύξει διάφορες μορφές οικονομικής, εμπορικής και ενεργειακής ενσωμάτωσης με τη Μόσχα. Οι συνεργασίες αυτές όμως, ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, συνυπήρχαν με τη συνέχιση ανταγωνισμών των δύο κρατών σε διάφορα θέματα. Έτσι η κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προσπάθησε να μειώσει τις αρνητικές επιπτώσεις των γεωπολιτικών ανταγωνισμών με τη Ρωσία εφαρμόζοντας μια τακτική «διαμερισματοποίησης» των διμερών σχέσεων. Δηλαδή, έδωσε βάρος στην εμπέδωση των οικονομικών και εμπορικών δεσμών, στη δημιουργία νέων πεδίων συνεργασίας και την ίδια στιγμή απέφευγε να συζητήσει έντονα τα θέματα διαφωνιών που προέκυπταν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.

Η αντιπαράθεση στο ζήτημα της Οσετίας, οι εξελίξεις στην Ουκρανία, αλλά και οι διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο χωρών στην πορεία της «αραβικής άνοιξης» με σημείο καμπής τη Συρία, έδειχναν να παραμένουν στη σκιά της ογκούμενης οικονομικής συνεργασίας τους.
Μάλιστα ο βαθμός αυτής της οικονομικής συνεργασίας με τη Μόσχα, δημιούργησε το απαραίτητο υπόβαθρο για την τουρκική κυβέρνηση ώστε να χρησιμοποιήσει έντονα την έννοια του «στρατηγικού συνεταιρισμού». Η εμφάνιση αυτού του όρου στις ρωσο-τουρκικές σχέσεις προκαλούσε από την αρχή κάποια ερωτηματικά. Όμως είναι γεγονός ότι μόνο μετά τις ανατροπές επί συριακού εδάφους φάνηκε ότι ο «στρατηγικός συνεταιρισμός» ήταν μάλλον μια υπερβολική προσέγγιση των διμερών σχέσεων. Όπως έδειξαν τα γεγονότα του τελευταίου χρονικού διαστήματος, μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας συνεχίζουν να υπάρχουν σοβαροί γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί που δεν ξεπεράστηκαν ούτε και αμβλύνθηκαν μέσα από την οικονομική τους προσέγγιση. Η ένταση των ανταγωνισμών επί της Συρίας σήμερα, προκαλεί νέες ρωγμές στις σχέσεις των δύο κρατών και ταυτόχρονα δείχνει να επηρεάζει σε κάποιο βαθμό και το ίδιο το οικονομικό τους υπόβαθρο, το οποίο υποτίθεται ότι λειτουργούσε «ομαλοποιητικά» τα προηγούμενα χρόνια.

Από τη στιγμή που η Ρωσία αποφάσισε να εντατικοποιήσει τον παρεμβατικό της ρόλο στη Συρία, η καταγραφή παραβιάσεων του εναέριου χώρου της Τουρκίας, ήταν κάτι αναμενόμενο από την Άγκυρα. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε το προηγούμενο διάστημα ο τουρκικός Τύπος, από τις 30 Σεπτεμβρίου όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί εναντίον τζιχαντιστών εντός Συρίας μέχρι και τις 15 Οκτωβρίου, καταγράφηκαν περίπου 13 παραβιάσεις του τουρκικού εναέριου χώρου. Αυτές περιλάμβαναν μάλιστα και παρενοχλήσεις τουρκικών μαχητικών. Όμως η Άγκυρα σε καμιά από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις δεν είχε επιλέξει την κλιμάκωση της κρίσης. Δεν είχε λάβει κανένα μέτρο στρατιωτικού χαρακτήρα στα δικά της εδάφη που να επικεντρώνεται εναντίον της ρωσικής παρουσίας και να μαρτυρεί «ανησυχία» για την παραβίαση της εδαφικής της ακεραιότητας. Προκύπτουν λοιπόν δύο σημαντικά ερωτήματα: Το πρώτο σχετίζεται με την χρονική διάσταση της κατάρριψης του ρωσικού αεροπλάνου. Γιατί τώρα; Το δεύτερο σχετίζεται με το ευρύτερο πλαίσιο των ενεργειών της Τουρκίας στην περιοχή. Ποιες είναι πραγματικά οι κινήσεις του τουρκικού κράτους επί συριακού εδάφους και τι επιδιώκει;

Η «κατασκευή» μιας φιλο-τουρκικής αντιπολίτευσης
Η ενέργεια της κατάρριψης του ρωσικού αεροπλάνου πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο που τα ερωτηματικά στις διεθνείς εξελίξεις για τη Συρία πολλαπλασιάζονται. Μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι από το «Ισλαμικό Κράτος» η εν λόγω οργάνωση επανήλθε στον πυρήνα των εξελίξεων και οι πολύπλοκες σχέσεις της με διάφορα δόματα εξουσίας στην Τουρκία, συνεχίζουν να αφήνουν την Άγκυρα «εκτεθειμένη». Ταυτόχρονα η εντονότερη εμπλοκή της Ρωσίας σε όλα τα επίπεδα του συριακού (πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό), αναγέννησε τη συζήτηση σε διεθνές επίπεδο για την προοπτική παραμονής της κυβέρνησης Άσσαντ σε μια μεταβατική περίοδο. Η Μόσχα επιβεβαίωσε τον κεντρικό της ρόλο στο μέλλον της Συρίας σε μια περίοδο που η τουρκική θέση για δημιουργία ενός τύπου «ζώνης ασφάλειας» εντός συριακών εδαφών συνεχίζει να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό από τις ΗΠΑ. Έτσι η Άγκυρα επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει περιπλοκές στην πορεία των διεθνών διπλωματικών ενεργειών σε μια συγκυρία που οι ρωσικές θέσεις φάνηκαν να αποκτούν περισσότερη απήχηση.

Δίπλα σε όλα αυτά, η κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους από την Τουρκία, φαίνεται να συνδέεται άμεσα με τα μακροπρόθεσμα σχέδια της Άγκυρας σε σχέση με την επιδιωκόμενη δημιουργία «σφαιρών επιρροής» εντός της Συρίας. Από τις 19 Νοεμβρίου, η ρωσική αεροπορία διεύρυνε τις επιθέσεις της στην περιοχή Μπαγίρ Μπουτζιάκ που βρίσκεται βορειοανατολικά της Λατάκιας και δυτικά της πόλης Χαλέπι. Η περιοχή αυτή βρισκόταν υπό τον έλεγχο διαφορετικών τζιχαντιστικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων και Τουρκομάνων τα τελευταία τρία χρόνια. Η βουνοκορφή Τουρκμενταϊ (το «βουνό των Τουρκομάνων»), επίκεντρο των ένοπλων αντιπαραθέσεων, βρίσκεται μόλις 15 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα και «ελέγχει» την ευρύτερη περιοχή της Λατάκιας. Το συγκεκριμένο πεδίο είναι στρατηγικής σημασίας για την Άγκυρα, η οποία ήθελε να χρησιμοποιήσει τις τουρκομανικές οργανώσεις για να ελέγξει διπλανές περιοχές που θα εκκαθαρίζονταν από την παρουσία του «Ισλαμικού Κράτους» με στόχο να μειωθεί η επιρροή του κουρδικού κινήματος.

Καθόλου τυχαία λοιπόν μερικές βδομάδες πριν από την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού, ο φιλοκυβερνητικός Τύπος στην Τουρκία ξεκίνησε τη δημοσίευση δολοφονιών Τουρκομάνων της Συρίας σε ένα πλαίσιο καλλιέργειας της «ανάγκης» να σωθούν οι «ομοεθνείς» από μια μελλοντική σφαγή. Ο ίδιος ο Νταβούτογλου δύο μέρες πριν από το επεισόδιο με το ρωσικό αεροπλάνο υπογράμμιζε ότι: «Έδωσα εντολές για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την προστασία των [Τουρκομάνων] αδερφών μας στη δική τους γνήσια πατρίδα». Με αυτό τον τρόπο η τουρκική κυβέρνηση επικέντρωσε τη λεγόμενη μετριοπαθή συριακή αντιπολίτευση στα πλαίσια του Τουρκομανικού πληθυσμού, έφερε στην επιφάνεια μια συγκεκριμένη ταυτότητα και δημιούργησε τις προϋποθέσεις δημόσιας ανάπτυξης μιας εθνικής-θρησκευτικής «συγγένειας» που θα ήταν χρήσιμη για τη νομιμοποίηση των επόμενων πρακτικών πολιτικών επί του συριακού εδάφους. Η ιδεολογική «κατασκευή» μιας συγκεκριμένης αντιπολίτευσης Τουρκομάνων από την Άγκυρα φυσικά δεν είναι νέο στοιχείο στο συριακό πρόβλημα, αλλά είναι γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο επαναφέρθηκαν στο προσκήνιο οι συγκεκριμένες οργανώσεις, δημιουργεί ερωτηματικά.

Με το ξέσπασμα των συγκρούσεων εντός Συρίας το 2011, ένας αριθμός Τουρκομάνων της Συρίας εγκαταστάθηκε στην Τουρκία και πρωταγωνίστησε στη δημιουργία οργανωμένων αντιπολιτευτικών συνόλων. Η πρώτη προσπάθεια εμφανίστηκε με το «Συριακό Τουρκομανικό Κίνημα», το οποίο κάλεσε όλους τους Τουρκομάνους σε κινητοποιήσεις ενάντια στην κυβέρνηση Άσσαντ. Αμέσως μετά δημιουργήθηκε η «Ένωση Τουρκομάνων Συρίας» και οι δύο οργανώσεις ενοποιήθηκαν στα τέλη του 2011 υπό την ομπρέλα των «Συριακών Τουρκομανικών Μαζών». Ακολούθησαν πολλές εσωτερικές διαφωνίες και διασπάσεις μέχρι που με την ισχυρή παρέμβαση της Άγκυρας δημιουργήθηκε η «Συριακή Τουρκομανική Συνέλευση» το 2013 με στόχο την ενοποίηση όλων των Τουρκομάνων της Συρίας. Το Μάιο του 2014, η Συνέλευση εξέλεξε 42 μέλη νομοθετικής εξουσίας και 13 μέλη εκτελεστικής επιτροπής από το σύνολο των 350 αντιπροσώπων. Η Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας αναγνώρισε αμέσως την Τουρκομανική Συνέλευση ως τη μοναδική νόμιμη εκπρόσωπο των Τουρκομάνων της Συρίας.

Στον στρατιωτικό τομέα και με επίκεντρο δυνάμεις εντός του συγκεκριμένου πληθυσμού, η παρέμβαση της Άγκυρας ήταν επίσης έντονη. Η Τουρκία προσέφερε στρατιωτικό υλικό και εκπαίδευση σε τουρκομανικές ομάδες, οι οποίες σε συνεργασία με τζιχαντιστές τόσο του «Ισλαμικού Κράτους» όσο και της Αλ Νούρσα επιτέθηκαν σε χωριά Αλεβιτών τον Αύγουστο του 2013. Το 2014 οι ίδιες οργανώσεις πραγματοποίησαν επιθέσεις σε αρμενικά χωριά στην περιοχή Κέσεμπ. Σήμερα στις βουνοκορφές της περιοχής Μπαγίρ Μπουτζιάκ δραστηριοποιούνται περισσότερες από δέκα τέτοιες οργανώσεις, διασπάσεις της Αλ Κάϊντα που συσπειρώνουν Τουρκομάνους, Τσετσένους, Ουζμπέκους, Ουϊγούρους, Μαροκινούς, Τυνήσιους, Λίβυους και Σαουδάραβες τζιχαντιστές. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τουρκομανικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται με την καθοδήγηση τουρκικών δομών εξουσίας είναι η «Ταξιαρχία του Σουλτάνου Αμπτούλχαμίτ», η οποία από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της ανακήρυξε «ιερό πόλεμο» για την απελευθέρωση των πρώην οθωμανικών εδαφών και κατέταξε τους Κούρδους και τον Άσσαντ στην κορυφή της ιεραρχίας των εχθρών της.

Διεύρυνση του «πολέμου δια αντιπροσώπων»;
Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι μπροστά στο ενδεχόμενο συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μέσα από τις διπλωματικές προσπάθειες της συνόδου της Βιέννης, Άγκυρα και Μόσχα εντείνουν τη δραστηριότητά τους στο συριακό έδαφος σε μια περιοχή εξαιρετικής σημασίας. Από τη μια ο Άσσαντ και η Μόσχα θέλουν να προστατεύσουν τη Λατάκια με την απομάκρυνση τζιχαντιστών από τα γειτονικά βουνά, ενώ την ίδια στιγμή θέλουν να αποδυναμώσουν αισθητά τις οργανώσεις σαλαφιστικού υπόβαθρου που λειτουργούν κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Με αυτό τον τρόπο θέλουν να μειώσουν την προοπτική δημιουργίας μιας «σουνιτικής» σφαίρας επιρροής της Άγκυρας ενόψει των κρίσιμων διεθνών διεργασιών. Από την άλλη, η Άγκυρα επιδιώκει ακριβώς τα αντίθετα. Θέλει να ισχυροποιήσει την παρουσία ιδεολογικά συγγενικών οργανώσεων στην τουρκοσυριακή μεθόριο και να μειώσει τα περιθώρια του κουρδικού κινήματος να εμπεδωθεί στις περιοχές που τώρα οικοδομεί αυτόνομες δομές εξουσίας.

Η πιο πάνω κρίση όμως διευρύνεται. Η Τουρκία, όπως και σε προηγούμενες περιπτώσεις, επιδίωξε να εμπλέξει το ΝΑΤΟ στην αντιπαράθεσή της με τη Ρωσία. Στην παρούσα συγκυρία φαίνεται ότι έστω και αν ΗΠΑ και ΝΑΤΟ δεν επιθυμούν να κλιμακώσουν στρατιωτικά την αντιπαράθεση με τη Ρωσία, εντούτοις δεν είναι καθόλου σύμφωνοι με την αύξηση της ρωσικής επιρροής σε ένα χώρο όπως η Μέση Ανατολή. Τα βήματα εξισορρόπησης της στρατιωτικής παρουσίας της Μόσχας στην περιοχή με τη μεταφορά διαφορετικών νατοϊκών σωμάτων, είναι χαρακτηριστικά του νέου πλαισίου. Παράλληλα προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και ο αναβαθμισμένος διάλογος μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ με τους Αμερικανούς να πιέζουν ακόμα περισσότερο για το ολοκληρωτικό κλείσιμο των συνόρων της Τουρκίας προς τη Συρία. Οι διαπραγματεύσεις αυτές αναμένεται να ενταθούν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, όμως το περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγονται φαίνεται να δυσκολεύει την τουρκική θέση περί δημιουργίας «ζώνης ασφάλειας» σε συριακό έδαφος.

Συνεπώς στο παρόν στάδιο, ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ Τουρκίας – Ρωσίας και η αναδιάταξη δυνάμεων που ανάγκασε την Άγκυρα να εντείνει τις αναζητήσεις για μια νέα μορφή «μετριοπαθούς αντιπολίτευσης» εντός Συρίας, είναι παράγοντες που οδηγούν σε δύο παράλληλες διαδικασίες με γενικότερες επιπτώσεις: Η πρώτη είναι ο συγκυριακός περιορισμός της ικανότητας της Τουρκίας να κινείται αυτόνομα από τους δυτικούς σχεδιασμούς για τη Συρία. Τουλάχιστον στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα η Άγκυρα θα αναγκαστεί να λάβει περισσότερο υπόψη τις «ανησυχίες» των ΗΠΑ. Η δεύτερη διαδικασία είναι ο επηρεασμός της θέσης των Κούρδων. Το κουρδικό κίνημα της Συρίας μέχρι σήμερα ακολούθησε πετυχημένα μια πολιτική εξισορρόπησης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Όμως η ένταση του πολέμου «δια αντιπροσώπων», μπορεί να οδηγήσει τους Κούρδους στην επιλογή «στρατοπέδου» και αναλόγως να επηρεάσει τις προσεγγίσεις τους σε Τουρκία και Συρία.
Νίκος Μούδουρος
Δρ. Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 13 Δεκεμβρίου 2015