03 Νοεμβρίου 2015

Ελευθερωτής ή δυνάστης;

ERDOGAN

Το Νοέμβριο του 2002 είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, για λίγες μέρες, την πρώτη προεκλογική εκστρατεία του Ερντογάν. Ταξίδεψα με το πούλμαν που τον μετέφερε από πόλη σε πόλη. Όπου φθάναμε, το ίδιο σκηνικό. Όλη η πόλη μαζεμένη στην πλατεία. Φτωχοί άνθρωποι, γυναίκες με μαντίλα, τεράστια πλήθη. Παντού το ίδιο πάθος, δάκρυα, συγκίνηση. Στην πιο μικρή πόλη, ο Ερντογάν παρήγαγε ηλεκτρικές δονήσεις αντίστοιχες της συγκέντρωσης του Καραμανλή, στην πλατεία Αριστοτέλους το '74 ή του Ανδρέα, το '81, στην πλατεία Συντάγματος. Η Τουρκία, η βαθιά, θρησκευόμενη, φτωχή Τουρκία, διστακτική ακόμη και φοβισμένη, τον υποδεχόταν ως ελευθερωτή. Όπως είχε υποδεχθεί τον Μεντερές, τον πρώτο μη κεμαλικό πρωθυπουργό, την δεκαετία του '50, δίνοντάς του τρεις εκλογικές νίκες- με ποσοστά έως και 57% !- πριν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα τον ανατρέψει και τον οδηγήσει στην αγχόνη.

Πίσω στην Κωνσταντινούπολη, ο προοδευτικός κόσμος της Πόλης, διανοούμενοι, παλιοί αριστεροί, παλιοί φυλακισμένοι των πραξικοπημάτων έστεκαν απέναντί του πιο διστακτικοί. Άλλοι υποψιάζονταν ότι πίσω από το φιλελεύθερο προφίλ κρυβόταν μια ισλαμική ατζέντα που θα μετέτρεπε την χώρα τους σε συντηρητικό, σουνιτικό εμιράτο. Άλλοι έβλεπαν στο πρόσωπό του μια τελευταία ευκαιρία, να δουν το βαθύ κράτος να ηττάται και την Τουρκία να γίνεται μια κανονική δημοκρατική χώρα.
Μετά την εκλογική του νίκη είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω ξανά, στο παλιό του σπίτι, όπου ζούσε ακόμη, σε μια φτωχή γειτονιά, στην ανατολική ακτή του Κεράτιου. Τον ρώτησα:
«Δεν φοβάστε μήπως έχετε κι εσείς την τύχη του Μεντερές;» Γέλασε, και μου απάντησε: «Ο Μεντερές πρώτα έγινε πρωθυπουργός και μετά πήγε φυλακή, ενώ εγώ πρώτα πήγα φυλακή κι ύστερα έγινα πρωθυπουργός».
Στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς η μάχη του εκλεγμένου πρωθυπουργού με το βαθύ κεμαλικό κράτος εξελισσόταν, οι προοδευτικοί φίλοι μου ξεπέρασαν τους δισταγμούς τους. Υποστήριζαν ανοιχτά τον Ερντογάν. Στις εκλογές του 2007, όταν από το 34% εκτοξεύθηκε στο 47%, πολλοί τον ψήφισαν κιόλας. Ήταν και γι' αυτούς ένας ελευθερωτής, που θα έκλεινε επιτέλους τους στρατηγούς στους στρατώνες και θα έβαζε τέλος στην μακρά εποχή της στρατιωτικής κηδεμονίας και των κινημάτων. «Αυτό που ζούμε»- μου είχε πει ένας διάσημος καθηγητής- «είναι παρόμοιο με αυτό που εσείς στην Ελλάδα ζήσατε το 1974. Εμείς ως τώρα δεν είχαμε ζήσει μεταπολίτευση».
Η συνέχεια είναι γνωστή. Τα σκάνδαλα, τα παλάτια στον Βόσπορο, οι διώξεις κατά των αντιπάλων, η πλατεία Ταξίμ και η βίαιη αντιπαράθεση με τους νεαρούς διαδηλωτές, οι εκατοντάδες των δημοσιογράφων στην φυλακή, το άρθρο του ποινικού κώδικα που τιμωρεί όποιον προσβάλει το πρόσωπό του, ο στρατός των έμμισθων trolls που κυνηγά αλύπητα όποιον τολμήσει να ανεβάσει κάτι βέβηλο στο facebook και στέλνει την αστυνομία να του χτυπήσει την πόρτα. Ο ελευθερωτής έμοιαζε στα μάτια κάποιων από εκείνους που τον πίστεψαν, ως δυνάστης.
Αυτή η αλλαγή αποτυπώθηκε στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου, όταν ο Ερντογάν, Πρόεδρος της Δημοκρατίας πια, ήθελε για το κόμμα του μια πλειοψηφία δύο τρίτων ώστε να αλλάξει το Σύνταγμα και να δώσει στον εαυτό του όλες τις εξουσίες. Οι ψηφοφόροι δεν του έδωσαν ούτε καν απλή πλειοψηφία για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Οι εκλογές επανελήφθησαν χθες. Και ο Ερντογάν θριάμβευσε. Αλλά όχι ως ελευθερωτής πια. Αλλά περίπου ως αναγκαίο κακό.
«Οι δικοί του»- μου εξηγούσε χθες ένας σοφός φίλος από την Πόλη- «θα είναι πάντα δικοί του- ένα 40%, περίπου. Η αξιωματική αντιπολίτευση, το κεμαλικό CHP, έχει ταβάνι, ένα 25%- ούτε ψήφο παραπάνω. Οι υπόλοιποι το σιχαίνονται και το ίδιο είναι ανίκανο ν' αλλάξει. Το κουρδικό HDP κατάφερε να μπει ξανά στη Βουλή- κι αυτό είναι κατόρθωμα με δεδομένη την βία και τον τρόμο που η έζησε η χώρα αυτούς τους μήνες, αλλά με μειωμένη δύναμη. Το ΑΚΡ, το κόμμα του Ερντογάν, κέρδισε την πλειοψηφία επειδή κατάφερε να τρομάξει ένα σημαντικό ποσοστό των εθνικιστικών ψήφων του MHP, των γκρίζων λύκων, με την απειλή της ακυβερνησίας ή επειδή κατάφερε να τους πείσει ότι θα είναι εξ ίσου σκληρός απέναντι στους Κούρδους. Πήρε αυτό που ήθελε- την εξουσία. Αλλά χωρίς την εμπιστοσύνη ή την ελπίδα που κάποτε τον συνόδευε».
Και για εμάς, για την Ελλάδα; Τι άραγε σημαίνει αυτή η εξέλιξη;
Το Νοέμβριο του 2002, μετά από μια προεκλογική συγκέντρωση στη Γιάλοβα, επιστρέφαμε με το πλοίο στην Πόλη. Είχα 10' για μια γρήγορη συνέντευξη μαζί του. Σκεφτόμουν τι ερώτηση θα έπρεπε να κάνω. Έκανα μία που κανείς ως τότε δεν του είχε θέσει: «Τι θα κάνετε για να λυθεί το Κυπριακό, αν εκλεγείτε;». Είχα θέσει το ίδιο ερώτημα στον πρωθυπουργό Ετσεβίτ, δύο χρόνια νωρίτερα, το 2000. «Δεν υπάρχει Κυπριακό πρόβλημα» μου είχε απαντήσει. «Λύθηκε το 1974»!
Δεν ήξερα τι απάντηση να περιμένω από τον Ερντογάν, ως υποψήφιο πρωθυπουργό. Ομολογώ ότι η απάντησή του με ξάφνιασε. «Υποστηρίζω μια λύση του Κυπριακού, με βάση το βελγικό μοντέλο», μου είχε πει. Ήταν το σήμα κατατεθέν της πρώτης περιόδου, τότε που ο Ταγίπ ήταν ο ελευθερωτής της Τουρκίας και υπηρετούσε μια ατζέντα ειρήνης στο Αιγαίο, λύσης στην Κύπρο και αγώνα για την ένταξη στην Ευρώπη. Αναρωτιέμαι στ' αλήθεια τι ατζέντα έχει ο Ταγίπ το 2015, 13 χρόνια αργότερα, μετά την πέμπτη στην σειρά εκλογική του νίκη.
Και δεν είμαι πολύ αισιόδοξος...