25 Αυγούστου 2015

Οι εκλογές και τα πλεονέκτηματα του Αλέξη Τσίπρα.


tsipras_rakos1_559_355του Αλέξανδρου Δρίβα, υποψήφιου διδάκτορα διεθνών σχέσεων.
 Σαν πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ζώα, μόνο από τα ενδότερα μιας κατάστασης μπορούμε να δούμε. Αυτό σημαίνει πως ούτε η πλήρης αντικειμενική στάση υπάρχει, ούτε μπορούμε να κρίνουμε χρησιμοποιοώντας το τρίτο πληθυντικό για να ψέγουμε, αφήνοντας εαυτούς στις Νήσους των Μακάρων, ως θύματα πολυτελείας για ο,τι συμβαίνει. Παρόλα αυτά, η παράνοια στη χώρα, συνεχίζεται. Είναι οι εκλογές η παρανοϊκή κίνηση του πρωθυπουργού; Σαφώς και όχι. Σε αυτές τις εκλογές υπάρχουν πολύ πιο σαφή διακυβεύματα από αυτές της 25ης Ιανουαρίου.

Για τα επόμενα χρόνια.
            Βασικό ζήτημα που αφορά τη νοοτροπία στη χώρα μας είναι το βραχυπρόθεσμο κάθε δραστηριότητας. Αυτό όμως είναι συνέπεια και όχι αίτιο. Προκειμένου να δημιουργθεί κάτι με ορίζοντα τον Χ χρόνο, χρειάζεται να υπάρχει ένα σχέδιο. Όλοι μας ακούμε συνθηματικά, πόσο σημαντικό είναι το «σχέδιο», αλλά και «η ανάταξη» της παραγωγής μας ή ακόμη θελκτικότερο σα σύνθημα είναι η λεγόμενη «ανασυγκρότηση». Αυτές τις λέξεις, τις χρησιμοποίησε και τις χρησιμοποιεί μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Με μεγάλη απορία είναι να παρατηρεί κανείς την «έκπληξη» όλων εκείνων που μέχρι λίγες μέρες πριν ζητούσαν να πέσει η κυβέρνηση των τρελών, των καταστροφέων, των φερόντων τη λαίλαπα της χώρας, αυτών που κοιμούνται στα έδρανα. Η ανάπτυξη ως έννοια έχει ΄χασει το νόημά της προ πολλού στον ευρωπαϊκό κόσμο, εκτός από 2-3 χώρες και τη δυτική περιοχή της Γερμανίας. Ας εξετάσει κανείς αριθμούς και «κοστολογημένες» αναλύσεις της χώρας προτύπου αρκετών που πιστεύουν ακόμη στην ανάπτυξη της μιας και ενιαίας συνταγής, της Φινλανδίας. Λησμονείται ένα βασικό αξίωμα της πολιτικής και οικονομικής δραστηριότητας σε μακροεπίπεδο. Είναι δραστηριότητες του μέλλοντος, φύσει μακροπρόθεσμες σε αποτίμηση κερδών ή ζημιών.Ωστόσο, το θετικό των επερχόμενων εκλογών είναι οτι ακόμη και δημοσιογράφοι που έκλαιγαν γοερά μπροστά στα μάτια Γερμανών συναδέλφων τους, λόγω του φόβου τους να γίνει η κυβέρνηση ένα καθεστώς, μπορούν να το ξανασκεφτούν, αν στα καθεστώτα γίνονται 3 εκλογικές διαδιασίες μέσα 8 μήνες.

Πιο προφανές και από το αυταπόδεικτο.
            Όποιον και να ρωτούσε κανείς, από τον Απρίλιο και μετά, διέβλεπε εκλογές ωςτη μόνη λογική έξοδο όσων διαδραματίζονταν έντονα μέχρι τη 13η Ιουλίου και βέβαια συνεχίζουν να διαδραματίζονται. Σήμερα, η ανακοίνωση εκλογών από τον πρωθυπουργό, είναι παράλογη, είναι ανεύθυνη κτλ. Ο πρωθυπουργός, μαζί με άλλα 4-5 στελέχη, δεν μπορούν να κυβερνήσουν έτσι ώστε να κριθούν σε χρονικό διάστημα 3-4 ετών, έχοντας στους κόλπους τους φωνές που αποδομούν οτιδήποτε θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν. Αυτό υπήρξε και το μοιραίο λάθος της κυβέρνησης. Η στρατηγική, θα είχε αποδώσει πολλά περισσότερα αν ο ΣΥΡΙΖΑ, είχε μια συνοχή που θα άρμοζε τις περιστάσεις. Ο πρωθυπουργός, ως πρωθυπουργός, έπραξε με βάση τη λογική και με βάση όσα εκείνα μπορεί κανείς να δει στον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι για την τέχνη της πολιτικής επιβίωσης. Αφού έκλεισε τη συμφωνία, οδήγησε τη χώρα σε εκλογές με ένα και μόνο διακύβευμα: Ποιός θέλετε να οδηγήσει τη χώρα στον δύσκολο δρόμο, ποιοί πιστεύετε οτι θέλουν να συνεχίσουν με πιο «βυζαντινό» τρόπο αυτή τη φορά τη χώρα. Δεν υπάρχει κάποιο διακύβευμα που πολλοί θα ήθελαν του τύπου «αριστερά ή δεξιά».

Τα πλεονεκτήματα του πρωθυπουργού που δεν κατανοεί η αντιπολίτευση.
            Εμφύλιος εντός του ΣΥΡΙΖΑ, θέσεις –άγνωστο αν είναι αληθινές- περί ψυχιατρικοποίησης της πολιτικής συγκεκριμένων ατόμων, ΜΜΕ που δεν επιθυμούν την υλοποίηση του νομοσχεδίου, τράπεζες κλειστές για 20 μέρες, δημοψήφισμα πιο πριν, επικράτηση του «Ναι» έναντι του «‘Οχι» στην ουσία, καταρράκωση του τρέχοντος θέρους από άποψη δημοσίων εσόδων, ουσιαστική παύση της οικονομικής δραστηριότητας. Αποτέλεσμα όλων αυτών: Δημοσκοπήσεις να δείχνουν 10 ποσοστιαίες μονάδες μπροστά την 8 μηνών κυβέρνηση. Αυτό που έλειψε από τη χώρα, είναι έστω να δει, κάποιον να κάνει αυτοκριτική, έστω κάποιον να τα βάζει με ανθρώπους εντός του κόμματός του. «Ο πρωθυπουργός, προτιμάει το κόμμα από την πατρίδα». Που στοιχειοθετείται αυτό, από τη στιγμή που άλλο μόρφωμα ετοιμάζεται από παλαιά «βαριά χαρτιά» της κυβέρνησης; Που στοιχειοθετείται αυτό όταν ο ίδιος φέρεται να παραδέχεται οτι «έμπλεξα με επικίνδυνους»;

Αυτό είναι το πρώτο πλεονέκτημα του σημερινού πρωθυπουργού. Το δεύτερο πλεονέκτημα, ακούει στο άλλο «ψυχιατρικό παράδοξο». Πώς γίνεται να υλοποιηθεί μια συμφωνία που κανένα μέλος της κυβέρνησης δεν την πιστεύει, ούτε καν ιδεολογικά; Και αυτό για το εκλογικό σώμα θεωρούν οτι είναι αρνητικό; Το εκλογικό σώμα, θεωρεί αυτό το παράδοξο ως ελπίδα, όχι ως κάτι τρομακτικό. Θέλουμε δηλαδή φωνές που να πιστεύουν στον οικονομικό προτεσταντισμό και στην οικονομία της ανάπτυξης μέσα από χρέος; Σε αυτήν την παραδοξότητα, οφείλεται και η πίστη του εκλογικού σώματος (μέχρι τώρα) σε ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού του ΣΥΡΙΖΑ. Οι πολίτες είδαν αίμα, είδαν καταστροφή, διότι είδαν μάχη. Με λάθος τρόπο; Όλοι οι τρόποι είναι λάθος αν το αποτέλεσμα το θέλεις για το παρόν, όταν η διαπραγμάτευση με τους δανειστές αφορά δεκάδες δις και δεκαετίες μέλλοντος της χώρας.

Ο σημερινός πρωθυπουργός, έχει όμως και άλλο πλεονέκτημα. Δεν έζησε πολιτικά, την περίοδο των παχέων αγελάδων της διαφθοράς. Το αν θα έχει την ατυχία, να είναι πάνω στο τιμόνι του καραβιού όταν θα προσκρούει στα βράχια, (το κλισέ μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης που διεκδικεί ψήφο από τον ελληνικό λαό, όταν έχει η ίδια «συνιστοσοποιηθεί» ) είναι κάτι που δεν αφορά έναν λαό που πληρώνει οριζόντια κάθε γιορτή σπατάλης που γινόταν επί σαράντα έτη τώρα, χωρίς διάκριση δικαίων και αδίκων. Είναι παντελής η έλλειψη κοινωνικού αισθητηρίου από πλευράς των προκατόχων. Δεν έχουν αντιληφθεί καν το νέο κριτήριο του εκλογικού σώματος και γι’ αυτό εκτυλίσσονται «απρόβλεπτες» καταστάσεις όπως με το Δημοψήφισμα.

Τέλος, ένα τεράστιο πλεονέκτημα για τον πρωθυπουργό (μεγάλο μέρος της δημοφιλίας του οφείλεται σε αυτό) είναι πως η κάθε επίκληση εναντίον του –ανεξάρτητα αν έχει δίκιο ή άδικο κάθε φορά- έρχεται από πρόσωπα τα οποία μολονότι επιθυμούν, « να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο και έχουν κοστολογημένες προτάσεις» δεν έχουν καν τη δυνατότητα να διαχειριστούν την εικόνα τους και να θυμηθούν γιατί κατηγορούνται και γιατί είναι ανεπιθύμητοι από τη μεγαλύτερη μερίδα του εκλογικού σώματος. Η απουσία αντιπολίτευσης που να εμπνέει έστω κάποιον στοιχειώδη σεβασμό, θα αποτελέσει πληγή για το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Η ρήξη, θέλει προετοιμασία.
Άλλο ένα μεγάλο λάθος το οποίο πρέπει να συλλογιστεί αγαστά το κυβερνόν κόμμα και κατά πάσα πιθανότητα συγκυβερνόν, την επάυριο των επερχόμενων εκλογών, είναι πως το οιοδήποτε πρόγραμμα, οιασδήποτε πόλης το όνομα πάρει, πρέπει να είναι ο στόχος και όχι το μέσο. Η πρώτη φορά, καλώς βαφτίστηκε ως προσπάθεια, ακόμη και αν κάποιοι τη θεώρησαν αφελή την προσπάθεια, η αφέλεια μπορεί και να είναι προτιμότερη από την άνευ όρων πρόσδεση στο άρμα οιουδήποτε «αντιπάλου», αν μη τι άλλο, δημιουργεί μια αποτρεπτική φήμη για παρεμφερή επεισόδια στο μέλλον. Aν ο στόχος της τετραετίας είναι η ρήξη, τότε οφείλει να ετοιμάσει μια χώρα έτοιμη για ρήξη. Θα ήταν φαινόμενο πολιτικής ψυχοπαθολογίας να πιστέψει κανείς οτι μια θρασεία και απότομη φυγή από θεσμούς και δομές που η χώρα έμαθε να ζει εδώ και δεκαετίες.
Δυστυχώς, η πιθανή έξοδος της χώρας από την ΕΖ, επανέρχεται σαν θέμα μόνο όταν κορυφώνονται ακροσφαλείς πολιτικές, ή όταν κάποια ΜΜΕ, επιλέγουν να κάνουν επανάληψη σε όσα απότομα έμαθαν από την οικονομική επιστήμη εδώ και 5-6 έτη. Το Grexit, είναι ένα πολύ πιαθνό σενάριο για τα επόμενα 2-3 χρόνια και η Ε.Ε, έχει ήδη βάλει πλώρη για άλλο μέλλον, διαφορετικό από αυτό που προμήνυε η Ωδή στη Χαρά. Ακόμη όμως και αν η ρήξη είναι βαριά ως έννοια ή τρομάζει όσους προτιμούν τον θάνατο των οικονομικών της σχολής του Σικάγο, θα μπορούσαμε να θυμηθούμε τον Θουκυδίδη που υποστήριζε πως σε μέρες ειρήνης, πρέπει να προετοιμαζόμαστε για έργα πολέμου. Για να χτίσει πλεονεκτήματα η Ελλάδα πάνω στην παρούσα συμφωνία μέχρι το μεγαλύτερό της μέρος να καταστεί περιττό να εφαρμοστεί, οφείλει να προετοιμαστεί. Γι’ αυτήν την προετοιμασία, δε χρειάζεται ιδεολογία, χρειάζονται διοικητικές αρετές. Αυτή είναι στην ουσία και η στροφή στο ρεαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία και αυτή θεωρήθηκε αναγκαία από τους πολιτικούς του αντιπάλους και σήμερα γίνεται αντικείμενο ειρωνείας. Τελικά όφειλε ή δεν όφειλε ο πρωθυπουργός να κοιτάξει το καλό της χώρας αφήνοντας πίσω το όποιο καλό του κόμματος;
Τα εκτός τειχών διακυβεύματα και η επίθεση φιλίας από το Βερολίνο.
Τα διακυβεύματα είναι πάρα πολλά καθώς οι επόμενοι μήνες θα αλλάξουν οι συσχετισμοί του πολιτικού παιγνίου εντός και εκτός των τειχών. Στο διάγγελμα του πρωθυπουργού, διακρίναμε αλήθεια αναφορικά με το οτι οι εκλογές θα δείξουν το ποιός θέλουν να ηγηθεί οιασδήποτε προσπάθειας για τον ανήφορο. Χρειάζεται παρατήρηση και του εξωτερικού περιβάλλοντος προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τα εντός τεκταινόμενα. Πόσες ήταν οι πιθανότητες (και ταυτόχρονα το κόστος) να υπάρχει μαζική άνοδος των ευρωσκεπτικής αριστεράς στην Ευρώπη κατά την 2η ή 3η δεκαετία του Ψυχρού Πολέμου; Τι διακυβεύεται πλέον στην Ε.Ε;
Τελευταίες μέρες, η φωνή της Γερμανίας, μας θυμίζει ποιός εγκρίνει ή δεν εγκρίνει πρόσωπα και κοινοβούλια εντός ευρωπαϊκών χωρών. Ο Κύριος Σόϊμπλε, από τις αθυρόστομες απειλές που εκστόμιζε στο γραφείο του για τη νέα πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, σήμερα θεωρεί τον πρωθυπουργό κατάλληλο. Η προαναγγελία του παραγκωνισμού των συνεννοήσιμων και διαλλακτικών φίλων του, έιχε έρθει από τον αρχηγό της γερμανικής συγκυβέρνησης, ο οποίος χαρακτήρισε διεφθαρμένη την προηγούμενη πολιτική ελίτ της χώρας. Είναι μια πάγια πολιτική της Γερμανίας, η οποία γνωρίζει την αντιδημοφιλία της οποίας χαίρει στην Ελλάδα και αφού ο τρόπος του spread the rumors και του accuse everyone έπαψε να έχει αποτέλεσμα, δοκιμάζονται νέες τακτικές όπως η «επίθεση φιλίας». Η ισπανική αριστερά «απογοητεύτηκε» και εκείνη από ό,τι έγινε στην Ελλάδα και το Βερολίνο, βρήκε την ευκαιρία να δείξει πως ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι «φίλος» του, ξεχνώντας την πραγματική φιλία και τους ισχυρούς δεσμούς με άλλους πολιτικούς παράγοντες του τόπου, οι οποίοι κάπου εδώ, θα αρχίσουν ξαφνικά, να αρθρώνουν και αντι-γερμανικό λόγο αφού διαπίστωσαν και εκείνοι τον ρεαλισμό, ο οποίος εγγενώς δεν τρέφει και μεγάλη εκτίμηση αξίες όπως η φιλία.
Το πώς θα βγει η Ελλάδα στην ανάπτυξη, από ποιούς θεμελιώδεις παράγοντες αυτή εξαρτάται και γιατί υπάρχουν πλάνα που μπορούν να εξυπηρετήσουν την κάθε χώρα ξεχωριστά ώστε αυτή να διατηρεί την οικονομική απογείωση μεγαλύτερο διάστημα εκμεταλλευόμενη τις δικές της ειδοποιούς διαφορές, είναι κάτι για το οποίο θα χρειαστεί να επανέλθουμε έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια συζήτηση μακρυά από συνθήματα αποδόμησης, επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας καθώς η ουσία της έννοιας της οικονομικής ανάπτυξης έχει μάλλον γίνει μια φροϋδικού τύπου κουβέντα.