14 Αυγούστου 2014

Το ΡΚΚ στη μάχη κατά των τζιχαντιστών στο Ιράκ

Του Κώστα Ράπτη Ζητείται ανθρωπιστική κρίση προς δικαιολόγηση στρατιωτικής περιπέτειας... Το δράμα της καταδίωξης της θρησκευτικής κοινότητας των Γεζίντι από τους τζιχαντινστές στο βόρειο Ιράκ εξαφανίσθηκε από το προσκήνιο, όσο ξαφνικά είχε εμφανισθεί, κινητοποιώντας την αμερικανική και ευρωπαϊκή ηγεσία υπέρ μιας εντονότερης εμπλοκής στην ιρακινή κρίση. Ομάδα 20 Αμερικανών στρατιωτών και διασωστών κατέφθασε την Τετάρτη στα όρη Σιντζάρ, όπου κατά πληροφορίες είχαν καταφύγει έως και 40.000 εξουθενωμένοι πρόσφυγες, για να διαπιστώσει, σύμφωνα με την Washington Post, ότι οι εναπομείναντες Γεζίντι ήσαν “πολύ λιγότεροι” και σε “καλύτερη κατάσταση” από ό,τι είχε νομισθεί. Το Πεντάγωνο διαμηνύει πλέον ότι μια στρατιωτική επιχείριση στρατιωτικού χαρακτήρα “πιθανότατα δεν είναι πλέον αναγκαία”, ενώ το State Department επιχειρεί να διαχειρισθεί επικοινωνιακά την νέα αυτή αλλαγή γραμμής. “Ο πρόεδρος Obama τόνισε ότι θα σπάσουμε την πολιορκία του βουνού και αυτό συνέβη” δήλωσε μέσω Twitter ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Brett McGurk – όμως το όνομα του πραγματικού σωτήρα των Γεζίντι φιγουράρει στον... κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων που καταρτίζουν οι ΗΠΑ.

Οι πρόσφυγες που εισέρρευσαν στα όρη Σιντζάρ (που αποτελούν παραδοσιακή εστία της κοινότητας) μεταφέρθηκαν σε περιοχές ελεγχόμενες από την αυτόνομη κουρδική κυβέρνηση του βόρειου Ιράκ μέσω διόδων που διέσχιζαν την γειτονική συριακή επικράτεια, χάρη στη βοήθεια των “δυνάμεων τοπικής αυτοάμυνας” της θυγατρικής του ΡΚΚ στη Συρία.

Όπως αναφέρει εκτενές ρεπορτάζ για λογαριασμό του McClatchy, οι Κούρδοι μαχητές του PYD που κατέφθασαν από τη Συρία είχαν καταλυτικό ρόλο και στην άρση της πολιορκίας του Αρμπίλ, που κινδύνευε να θέσει υπό τον έλεγχο των τζιχαντιστών την πρωτεύουσα του Ιρακινού Κουρδιστάν, συμπεριλαμβανομένου του εκεί αμερικανικού προξενείου και επιχειρησιακού κέντρου. Είναι αληθές ότι επτά αεροπορικές επιδρομές των αμερικανικών δυνάμεων συνέτειναν στην υποχώρηση των πολιορκητών, όμως οι τζιχαντιστές ούτως ή άλλως αποφεύγουν να εκτεθούν στην υπεροπλία των Αμερικανών από αέρος και προτιμούν να αναδιπλώνονται στις τεράστιες εκτάσεις που ήδη ελέγχουν. Ο πραγματικά καταλυτικός παράγοντας για την απώθησή τους ήταν η παρουσία στο μέτωπο του Αρμπίλ ενισχύσεων από τους “Κούρδους αδελφούς” πέρα των συνόρων.

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι μαχητές του ΡΚΚ/PYD αρχικά εγκαταστάθηκαν στον μεγαλύτερο ανοιχτό χώρο του Αρμπίλ, το πάρκο Sami Rahman, με αποτέλεσμα η παρουσία τους να γίνει αντιληπτή από τους πάντως – πόσω μάλλον που στις τάξεις τους συμπεριλαμβάνονταν, σε αντίθεση με τους “πεσμεργκά” του Ιρακινού Κουρδιστάν, και γυναίκες. Κατόπιν, ανέλαβαν, και πέτυχαν, την ανακατάληψη του χωριού Mahmour, την ίδια ώρα που οι “πεσμεργκά” επικέντρωναν τις προσπάθειές τους στο Gwer και η CIA διοχέτευε ελαφρύ οπλισμό με αεροσκάφη ιρακινών διακριτικών. Η νίκη έχει πάντα πολλούς πατεράδες...

Αναμφίβολα, οι Κούρδοι του ΡΚΚ/PYD έχουν μεγάλη εμπειρία στην καταπολέμηση του “Ισλαμικού Κράτους” στη βόρεια Συρία, που υπήρξε και εξακολουθεί να αποτελεί το εφαλτήριο των τζιχαντιστών – και πάντως ανάμεσα σε δύο οργανώσεις που έχουν εξίσου χαρακτηρισθεί ως τρομοκρατικές, η αμερικανική πλευρά δεν αμφιβάλλει ότι το “Ισλαμικό Κράτος” αποτελεί πολύ μεγαλύτερη απειλή.

Όμως, ενδεχόμενη αλλαγή των συσχετισμών ανάμεσα στις διαφορετικές (και αντιμαχόμενες) κουρδικές οργανώσεις που δρουν εκατέρωθεν των διεθνών συνόρων, δεν είναι κάτι που αφήνει αδιάφορο όσους σχεδιάζουν το μέλλον της περιοχής.

Άλλωστε, το ερώτημα της ανεξαρτητοποίησης του Ιρακινού Κουρδιστάν αποτελεί το κύριο ερμηνευτικό κλειδί για τις ανακολουθίες της Δύσης στην πρόσφατη κρίση. Ακόμη και όταν οι τζιχαντιστές έφθασαν σε απόσταση 30 λεπτών από το Αρμπίλ, οι ΗΠΑ, πολύ χαρακτηριστικά, αρνήθηκαν να παραδώσουν στην κουρδική περιφερειακή κυβέρνηση βαρύ οπλισμό, καθώς οι διπλωματικές προσπάθειες της Ουάσιγκτον έχουν στραφεί στην διάσωση της τυπικής ενότητας του Ιράκ, μέσω της δημιουργίας μιας “περισσότερο αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης” στη Βαγδάτη.
Μετά από μία πρώτη περίοδο κατά την οποία το Αρμπίλ εμφανιζόταν να κινείται συντονισμένα με το “Ισλαμικό Κράτος” για την τριχοτόμηση του κράτους, οι τζιχαντιστές στράφηκαν, με παροξυσμό αυτοπεποίθησης, προς Βορράν, σημαίνοντας συναγερμό στις δυτικές πρωτεύουσες. Όμως, η απομάκρυνση της απειλής τα τελευταία 24ωρα, επιβάλλει κινήσεις επανεξισορρόπησης.

Υπενθυμίζεται ότι ο νέος πρόεδρος του Ιράκ Fouad Massoum υπήρξε συνιδρυτής, μαζί με τον προκάτοχό του Jalal Talabani της Πατριωτικής Ένωσης Κουρδιστάν – ήτοι της κουρδο-ιρακινής παράταξης που αποτελεί τον ιστορικό ανταγωνιστή του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος του Masoud Barzani, ο οποίος κυβερνά ημι-δικτατορικά από το Αρμπίλ την αυτόνομη κουρδική περιφέρεια του βόρειου Ιράκ. Μάλιστα ο Massoum πρωταγωνιστεί, με τις ευλογίες τις Ουάσιγκτον, στο θεσμικο-πολιτικό θρίλερ που εκτυλίσσεται στη Βαγδάτη για την αντικατάσταση του ιρακινού πρωθυπουργού Nuri al-Maliki από τον επίσης σιίτη Haider Al-Abadi.

Αντίθετα, πάντως από την επιφύλαξη που επιδεικνύουν οι ΗΠΑ (και σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Γερμανία) ως προς τον εξοπλισμό μιας συγκεκριμένης πλευράς εν μέσω μιας τόσο συγκεχυμένης κατάστασης, η Γαλλία, σε μία ακόμη εκδήλωση τυχοδιωκτισμού, πήρε την πρωτοβουλία να αποστείλει όπλα στην κυβέρνηση του Αρμπίλ, χωρίς να έχει εξασφαλισθεί κοινή στάση των 28 επί του θέματος. Οι δεσμοί της γαλλικής διπλωματίας, αλλά και του Barzani, με το Ισραήλ είναι γνωστοί – και η προοπτική ανεξαρτητοποίησης του ιρακινού Κουρδιστάν είναι ιδιαίτερα προσφιλής στο Τελ Αβίβ, καθότι θα αποτελέσει μόνιμη ΄”σφήνα στα πλευρά” της Τεχεράνης. (To PKK, σημειωτέον, έχει καταγγείλει το σχέδιο ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν υπό ισραηλινή προστασία). Η Ουάσιγκτον, πάλι, ταλαντεύεται: και διότι στην παρούσα φάση διαπραγματεύεται εφ΄ όλης της ύλης τη σχέση της με την Ισλαμική Δημοκρατία και διότι δεν θα ήθελε να ρισκάρει την απώλεια του σιιτικού (και πετρελαιοπαραγωγού) νότιου Ιράκ προς όφελος του Ιράν.


Πηγή:www.capital.gr
Πηγή:www.capital.gr