27 Μαρτίου 2013

«Δώρο στις αμερικανικές τράπεζες» η απόφαση που έσπασε τα ταμπού

Η προσεκτική ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, που χαρακτήρισε το σχέδιο διάσωσης μια «σημαντική κίνηση», συνυπογράφεται και από μια σειρά αναλύσεων που αξιολογούν θετικά την απόφαση του Eurogroup, ωστόσο Ε.Ε. και ΔΝΤ οφείλουν να εξηγήσουν σαφώς στους πολίτες για ποιο λόγο αποτελεί εξαίρεση η κυπριακή περίπτωση.

Στο κύριο άρθρο τής «Wall Street Journal», το συμφωνηθέν νέο ευρωπαϊκό σχέδιο διάσωσης της Κύπρου περιγράφεται ως μια «συντεταγμένη, βασισμένη στους κανόνες της αγοράς λύση για το οικονομικό χάλι της χώρας», από την οποία «έχουν απαλειφθεί τα χειρότερα στοιχεία της πρώτης συμφωνίας». Οσον αφορά το «κούρεμα» των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ, στο άρθρο εκφράζεται η εκτίμηση ότι θα κυμανθεί γύρω στο 35%, ενώ η σύνταξή της εκτιμά ότι η επιβίωση της Τράπεζας Κύπρου ήταν πολιτική απόφαση με στόχο να προστατευθούν θέσεις εργασίας και ότι πιθανώς η τράπεζα θα χρειαστεί νέα αναδιάρθρωση σε βάθος χρόνου και ίσως χρειαστεί να προχωρήσει σε νέα «αφαίμαξη» των πιστωτών.

Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι το κατά πόσο η απόφαση για την Κύπρο δημιουργεί προηγούμενο για μελλοντικά ευρωπαϊκά σχέδια διάσωσης - ιδιαίτερα αν το επόμενο κρούσμα «χρεοκοπημένου οικονομικού συστήματος» συμβεί μετά τις γερμανικές εκλογές και είναι μεγαλύτερο από αυτό της Κύπρου, καταλήγει η συντακτική ομάδα της «WSJ», σχολιάζοντας ότι οι διάφοροι πολιτικοί παράγοντες θα συνεχίσουν να υποχρεώνουν την Ευρώπη να «αυτοσχεδιάζει» κάθε φορά.

Οι ΗΠΑ έχουν κάθε λόγο να βλέπουν με καλό μάτι το σχέδιο διάσωσης διότι, όπως αναφέρει στο CNBC το στέλεχος της Rafferty Capital, Ντικ Μπόουβ, αυτό θα προκαλέσει εκροή κεφαλαίων από την Ευρώπη στις ΗΠΑ. Το κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων «αποτελεί δώρο προς τις αμερικανικές τράπεζες, καθώς μετατρέπει την Ευρώπη σε Λατινική Αμερική».

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με την εφημερίδα «New York Times», στο μέλλον δεν θα υπάρξουν νέα σχεδια διάσωσης χωρίς οι καταθέτες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να συνεισφέρουν στις ζημιές και τα ελλείμματα των χωρών τους. Το κυπριακό σχέδιο διάσωσης αλλάζει τα δεδομένα στην Ευρωζώνη καταρρίπτοντας ακόμη ένα ταμπού. Μετά την Κύπρο κανείς δεν θα πρέπει να θεωρεί ότι οι καταθέσεις του είναι διασφαλισμένες και αυτό έχει δημιουργήσει μεγάλη ανησυχία στους επενδυτές για ενδεχόμενη επανάληψή του στην περίπτωση που κάποια άλλη χώρα, όπως η Σλοβενία, η Ιταλία, η Ισπανία ή, εκ νέου, η Ελλάδα, αντιμετωπίσει πρόβλημα ρευστότητας.

Απαισιοδοξία
Αναλυτές και ακαδημαϊκοί στις ΗΠΑ εκτιμούν ότι αν και βελτιωμένη σε σχέση με το αρχικό σχέδιο, η νέα δανειακή συμφωνία για την Κύπρο δεν εμπνέει μεγάλες ελπίδες, καθώς αντιπροσωπεύει την τελευταία απόπειρα σε μια σειρά άστοχων προσπαθειών από την Ε.Ε. για να αποτραπεί ο χρηματοπιστωτικός Αρμαγεδδών σε διάφορες χώρες. Η Κύπρος είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα ακολουθήσει την Ελλάδα σε βαθιά ύφεση, με αυξανόμενη ανεργία που θα χρειαστεί τουλάχιστον μια γενιά για να αντιμετωπιστεί, αλλά θα έχει και σοβαρές επιπτώσεις στη σταθερότητα της περιοχής κατά τους επόμενους μήνες ή και χρόνια.

Ο τρόπος για να αποτραπούν οικονομικές καταστροφές, επισημαίνει η σύνταξη της «New York Times», όπως αυτή που θα προέλθει από την απόσυρση καταθέσεων από χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία, είναι να επιβληθούν ισχυροί συγκεντρωτικοί κανονισμοί σε όλες τις τράπεζες και να ανακεφαλαιοποιηθούν ή να αναδιαρθρωθούν αποδυναμωμένες τράπεζες. «Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι να εγκαταλειφθούν τα προγράμματα λιτότητας που καθιστούν σχεδόν ανέφικτη την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος» καταλήγει η σύνταξη της εφημερίδας.

Τέλος, η εφημερίδα «Financial Times» καταγράφει ότι η αύξηση της δύναμης της Γερμανίας και η αυξανόμενη μνησικακία για αυτή τη δύναμη συνιστούν τα κυρίως θέματα στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Μετά την κρίση στην Κύπρο είναι σαφές ότι η Ευρώπη είναι γερμανική. Δεν πρόκειται όμως για τη γερμανική ισχύ αλλά και για την αδυναμία όλων των υπολοίπων, καθώς και για την έλλειψη συγκροτημένης πρότασης από την αντιμνημονιακή πλευρά. Το βασικότερο χαρακτηριστικό της κρίσης είναι η απουσία μιας δυνατής γαλλικής φωνής, καθώς ο Γάλλος πρόεδρος Φ. Ολάντ δεν έχει προτείνει μια εναλλακτική πρόταση ούτε έχει θέση εαυτόν επικεφαλής μιας συμμαχίας Νοτίων που θα ασκούσε πίεση στο Βερολίνο.