25 Μαρτίου 2015

Οι νταήδες της Ευρωζώνης: Η Ελλάδα μια Γαλακτοκομική Σχολή


Ένας νέος σπουδαστής στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων έχασε τη ζωή του μέσα σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον από το οποίο, με βάση όσα έχουν γίνει προς το παρόν γνωστά, εκπέμπονταν συστηματικά μέσω λόγου και πράξης, ταπεινωτικά μηνύματα, μηνύματα φόβου, απειλής και απαξίωσης. Όλοι οι κατόπιν εορτής διάλογοι με τον αδικοχαμένο νέο έχουν, ίσως, την παιδευτική τους αξία, αλλά δεν πρόκειται να τον φέρουν πίσω. Ενώ το παιδί θα μπορούσε να είχε σωθεί, αν οι θεσμοί – θεσμοί υπάρχουν – λειτουργούσαν όπως προβλέπεται να λειτουργούν.

Στο στρατό κάποτε το λέγαμε «καψόνι» και γινόταν τότε σκόπιμα, για να φορμαριστεί επί το υποτακτικότερον η προσωπικότητα του νεοσύλλεκτου. Τώρα, λόγω παγκοσμιοποίησης, το ονομάζουμε “bullying”,  εννοώντας τη συμπεριφορά εκείνη, ατομική ή ομαδική, που παραπέμπει σε ρόλο νταή ή ψευτόμαγκα. Όπως κι αν ονομαστεί η συμπεριφορά, πρόκειται για εκδήλωση επιθετικότητας απέναντι σε ένα πρόσωπο ή μια συλλογικότητα που στοχεύει κατ’ αρχήν στην πρόκληση φόβου και στη βίωση ταπείνωσης εκ μέρους του αποδέκτη. Γιατί, όμως, κάποιοι μπορεί να ενδιαφέρονται να εκφοβίσουν ή να ταπεινώσουν κάποιον και ποιος είναι ο τύπος του προσώπου που κινδυνεύει να γίνει ο στόχος των νταήδων;

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, καθώς η άσκηση βίας, η πρόκληση ταπείνωσης και η εκδήλωση απαξίωσης, με άλλα λόγια η πρόκληση φυσικού και ψυχικού πόνου, είναι από ιστορικής αλλά και από συγχρονικής απόψεως πολύ συνηθισμένα φαινόμενα στην κοινωνία και στις διακρατικές σχέσεις από ό,τι τα αντίθετά τους: η συνεργατική διάθεση, η φιλία, η αλληλεγγύη και η ετοιμότητα για αναγνώριση και σεβασμό του άλλου. Αν συμφωνήσουμε να απαλλάξουμε την ελληνική γλώσσα από το κακόηχο «μπούλινγκ» και να τοποθετήσουμε στη θέση του το ορθό «εκφοβισμός», τότε θα δούμε ότι υπάρχουν τρεις γενικοί τύποι του φαινομένου.

Ο πρώτος αφορά συμπεριφορές μιας μικρής ομάδας σαδιστών – που, όμως, καθόλου δεν θεωρούν ότι είναι τέτοιοι – να στρέψουν την επιθετική τους διάθεση εναντίον ενός προσώπου που εκτιμούν ότι προσφέρεται, λόγω ορισμένων ιδιαιτεροτήτων του, και που είναι ανυπεράσπιστο και έτσι ανίκανο να αποκρούσει τις επιθετικές ενέργειες των νταήδων. Το βασικό κίνητρο σε τέτοιες περιπτώσεις εκφοβισμού είναι κατά κανόνα η απόλαυση εκ μέρους τους του τρόμου και της ταπείνωσης που βιώνει το θύμα και η ενίσχυση της ισχύος της κλίκας των νταήδων.

 Οι νταήδες προσφέρουν στην κλίκα θέαμα.
 Στο βαθμό που ο εκφοβισμός αυτού του τύπου εκδηλώνεται μέσα σε εκπαιδευτικούς θεσμούς,  συνιστά παραβατική συμπεριφορά. Για την εκδήλωση και τη μακροημέρευσή της δεν ευθύνονται μόνον οι νταήδες και όσοι τους θαυμάζουν ή τους προστατεύουν, αλλά και όσοι έχουν αναλάβει την ευθύνη για την τήρηση κανόνων και τη διασφάλιση ομαλών και ανθρώπινων συνθηκών μάθησης σε ένα σχολικό περιβάλλον.  Τα μεμονωμένα επεισόδια εκφοβισμού μπορούν να εξελιχθούν σε κουλτούρα εκφοβισμού όταν οι παράγοντες αποτροπής είτε είναι ανίκανοι να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο εν τη γενέσει του, είτε δείχνουν αβελτηρία, είτε δεν βλέπουν κάποιο πρόβλημα στην εκδήλωσή του, ταξινομώντας το ως «κανονικότητα». Ό,τι και αν ισχύει από τα τρία, παραπέμπει σε σοβαρή δυσλειτουργία του θεσμού, κάτι που λογικά αναμένεται να αυξήσει την πίεση στην ηγεσία να αναλάβει διορθωτική δράση. Αλλά αυτό που λογικά αναμένεται, δεν πραγματώνεται πάντοτε. Πρώτα περιμένουμε τους νεκρούς.

Ο δεύτερος τύπος εκφοβισμού είναι εκείνος του λευκού κολάρου, εκδηλώνεται συνήθως σε εργασιακά περιβάλλοντα και  έχει σχέση με τη φθορά που διάφορες κλίκες – όχι, εδώ δεν έχουμε αριστερές και δεξιές κλίκες – αποφασίζουν ότι πρέπει υποστεί ένα πρόσωπο, κυρίως όταν αυτό φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν, δεν σέβεται τα ειωθότα  και έμμεσα ή άμεσα απειλεί τις καθιερωμένες δομές ισχύος και διανομής. Εδώ ο εκφοβισμός μπορεί να έχει όλα τα χαρακτηριστικά του πρώτου είδους, αλλά οι νταήδες δεν είναι τα γνωστά κουτσαβάκια. Ενεργούν ως θεσμικά όργανα ή ως νομοταγείς υπάλληλοι αγανακτισμένοι από τις παραβάσεις της κείμενης νομοθεσίας, υποτίθεται, εκ μέρους του προσώπου-στόχου. Έτσι οι νταήδες αυτού του τύπου – νταήδες περιωπής –  ξεκινούν έναν χαρτοπόλεμο εναντίον του θύματος με όπλο τους νόμους, τις παραγράφους και τα εδάφια. Όταν το θύμα τους βρεθεί ανάμεσα στα δικά τους πυρά και στα πυρά της διοίκησης του οργανισμού στον οποίο ανήκουν νταήδες και θύμα – μιας διοίκησης που βρίσκεται σε συνεννόηση με τους νταήδες, το πρόσωπο-στόχος κινδυνεύει όχι μόνο να μείνει στάσιμος στην επαγγελματική του εξέλιξη, αλλά και να χάσει τη δουλειά του. Ο εκφοβισμός αυτής της μορφής δεν γίνεται απλώς για την απόλαυση του τρόμου που καταλαμβάνει το θύμα. Έχει σχέση με τη διασφάλιση προσοδοφόρων πρακτικών για έναν κύκλο προσώπων μέσα στους και  γύρω από τους νταήδες, πρακτικών που έχουν καθιερώσει μια ανομική κουλτούρα  την οποία όλοι οφείλουν να σέβονται και να υπηρετούν.

Σε ανώτερο επίπεδο υπάρχουν μετά οι διακρατικοί και υπερκρατικοί νταήδες σε ένα τοπίο, ας πούμε, σαν την Ευρωζώνη. Εγκυκλοπαίδειες ολόκληρες θα μπορούσε κανείς να συντάξει, αν κατέγραφε όλες τις δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, δημοσιογράφων και πολιτικών – με επίκεντρο τη Γερμανία, χωρίς όμως το Βερολίνο να έχει την αποκλειστικότητα – εναντίον της Ελλάδας και των Ελλήνων ως συλλογικότητας. Τέτοιο μπαράζ ύβρεων, απειλών, προκατάληψης, ταπεινωτικών σχολίων, απαξίωσης και όχι σπάνια ρατσιστικού μίσους εναντίον των Ελλήνων δεν θα συναντήσει κανείς στη μεταπολεμική Ευρώπη για κάποια συλλογικότητα. Το μόνο ιστορικό προηγούμενο που το υπερβαίνει ήταν ο εκφοβισμός από την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία εναντίον συγκεκριμένων συλλογικοτήτων που πήρε επίσημο χαρακτήρα, έγινε θεσμός.

Οι Έλληνες έχουν γίνει πια το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης, οποιοσδήποτε θέλει να υβρίσει, να απειλήσει ή να ταπεινώσει μια εθνική συλλογικότητα, μπορεί να επιλέξει τους Έλληνες, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να κατηγορηθεί για ρατσισμό, χωρίς να υποστεί κόστος. Όπως ένας κανονικός μικρονταής στη Γαλακτοκομική Σχολή. Αν, λοιπόν, φαντάζεστε τους νταήδες σαν κάτι σκοτεινούς τύπους που συχνάζουν σε κακόφημες συνοικίες, σας πληροφορώ ότι μάλλον κάνετε λάθος. Οι νταήδες της Ευρωζώνης, οι ευρωνταήδες, μένουν στις καλύτερες συνοικίες, φορούν γραβάτα και ακριβά ενδύματα, και μιλούν πάντοτε για κανόνες και παραγράφους που έχουν επιβάλει οι ίδιοι στη συλλογικότητα-στόχο, με την κατεστημένη ελίτ της οποίας δεν είχαν ποτέ ούτε έχουν κανένα πρόβλημα. Ξέρουν καλά να απειλούν για το τι θα μας συμβεί αν η κυβέρνηση δεν τηρήσει τους κανόνες, ξέρουν να απαξιώνουν και να ταπεινώνουν, ξέρουν να στέλνουν τελεσίγραφα.

Αυτή είναι η Ευρώπη, όπως θα έλεγε και ο Σημίτης. Ας το χωνέψουμε, λοιπόν, και ας μην εκπλησσόμεθα. Αν αυτή η Ευρώπη αλλάξει, δεν είμαι σίγουρος, είμαι όμως σίγουρος ότι δεν θα αλλάξει σύντομα. Οπότε ως πολίτες, ως κυβέρνηση και, γιατί όχι, ως προσγειωμένη στην πραγματικότητα – σύμφωνα πάντα με την προτροπή ενός από τους κορυφαίους του είδους – αντιπολίτευση που έχει υποστεί στο παρελθόν το ευρωνταηλίκι, οφείλουμε να δούμε πώς θα συμβιώσουμε μέσα σε μια τέτοια κουλτούρα εκφοβισμού. Όλα τα συστήματα, και αυτό των ευρωνταήδων, έχουν αδύνατα σημεία. Και πολλά άπλυτα. Όλα στο φως, λοιπόν.