27 Αυγούστου 2014

Μπορεί να απαγορευτεί το μίσος;

Θανάσης ΓκότοβοςΓράφει: Θανάσης Γκότοβος«Ανήκουμε στη Δύση», λέμε και επαναλαμβάνουμε στον τόπο αυτό, πολύ πριν από τη γνωστή ρήση του Έλληνα πολιτικού για το πού ανήκει πολιτικά η Ελλάδα. Ένα από τα χαρακτηριστικά που προβάλλει διαχρονικά η Δύση όταν η ίδια αυτάρεσκα αντιπαραβάλλεται με τα (πρώην) κομμουνιστικά και τα σημερινά αυταρχικά ισλαμικά μοντέλα διακυβέρνησης είναι ότι η ελευθερία του λόγου έχει προτεραιότητα απέναντι στο δικαίωμα του πολίτη (ή μιας κοινότητας πολιτών) να μην γίνεται αποδέκτης προσβλητικών ή ψευδών ή απλώς επιστημονικά λανθασμένων ή βλάσφημων για τον ίδιο και την κοινότητα στην οποία ανήκει, μηνυμάτων.


Ιστορικά, μάλιστα, η ελευθερία να προσβάλλει κάποιος θρησκευτικά σύμβολα ή πρόσωπα μιας κοινότητας (η αποποινικοποίηση της βλασφημίας) θεωρήθηκε μεγάλη πρόοδος για ένα εκκοσμικευμένο κράτος, όπου η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει λόγο για το ποια κείμενα επιτρέπεται να κυκλοφορούν και ποια όχι, ποια θεατρικά έργα επιτρέπεται να ανεβάζονται και ποιες ταινίες να προβάλλονται. Το ίδιο και η συνεχιζόμενη επιχείρηση «κανονικοποίησης» αποκλινουσών συμπεριφορών στον ερωτικό τομέα.

Μέχρι που ήρθε στη Δύση το Ισλάμ μέσω των μεταναστών, δημιούργησε κοινότητες πιστών (πολιτών ή αλλοδαπών) οι οποίες έχουν άλλη άποψη για το τι πρέπει να επιτρέπεται και τι όχι στον τομέα αυτό. Το βασικό επιχείρημα των Μουσουλμάνων που ζουν στη Δύση γιατί πρέπει να απαγορεύονται ορισμένα είδη λόγου και καλλιτεχνικής έκφρασης στις χώρες που ζουν, είναι ότι αυτά προσβάλλουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα. Και η απάντηση των εγγονών του Διαφωτισμού είναι ότι οι πιστοί θα πρέπει να μάθουν να αντέχουν την προσβολή και να ζουν με αυτό το ενδεχόμενο στο όνομα της υπέρτερης αξίας που είναι η ελευθερία του λόγου.

Μέχρι που ενέσκηψε στην Ευρώπη η νέα πολιτική ορθότητα, έτσι όπως την υπαγορεύουν οι δυτικές ελίτ και την προπαγανδίζουν τα Μέσα Επικοινωνίας που τις υπηρετούν, αλλά και οι εκπαιδευτικοί θεσμοί που ελέγχονται από αυτές. Η νέα «γλώσσα» έφερε, εκτός από υποχρεώσεις, και απαγορεύσεις στην έκφραση.

Μην φανταστείτε, βεβαίως, κάποια συνέπεια στη λογική του τι γίνεται απαγορευμένο με βάση τη νέα ιδεολογική μόδα. Διότι δίπλα σε αυτά που απαγορεύονται δήθεν για να καταπολεμηθεί ο ρατσισμός ή να προστατευθούν αποκλίνουσες ομάδες λόγω των ερωτικών τους προσανατολισμών, συνεχίζουν να κυκλοφορούν ελεύθερα προϊόντα του λόγου που προσβάλλουν άλλες ομάδες. Οι οποίες, απλώς δεν διαθέτουν ακόμη «άνθρωπον» στις ομάδες εξουσίας που να πιέζει για την επιβολή της δικής τους εκδοχής του πολιτισμικά «ορθού».

Συνεπώς, η πολιτική της απαγόρευσης συγκεκριμένων μορφών λόγου (ας ελπίσουμε ότι οι διατάξεις δεν θα έχουν αναδρομική ισχύ…) είναι εξ αρχής υποκριτική, περιστασιακή, επιλεκτική και, κυρίως, έχει ημερομηνία λήξεως. Ο νεκροθάφτης της θα είναι η ίδια η θεωρούμενη σήμερα πολιτικά ορθή ιδέα του «πολυπολιτισμού» και η στιγμή του θανάτου της θα έρθει όταν οι άλλοι «πολιτισμοί» στη Δύση σηκώσουν κεφάλι, όταν δηλαδή οι φορείς τους γίνουν πολιτικά υπολογίσιμοι.

Ό,τι συμβαίνει σήμερα με το θέατρο της δήθεν αντιρατσιστικής νομοθεσίας είναι, με άλλα λόγια, πολιτική άσκησης και επίδειξης ισχύος εκ μέρους των δυτικών ελίτ στον πολιτισμικό τομέα, την ίδια στιγμή που οι εισηγητές της, με την υποκρισία να έχει γίνει δεύτερη φύση τους, προπαγανδίζουν την ιδέα του πολυπολιτισμού.
Και ως τέτοια ούτε ενδιαφέρεται, ούτε και σκοτίζεται ιδιαίτερα για τα (ανύπαρκτα) αποτελέσματα στον τομέα της αντιμετώπισης του ρατσισμού.

Δεν υπάρχει καμία μελέτη ή έρευνα που να έχει αποδείξει ότι οι διακρίσεις στις χώρες της Δύσης σχετίζονται με την άρνηση του Ολοκαυτώματος ή της ομοφυλοφιλίας ως κανονικής πρακτικής. Αντιθέτως, οι διακρίσεις – τόσο εκείνες στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, όσο και οι διακρίσεις απέναντι σε ανθρώπους χωρών που δεν ανήκουν στη Δύση – είναι δομικά στοιχεία του δυτικού οικονομικού και πολιτισμικού παραδείγματος.

Αφήνω κατά μέρος την απερίγραπτη εξίσωση του Ολοκαυτώματος με την ομοφυλοφιλία, όταν στον ίδιο «αντιρατσιστικό» νόμο η άρνηση του Ολοκαυτώματος εξομοιώνεται από πλευράς σημαντικότητας με την κριτική στην ομοφυλοφιλία. Αυτά είναι σημεία των καιρών. Διότι υπάρχουν αρκετά πράγματα στο πεδίο της έκφρασης που θα μπορούσε κανείς – εννοώ το κράτος – να απαγορεύσει. Ας δούμε ορισμένα:
  1. Την αρνητική (για ορισμένες κοινότητες, προσβλητική) αναφορά (με κείμενα ή με σκίτσα ή με άλλη καλλιτεχνική έκφραση, όπως το θέατρο και ο κινηματογράφος) σε πρόσωπα και έννοιες-σύμβολα. Όπως λ.χ. ο Χριστός, ο Μωάμεθ, ο Θεός ή ο Αλλάχ.
  2. Την άρνηση ιστορικών γεγονότων, όπως λ.χ. τη γενοκτονία των Εβραίων από το γερμανικό κράτος ή των Αρμενίων και των Ελλήνων της Τουρκίας από το τουρκικό κράτος ή τη σφαγή του Κομμένου, των Καλαβρύτων και του Διστόμου και αμέτρητες άλλες.
  3. Τα ωροσκόπια και τους αστρολόγους, που διαδίδουν ότι είναι σε θέση να προβλέψουν το εγγύς και το απώτερο μέλλον των πελατών τους, φυσικά όταν εκείνοι καταβάλουν το απαιτούμενο ποσό.
  4. Τα κείμενα των αθέων και των αιρετικών, καθώς σε αυτά αμφισβητούνται πράγματα που για την πλειονότητα των πολιτών είναι αληθή.
  5. Μεγάλο μέρος της ιστορικής λογοτεχνίας, μαζί και το δημοτικό και το λαϊκό τραγούδι, όπου τα αυτονόητα της εποχής και η γλώσσα με τα οποία αυτά εκφράζονταν θεωρούνται σήμερα πέρα για πέρα ρατσιστικά.
  6. Το ίδιο το Ευαγγέλιο, τα πατερικά κείμενα και το Κοράνι, καθώς αυτά περιέχουν, αν ιδωθούν από τη σημερινή σκοπιά του πολιτικώς ορθού, εκφράσεις που δεν μπορούν να εγκριθούν από τη νέα λογοκρισία ως «ορθές».
Είναι προφανές ότι ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Η επιβολή της πολιτικής ορθότητας στο λόγο που εκπορεύεται από τις ευρωπαϊκές ελίτ, εκτός του ότι είναι εντελώς ατελέσφορη σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία κινείται ταχύτατα στον πλανήτη και η επιβολή αντιρατσιστικών φίλτρων είναι ανέφικτη, μέλλει να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στις ίδιες τις υποτιθέμενες πολυπολιτισμικές κοινωνίες, στις οποίες θα εφαρμοστούν οι αντιρατσιστικοί νόμοι.

Ο επικείμενος αντιρατσιστικός νόμος δεν προήλθε από ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας, ούτε ανήκε ως πρόταγμα στο πολιτικό πρόγραμμα των κυβερνώντων κομμάτων. Ήρθε φυτευτός, όπως και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, από τις Βρυξέλλες, γιατί έτσι νομίζουν οι σοφοί των Συμβουλίων ότι θα καταπολεμήσουν τον ρατσισμό.Ακριβέστερα, γιατί έτσι νομίζουν ότι θα τους πιστέψουμε ότι ασχολούνται με την καταπολέμηση του ρατσισμού.

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι η βελτίωση του νόμου με την προσθήκη της απαγόρευσης της άρνησης της γενοκτονίας των Ποντίων και των Ελλήνων της Ανατολής. Όχι γιατί αυτή δεν υπήρξε, αλλά γιατί απλά δεν μπορεί να απαγορευτεί δια νόμου η εσφαλμένη ιστορική άποψη, ακόμη και όταν τα τεκμήρια είναι συντριπτικά.

Ακόμη χειρότερα: όταν δια νόμου απαγορεύεις την άρνηση ενός κειμένου που θίγει μια συγκεκριμένη ιστορική αλήθεια ή τα ιερά σύμβολα μιας κοινότητας, δεν μπορείς να επιτρέπεις την ίδια στιγμή άλλες παρεμφερείς αρνήσεις.

Και κάτι τελευταίο. Το απαγορευμένο έλκει. Και εκεί που ορισμένα θέματα είχαν φύγει από το ενδιαφέρον του κοινού και ορισμένες επιστημονικά εσφαλμένες εκδοχές της πραγματικότητας ήταν περιθωριακές, με το νόμο αυτές ενδέχεται να ξαναγίνουν επίκαιρες.
Διότι σε τελική ανάλυση κανένας νόμος δεν μπορεί να απαγορεύσει το περιεχόμενο των ιδιωτικών συζητήσεων, ούτε τις ιδέες και τις στάσεις που διαμορφώνει κανείς μέσα από αυτή την άτυπη διαπαιδαγώγηση.

Κατάλληλη Παιδεία χρειαζόμαστε και όχι νόμους-φίμωτρα. Είναι αστείο να πιστεύει κάποιος, ως νέος Μωϋσής, ότι με μια ακόμη εντολή – «ου μισήσεις» – θα ξεμπερδέψουμε με το μίσος που για πολύ διαφορετικούς λόγους γεννιέται στις συνειδήσεις των ανθρώπων κάτω από ορισμένες συνθήκες.
Κανείς στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία (ούτε οι μητροπολίτες, ούτε οι ενώσεις των Ποντίων) δεν μπορεί να επηρεάσει την απόφαση των κυβερνητικών βουλευτών να ψηφίσουν, όπως συνηθίζουν, ό,τι τους έχει υπαγορευθεί να ψηφίσουν.

Για το συγκεκριμένο νομοθέτημα, άλλωστε, έχουν ισχυρό προοδευτικό άλλοθι από την Αριστερά, που παρά τα συνθήματα για μια «άλλη» Ευρώπη, μάλλον είναι ερωτευμένη με τα ιδεολογικά προϊόντα της σημερινής. Για το λόγο αυτό δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να προτείνουμε την καταψήφιση ενός νόμου που εισάγεται μόνο στο πλαίσιο της επίδειξης πολιτισμικής ισχύος των ευρωπαϊκών ελίτ. Ο νόμος θα ψηφιστεί, αργά ή γρήγορα, επειδή η υφιστάμενη πολιτική τάξη στο σύνολό της δεν μπορεί να επιβιώσει, αν δεν δείξει συμπεριφορά συμβατή με τη βούληση των ισχυρών σοφών της Ευρώπης.

Δεν είναι θέμα ρατσισμού, είναι θέμα πολιτικής αυτοσυντήρησης. Όσο για τα αποτελέσματα από την εφαρμογή αυτού του νόμου στην καταπολέμηση του ρατσισμού, δεν θα είναι απλώς μηδενικά, θα είναι αρνητικά.